Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου π. Διονυσίου Τάτση
Συχνὰ οἱ κληρικοὶ μιλοῦν στοὺς πιστοὺς γιὰ τὶς ἀρετὲς καὶ τὰ πάθη. Στὸ κήρυγμά τους, ὅλα τὰ θεωροῦν εὔκολα· δίχως κόπο ἡ ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν, δίχως κόπο καὶ ἡ καταπολέμηση τῶν παθῶν. Ἡ πραγματικότητα ὡστόσο εἶναι διαφορετική. Ὁ κάθε καλοπροαίρετος χριστιανὸς ἔχει τὶς δικές του δυσκολίες στὸν διπλὸ αὐτὸν ἀγώνα. Οἱ δυσκολίες ποικίλλουν ἀνάλογα μὲ τὸ χαρακτήρα τοῦ καθενός, ἀλλὰ καὶ τὸν μέχρι τότε τρόπο ζωῆς του. Ἡ ἐμπειρία ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες εἶναι τὸ μεγάλο ἐμπόδιο γιὰ τὴν καταπολέμηση τῶν παθῶν, ὅπως καὶ ἡ ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν εἶναι μία συνεχὴς προσπάθεια καὶ ἐξάρτηση στὶς ἐπιθέσεις τοῦ πονηροῦ.
Ὁ διπλὸς αὐτὸς ἀγώνας διεξάγεται ταυτοχρόνως, γιατί οἱ ἀρετὲς καὶ τὰ πάθη ἀντιμάχονται τὸ ἕνα τὸ ἄλλο. Οἱ ἀρετὲς νεκρώνουν τὰ πάθη καὶ τὰ πάθη ἐξαφανίζουν τὶς ἀρετές. Ὑπάρχει μία ἀδιάκοπη μάχη. Ὁ πνευματικὸς ἀγωνιστὴς βλέπει τὶς ἀρετὲς καὶ τὶς ἐπιθυμεῖ, πρέπει ὅμως νὰ εἶναι εἰλικρινὴς καὶ ἀποφασιστικὸς στὴν καταπολέμηση τῶν παθῶν, γιατί στὴν πράξη οἱ ἐπιδιωκόμενες ἀρετὲς δὲν ἀποκτῶνται, ὅταν δειλὰ ἀρέσκεται στὶς ἁμαρτωλές του ἐπιθυμίες.
Οἱ ἀρετὲς δὲν ἀποκτῶνται ἀπὸ τὴ μία ἡμέρα στὴν ἄλλη. Ὑπάρχουν πολλὲς βαθμίδες στὴν κλίμακα καὶ πάντα μὲ τὸν κίνδυνο νὰ πέσει, χάνοντας τὴν ὠφέλεια ἀπὸ τὸν μέχρι τότε κόπο του. Χρειάζεται ἐξομολόγηση, σταθερὴ ἀπόφαση, πρακτικὴ ἐφαρμογὴ καὶ ὄχι μόνο θεωρία περὶ ἀρετῶν καὶ παθῶν. Ἡ κάθε βαθμίδα τῆς κλίμακας τῶν ἀρετῶν εἶναι ἕνα κατόρθωμα, τὸ ὁποῖο εὔκολα χάνεται καὶ ἀφήνει πικρὴ ἐμπειρία, ἂν δὲν ὑπάρχει μετάνοια καὶ ἀνόρθωση. Ἡ ἐμπειρία μίας πτώσης μπορεῖ στὴ συνέχεια νὰ μετατραπεῖ σὲ πνευματικὴ δύναμη καὶ νὰ ἐμποδίσει ἑπόμενες πτώσεις.
Τὰ πάθη ἐπίσης ὑπάρχουν στὸν ἄνθρωπο μὲ ρίζες καὶ ζητοῦν ἐπίμονα τὴν ἱκανοποίησή τους. Εὔκολα αἰχμαλωτίζεται ἀπ’ αὐτὰ καὶ τὰ θεωρεῖ ἀθῶα καὶ φυσιολογικά. Δὲν ἀνησυχεῖ, καὶ μόνο ὅταν καταλήξουν σὲ κάποιο δυσάρεστο γεγονός, ἀρχίζει νὰ σκέπτεται τὴν ὕπαρξή τους καὶ νὰ θεωρεῖ ἀπαραίτητο νὰ τὰ χαλιναγωγεῖ.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης ἀναφέρει ὅτι τὰ πάθη διαστρέφουν τὸ χαρακτήρα τοῦ ἀνθρώπου: «Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἐπιτρέπει νὰ κατοικοῦν μέσα στὴν καρδιὰ του τὰ πάθη, τὰ γεννήματα τοῦ διαβόλου, σταδιακά μολύνεται μὲ δαιμονικὴ ὑπερηφάνεια, ποὺ κάνει δύσκολη τὴν ἐπιστροφή του στὴν ἀρετή, καὶ αὐτό, διότι ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος δύσκολα πείθεται ὅτι εἶναι ἁμαρτωλὸς καὶ νομίζει ὅτι δὲν κάνει κάτι διὰ τὸ ὁποῖο ἀξίζει νὰ κατακρίνεται καὶ ὅτι ἔχει δίκαιο, ἀκόμα καὶ τότε ποὺ ἀκολουθεῖ τὰ πάθη καὶ ἁμαρτάνει». Καὶ συμπληρώνει ὁ ἅγιος μὲ ἕνα ἀπόφθεγμα: «Τὶς ἀρετὲς πρέπει νὰ τὶς καλλιεργοῦμε, ἐνῶ τὰ πάθη πρέπει νὰ τὰ ξεριζώνουμε μόλις ἐμφανιστοῦν».
Συχνὰ διαπιστώνουμε ὅτι μερικοὶ ἄνθρωποι ἔχουν πάθη, ποὺ εἶναι γνωστὰ στὴν κοινωνία ποὺ ζοῦν, τὰ ὁποῖα εἶναι βαθιὰ ριζωμένα στὴν καρδιά τους καὶ μένουν ἀκαταπολέμητα καὶ ὅσο μεγαλώνουν οἱ ἴδιοι, μεγαλώνουν καὶ αὐτὰ καὶ εἶναι ἀξιοθρήνητο νὰ βλέπεις γερασμένους ἀνθρώπους, ποὺ τοὺς ἔχουν ἐγκαταλείψει οἱ σωματικές τους δυνάμεις, νὰ μιλᾶνε καὶ νὰ ἀγωνίζονται γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῶν παθῶν τους! Μένουν δέσμιοι τῶν παθῶν τους σὲ ὅλη τους τὴ ζωή!
Ὑπάρχουν ὅμως καὶ οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀγωνίζονται συνεχῶς, παρόλο ποὺ ἔχουν σταθεροποιηθεῖ στὴν ἀρετή. Εἶναι ἀνήσυχοι μήπως σὲ κάποια δύσκολη ὥρα τῆς ζωῆς τους τοὺς πειράξει ὁ διάβολος καὶ χάσουν τόν πνευματικό τους καρπό, τὸν ὁποῖο μὲ ταπείνωση διαφυλάσσουν καὶ ποτὲ δὲν θεωροῦν τὸν ἑαυτό τους ὅτι εἶναι στὸ ἀπυρόβλητο.
Τὸ φωτεινὸ παράδειγμα τῶν ἐνάρετων ἂς ἔχουμε ὅλοι ὡς πνευματικὸ ὁδηγὸ, γιὰ νὰ πετυχαίνουμε τὴν καλλιέργεια τῶν ἀρετῶν καὶ τὴν καταπολέμηση τῶν παθῶν μας.




