Οἱ Ἱεροί Κανόνες ἀποτύπωσις τῆς χαρᾶς μας!

Share:

Τοῦ π. Γερασίμου Βουρνᾶ, Πρεσβυτέρου

Στίς ἡμέρες μας, ὁ,τιδήποτε ἔχει νά κάνει μέ κανόνες φαντάζει ἄχαρο ἤ περιοριστικό τῆς ἀνεξαρτησίας μας, τῆς δυνατότητός μας νά ζήσουμε «ἀκολουθῶντας τήν καρδιά μας». Ὡστόσο, κανείς δέν θά ἀπέρριπτε ἕνα ἀναλυτικό χάρτη θησαυροῦ, μόνο καί μόνο ἐπειδή καταγράφει μέ πᾶσα ἀκρίβεια τό κάθε βῆμα πού πρέπει νά ἀκολουθήσει, γιά νά βρεῖ τό πολύτιμο ἀπόκτημα.
Οἱ Ἱεροί Κανόνες λοιπόν, ἀποτελοῦν τόν χάρτη πού θά μᾶς ὁδηγήσει στόν Χριστό, ἀφοῦ πρῶτα μᾶς ἐκπαιδεύσουν στό νά Τοῦ μοιάσουμε, νά μάθουμε νά πολιτευόμαστε, νά ζοῦμε δηλαδή, «θεανθρωπίνως καί οὐχί ἀνθρωπίνως».[1] Γιά τήν ἐπίτευξη αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ ἀπαιτεῖται «πιστή» καί «ἀνιδιοτελής» τήρησή τους.[2] Ὁ μακαριστός π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος τόνιζε ὅτι οἱ παρεκκλίσεις ἐκ τῶν Ἱερῶν Κανόνων στεροῦν τήν «εὐλογίαν τοῦ Οὐρανοῦ», πολλῷ δέ μᾶλλον, ὅταν πίσω ἀπό τίς «παραβιάσεις τῶν Ἱερῶν Κανόνων» κρύβεται κάποια σκοπιμότητα. Τότε «ἡ ἐκδίκησις αὐτῶν εἶνε ἀδυσώπητος καί σκληροτάτη».[3]
Εἶναι ἄξια θαυμασμοῦ ἡ χαρούμενη ἐμμονή τῶν ἁγίων Πατέρων μας στήν τήρηση τῶν Ἱερῶν Κανόνων. Ὄχι γιά νά κάνουν τούς ἔξυπνους, οὔτε γιά νά παραστήσουν τούς σωτῆρες τῆς Ἐκκλησίας. Ἦσαν ἀμείλικτοι στήν τήρησή τους, χωρίς ὅμως νά τούς ἀντιμετωπίζουν ὡς «ἁπλά νομικά κείμενα», ὅπως βλέπουμε στίς ἡμέρες μας νά συμβαίνει.
Σήμερα, προωθεῖται μία προσέγγιση τῶν Κανόνων ὡς νομικῶν κειμένων, πού -ὅπως ἡ κατά κόσμον νομική θεωρία πρεσβεύει- θά πρέπει νά προσαρμόζονται στά δεδομένα τῆς ἑκάστοτε ἐποχῆς. Ἀντιθέτως, οἱ Πατέρες μας τούς θεωροῦν ὡς «πρακτική ἐφαρμογή τῶν δογμάτων».[4] Γι’ αὐτό καί ὁ Πατέρας καί Διδάσκαλός μας π. Βασίλειος Βολουδάκης, μᾶς ἔλεγε διαρκῶς ὅτι «ἡ ἠθική τῆς Ἐκκλησίας μας ἀπορρέει ἀπό τήν Δογματική της». Γι’ αὐτό καί ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς ἀναφέρει, στήν Δογματική του, ὅτι οἱ Ἱεροί Κανόνες εἶναι «ἱεροί φρουροί τῶν ἁγίων δογμάτων».[5] Θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι διά τῶν Ἱερῶν Κανόνων μπορεῖ ἀσφαλῶς καί βεβαίως νά διαποτιστεῖ ὅλη ἡ ζωή μας, ἡ προσωπική, ἡ οἰκογενειακή, ἡ κοινωνική, ἡ ἐνοριακή, ἡ ἐθνική καί ἡ παγκόσμια, μέ τόν Χριστό, πού εἶναι ἡ χαρά καί ἡ λύση σέ κάθε μας πρόβλημα. Διά τῶν Ἱερῶν Κανόνων, ἐπιτυγχάνεται τό «τά πάντα καί ἐν πᾶσι Χριστός» (Κολ. 3, 11) καί τό «πάντες γάρ […] εἷς […] ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλ. 3, 28).[6] Ἑπομένως, δέν θά ἦταν αὐθαίρετος ὁ ἰσχυρισμός ὅτι ὁ πόλεμος πού δέχονται οἱ Ἱεροί Κανόνες στήν ἐποχή μας ὀφείλεται στό ὅτι δέν εἶναι ἐπιθυμητός ὁ Χριστός σέ κάθε πτυχή τῆς ζωῆς μας, παρά ἐπιδιώκεται συχνά, ἡ καπήλευση τοῦ Ὀνόματός Του πρός ἐπίτευξιν ἰδιοτελῶν σκοπῶν. Ἐντούτοις, μαζί μέ τόν Χριστό, ἀπορρίπτει ὁ ἄνθρωπος τελικά καί τήν χαρά του. Αὐτό εἶναι πού δέν ἔχουμε δώσει στούς ἑαυτούς μας καί σέ ὅλους νά καταλάβουν: ὅτι ὁποιαδήποτε παραβίαση ἤ προσαρμογή στά δεδομένα τῆς ἐποχῆς τῶν Ἱερῶν Κανόνων εἶναι ἔκπτωση στήν δυνατότητα τῶν ἀνθρώπων νά βροῦν τήν Χαρά σέ ὅ,τι κάνουν. Λένε ὁρισμένοι «καί τί δουλειά ἔχει ὁ Θεός σέ αὐτόν ἤ ἐκεῖνον τόν τομέα τῆς ζωῆς μου;». Ἄν θέλεις νά ἔχεις χαρά σ’ αὐτόν ἤ ἐκεῖνον τόν τομέα τῆς ζωῆς σου, τότε ἔχει καί παρά ἔχει!
Διά τοῦ λόγου τό ἀληθές θά θέλαμε νά σταθοῦμε σέ κάποια σημεῖα τοῦ Α΄ κανόνος τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου -τήν ὁποία μάλιστα ἑορτάσαμε τήν περασμένη Κυριακή- ὅπου εἶναι ἔκδηλη ὄχι μόνο ἡ σπουδή τῶν Πατέρων γιά τήν τήρηση τῶν Ἱερῶν Κανόνων, ἀλλά καί ἡ χαρά τους, γιατί βλέπουν τόν Θεό μέσα ἀπό αὐτούς.
Ὁ ἐν λόγῳ Κανών ἔρχεται μέν νά ἐπικυρώσει ἀντίστοιχους Κανόνες, ὅπως ὁ Α΄ τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἤ οἱ Α΄ καί Β΄ τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς, ἀλλά καί ἄλλους παρόμοιους Τοπικῶν Συνόδων, πού τονίζουν τό «ἀκαινοτόμητον» καί «ἀπαράτρωτον» τῆς παραδοθείσης σέ ἐμᾶς πίστεως. Ὡστόσο, ὁ Α΄ τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς, ἀντιλαμβάνεται κανείς, ὅτι δίδει, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλον, ἔμφαση στήν χαρά πού συνοδεύει αὐτό τό «ἀκαινοτόμητον» καί «ἀπαράτρωτον».
Ἀναφέρει ὅτι «ἀσμένως», δηλαδή μέ πολλή χαρά, δεχόμαστε ὅτι οἱ Κανονικές Διατάξεις εἶναι «ὑποτυπώσεις» τῶν «μαρτυρίων» τοῦ Θεοῦ. Δηλαδή μαρτυρεῖ ὁ ἴδιος ὁ Θεός δι’ αὐτῶν γιά τό πῶς πρέπει νά ζοῦμε. Γι’ αὐτό καί ἐπικαλεῖται τόν «θεοφάντορα» Δαβίδ πού λέει, σέ ἐλεύθερη μετάφραση, ὅτι «ἐχάρηκα Κύριε μέ τά μαρτύρια Σου, ὅπως θά χαιρόμουν ἄν εἶχα ὅλα τά πλούτη τοῦ κόσμου» καί ζητᾶ ἀπό τόν Θεό νά τόν κάνει νά τά κατανοήσει, γιά νά ζήσει (Ψλμ. Ριη΄)!
Μελετῶντας τόν συγκεκριμένο Κανόνα διαπιστώνει κανείς ὅτι οἱ Ἱεροί Κανόνες στό σύνολό τους εἶναι ἀδιαιρέτως ἑνωμένοι μέ τά ὅσα ἀπεκάλυψε ὁ Θεός στούς Ἁγίους Ἀποστόλους στά ὁποῖα, ὅπως ἐπισημαίνουν οἱ Πατέρες τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, «ἐπιθυμοῦσιν Ἄγγελοι παρακύψαι»(Α΄ Καθολ. Πέτρου, 1, 12). Αὐτήν τήν ἑνότητα ἄλλωστε ὑπογραμμίζει καί ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς χρησιμοποιῶντας, στήν ἀναφορά του στούς Ἱερούς Κανόνες καί τήν σχέση τους μέ τήν Δογματική τῆς Ἐκκλησίας μας, τήν ἔκφραση «ἀποστολικο-αγιοπατερικές δυνάμεις» τῆς «Ἱερᾶς Παραδόσεως».[7]
Προχωρῶντας στήν μελέτη μας συναντοῦμε τήν ἀκόμα μεγαλύτερη ἔκφραση καί Κανονική καταγραφή τῆς χαρᾶς τῶν Πατέρων τῆς Ἑβδόμης Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἐφόσον αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια καί ἐφόσον ἔτσι μᾶς παραδόθηκε, ἐμεῖς – ἑπομένως καί κάθε πιστός πάντοτε καί πανταχοῦ – «ἀσπασίως τούς Θείους Κανόνας ἐνστερνιζόμεθα», δηλαδή τούς υἱοθετοῦμε μέ ἀσπασμό (δηλαδή μέ ὑποταγή, μέ ἀποδοχή) καί μεγάλη χαρά!
Κλείνει μέ τήν πλήρη σύνταξη μέ τά ἀποφασισθέντα ὑπό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί τῶν Ἁγίων Πατέρων στό παρελθόν, ἀφοῦ οἱ ἀποφάσεις τους αὐτές συνιστοῦν τό «ἀπαύγασμα» τοῦ Θείου φωτισμοῦ. Ὡς ἐκ τούτου: «οὕς μέν τῷ ἀναθέματι παραπέμπουσι, καί ἡμεῖς ἀναθεματίζομεν· οὕς δέ τῇ καθαιρέσει, καί ἡμεῖς καθαιροῦμεν· οὕς δέ τῷ ἀφορισμῷ, καί ἡμεῖς ἀφορίζομεν· οὕς δέ ἐπιτιμίῳ παραδιδόασι, καί ἡμεῖς ὡσαύτως ὑποβάλλομεν». Ὅσο παράδοξο κι ἄν φαίνεται, ὅσο βαριές κι ἄν μοιάζουν στήν σημερινή ἐποχή μας τέτοιες ἐκφράσεις, ἐκτός ἀπό τό ὅτι ἀποτελοῦν τά φάρμακα τῆς Ἐκκλησίας μας, συναποτελοῦν ἐξίσου τίς προϋποθέσεις τῆς χαρᾶς μας. Ἀφοῦ τά ἀναθέματα, οἱ καθαιρέσεις, οἱ ἀφορισμοί καί τά ἐπιτίμια, ξεκαθαρίζουν τήν Ἀλήθεια ἀπό τό ψέμα καί, ἄρα, τήν χαρά ἀπό τήν λύπη!
Μακάρι μέ αὐτή τήν χαρά νά πλησιάσουμε τούς Ἱερούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὡς μαθητές πρός τόν Διδάσκαλο, ὡς δημιουργήματα πρός τόν Δημιουργό μας, πού μᾶς πληροφορεῖ ἐπακριβῶς γιά τό πῶς πρέπει νά λειτουργήσουμε αὐτό τό – μυστηριῶδες καί παραδομένο σέ κάθε εἴδους πτώση – ὄν πού λέγεται ἄνθρωπος. Αὐτή ἡ ἀγάπη γιά τούς Ἱερούς Κανόνες, γιά τίς ὁδηγίες λειτουργίας τῆς ἀνθρωπίνης φύσεώς μας εἶναι ἡ προϋπόθεση γιά τήν μελέτη καί ἐφαρμογή τους καί μακάρι νά μᾶς τήν χαρίσει ὁ Θεός μας μήπως καί ζωντανέψουμε. Ἀμήν!
Σημειώσεις:
[1] Ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Ι. Θεοδωροπούλου, Ἄρθρα, Μελέται, Ἐπιστολαί, Ἀθήνα, 1986, Τόμος Α΄ , σελ. 231. [2] ὅ. π. [3] ὅ. π. [4] ὅ. π., σελ. 231-232. [5] Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς, Δογματική, ἐκδ. Ἱ. Μ. Μ. Βατοπαιδίου, Ἅγιον Ὄρος, 2019, σελ. 310. [6]Πρβλ., ὅ. π., σελ. 312. [7] ὅ. π., σελ. 313.

  Next Article

Ποῦ θὰ φθάση ὁ διασυρμὸς τῆς εὐαγγελικῆς ἀληθείας;