Ὁ Θεός, ὁ χρόνος καὶ ἡ θεία οἰκονομία

Share:

Τοῦ κ. Γεωργίου Καραλῆ, πυρηνικοῦ ἰατροῦ

 

  1. Ἱστορία καὶ θεία οἰκονομία

Ἡ ἱστορία ὡς ἔρευνα τοῦ γίγνεσθαι

  Ἡ λέξη «ἱστορία» γεννήθηκε στὸν ἑλληνικὸ κόσμο. Ἡ ἱστορία δὲν σήμαινε ἀρχικὰ ἁπλῶς τὴν ἀφήγηση γεγονότων τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ τὴν ἔρευνα, τὴν ἀναζήτηση καὶ τὴν προσπάθεια κατανοήσεως ὅσων συνέβησαν. Ὁ Ἡρόδοτος δὲν ἀρκεῖται νὰ ἀφηγηθεῖ τὴ σύγκρουση Ἑλλήνων καὶ Περσῶν, ἀλλὰ ἀναζητεῖ τὰ αἴτια, ἐξετάζει πῶς ὁδηγήθηκαν τὰ πράγματα στὸν πόλεμο καὶ ποιὲς συνέπειες προέκυψαν ἀπὸ αὐτόν. Στὸν Θουκυδίδη αὐτὴ ἡ διάσταση τῆς ἱστορικῆς ἔρευνας γίνεται ἀκόμη σαφέστερη. Τὸ ἐρώτημα δὲν εἶναι μόνο τί συνέβη, ἀλλὰ γιατί συνέβη. Γιατί ἡ Ἀθήνα καὶ ἡ Σπάρτη, οἱ δύο μεγάλες δυνάμεις τοῦ ἑλληνικοῦ κόσμου, ὁδηγήθηκαν στὸν πόλεμο; Ποιοὶ ἦταν οἱ λόγοι ποὺ προβάλλονταν δημοσίως καὶ ποιὰ ἡ βαθύτερη αἰτία τῆς συγκρούσεως; Γιατί ἐλήφθησαν συγκεκριμένες ἀποφάσεις; Γιατί ὁρισμένες στρατηγικὲς πέτυχαν, ἐνῶ ἄλλες ὁδήγησαν στὴν καταστροφή; Ποιὸν ρόλο διαδραμάτισαν ὁ φόβος, ἡ φιλοδοξία, τὰ πολιτικὰ συμφέροντα καὶ οἱ συσχετισμοὶ δυνάμεων;

  Ἡ ἱστορία ἐπιχειρεῖ ἑπομένως νὰ κατανοήσει τὸ γίγνεσθαι συνδέοντας τὰ γεγονότα μεταξύ τους. Ἀναζητεῖ αἴτια, προϋποθέσεις, ἀποφάσεις καὶ ἀποτελέσματα. Ἡ μέθοδος αὐτὴ εἶναι ἀπολύτως θεμιτὴ ὅταν ἐφαρμόζεται στὴν κτιστὴ πραγματικότητα. Μποροῦμε νὰ ἀναρωτηθοῦμε, γιατί ξέσπασε ἕνας πόλεμος, γιατί κατέρρευσε μία αὐτοκρατορία, γιατί ἕνας λαὸς νίκησε καὶ ἕνας ἄλλος ἡττήθηκε. Τὰ ἀνθρώπινα γεγονότα ἔχουν αἴτια καὶ συνέπειες καὶ μποροῦν νὰ μελετηθοῦν μέσα ἀπὸ τὶς μεταξύ τους σχέσεις. Ἡ ἱστορία ἑρμηνεύει τὸν κόσμο τοῦ γίγνεσθαι· ὁ Θεὸς ὅμως δὲν γίνεται.

  1. Ἡ βιβλικὴ μνήμη καὶ ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Ἡ θεία ἐνέργεια δὲν παράγεται ἀπὸ κτιστὰ αἴτια

Ἐδῶ βρίσκεται ἡ οὐσιώδης διαφορὰ μεταξύ τῆς ἱστορικῆς ἔρευνας τῆς κτιστῆς πραγματικότητας καὶ τῆς θεολογικῆς προσ­εγγίσεως τῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ. Ὁ βιβλικὸς τρόπος δὲν ἀρνεῖται τὴν ἱστορία. Ἡ Ἁγία Γραφὴ περιέχει γενεαλογίες, πολέμους, βασιλεῖες, πολιτικὲς ἀποφάσεις, διαδοχὲς καὶ συνέπειες ἀνθρώπινων πράξεων. Δὲν ἀγνοεῖ οὔτε παρακάμπτει τὴν ἱστορικὴ πραγματικότητα. Ὅταν ὅμως ὁ Ἰσραὴλ ἀναφέρεται στὶς σωτηριώδεις ἐπεμβάσεις τοῦ Θεοῦ, ἡ θεμελιώδης πράξη δὲν εἶναι ἡ ἀναζήτηση κτιστῶν αἰτίων ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ ἔχουν προκαλέσει τὴ θεία ἐνέργεια, ἀλλὰ ἡ μνήμη: νὰ θυμᾶσαι ὅτι ὁ Θεὸς κάλεσε τὸν Ἀβραάμ, νὰ θυμᾶσαι ὅτι ὁ Κύριος σὲ ἐξήγαγε ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, νὰ θυμᾶσαι τὴ Διαθήκη, τὴ διάβαση τῆς θαλάσσης, τὴν ἔρημο καὶ τὴν ἐπαγγελία.

Ἡ βιβλικὴ μνήμη δὲν ἀρνεῖται τὴν ὕπαρξη ἀνθρώπινων καὶ ἱστορικῶν αἰτίων. Μαρτυρεῖ ὅμως ὅτι τὸ ἔσχατο νόημα τῆς θείας ἐπεμβάσεως δὲν ἐξαντλεῖται στὴν ἀλληλουχία τῶν αἰτίων ποὺ βρίσκονται μέσα στὸν κόσμο. Μποροῦμε νὰ μελετήσουμε τὴν Αἴγυπτο, τὸν Φαραώ, τὶς πολιτικὲς συνθῆκες, τὶς μετακινήσεις πληθυσμῶν καὶ ὅλα τὰ ἱστορικῶς προσιτὰ στοιχεῖα ποὺ συνδέονται μὲ τὴν Ἔξοδο. Ἡ οὐσιαστικὴ ὅμως ἀπάντηση τῆς Γραφῆς βρίσκεται σὲ ἄλλο ἐπίπεδο: ὁ Θεὸς ἐλευθέρωσε τὸν Ἰσραήλ. Ἡ ἱστορικὴ ἔρευνα μπορεῖ νὰ ἐξετάσει ὅλα ὅσα συμβαίνουν μέσα στὴν κτίση· δὲν μπορεῖ ὅμως νὰ μετατρέψει τὴν ἐλεύθερη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ σὲ ἀποτέλεσμα κτιστῶν αἰτίων.

  1. Ὁ Θεὸς πέρα ἀπὸ τὸ ἱστορικὸν γίγνεσθαι

Θεολογία καὶ οἰκονομία

  Ἡ διάκριση αὐτὴ γίνεται κατανοητὴ μόνο ἐὰν προηγουμένως ἐξετάσουμε ποιὸς εἶναι ὁ Θεός. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἕνα ὂν ἀνάμεσα στὰ ἄλλα ὄντα. Δὲν ὑπάρχει κάποια στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία δὲν ἦταν ἀκόμη αὐτὸ ποὺ εἶναι καὶ μία μεταγενέστερη στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ἔγινε αὐτὸ ποὺ προηγουμένως δὲν ἦταν. Δὲν ὑπάρχει προγενέστερη αἰτία ποὺ νὰ ἐξηγεῖ τὸ εἶναι τοῦ Θεοῦ οὔτε κάποια διαδικασία μέσῳ τῆς ὁποίας ὁ Θεὸς γίνεται Θεός. Ὁ Θεὸς εἶναι.

Τὸ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι αἰώνιος δὲν σημαίνει ἁπλῶς ὅτι ὑπάρχει μέσα σὲ ἕνα χρόνο ἀπείρως μεγαλύτερο ἀπὸ τὸν δικό μας, ἀλλὰ ὅτι δὲν ὑπόκειται στὴ χρονικὴ διαδοχὴ ποὺ χαρακτηρίζει τὴν κτιστὴ πραγματικότητα. Γι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς δὲν ἔχει «ἱστορία» μὲ τὴν ἀρχικὴ ἔννοια τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας. Μποροῦμε νὰ ἐρευνήσουμε ἱστορικὰ τὰ γεγονότα μέσα στὰ ὁποῖα ἐνεργεῖ ὁ Θεός· δὲν μποροῦμε ὅμως νὰ ἀντιμετωπίσουμε τὸ ἴδιο τὸ εἶναι Του σὰν νὰ ἦταν ἀποτέλεσμα μίας προηγούμενης ἀκολουθίας γεγονότων.

Ἐδῶ ἀκριβῶς καθίσταται θεμελιώδης ἡ πατερικὴ διάκριση μεταξὺ θεολογίας καὶ οἰκονομίας. Ἡ θεολογία ἀναφέρεται στὸν Θεὸ ὡς πρὸς αὐτὸ ποὺ αἰωνίως εἶναι, ἐνῶ ἡ οἰκονομία ἀναφέρεται στὴν ἐλεύθερη βούληση καὶ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ πρὸς τὴν κτίση: ὁ Θεὸς δημιουργεῖ, προνοεῖ, φανερώνεται, σαρκώνεται, σώζει, ἁγιάζει καὶ θεώνει. Ἡ οἰκονομία πραγματοποιεῖται μέσα στὸν χρόνο, ἡ ἀρχὴ της ὅμως δὲν βρίσκεται μέσα στὸν χρόνο. Ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ στὸ κτιστὸ διὰ τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας Του, χωρὶς ὁ ἴδιος νὰ γίνεται κτιστὸς καὶ χωρὶς νὰ ὑπόκειται στὸ γίγνεσθαι.

Ἡ ἱστορία νοούμενη ὡς ἐπιστήμη μπορεῖ ἑπομένως νὰ μελετήσει τὰ κτιστὰ ἀποτελέσματα τῆς θείας ἐνέργειας καὶ τὶς ἱστορικὲς συνθῆκες μέσα στὶς ὁποῖες αὐτὰ ἐμφανίζονται. Δὲν μπορεῖ ὅμως νὰ ἀναζητήσει μέσα στὴν ἀλληλουχία τῶν ἱστορικῶν αἰτίων κάποια αἰτία ἱκανὴ νὰ παραγάγει τὴν ἐλεύθερη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ.

  1. Ἡ Ἐνανθρώπησις

Αὐτὸ φαίνεται μὲ ἰδιαίτερη σαφήνεια στὴν Ἐνανθρώπηση. Μποροῦμε νὰ μελετήσουμε τὴν πολιτικὴ κατάσταση τῆς Παλαιστίνης τὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ. Μποροῦμε νὰ ἐξετάσουμε τὴ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία, τὸν Ἡρώδη, τὸν Πόντιο Πιλᾶτο, τὸν Ἰουδαϊσμὸ τῆς περιόδου τοῦ Δευτέρου Ναοῦ, τὶς θρησκευτικὲς καὶ πολιτικὲς ἐντάσεις, τοὺς Φαρισαίους, τοὺς Σαδδουκαίους καὶ τὶς κοινωνικὲς συνθῆκες τοῦ πρώτου αἰώνα. Μποροῦμε ἀκόμη νὰ ἐξηγήσουμε ἱστορικὰ πολλὲς ἀπὸ τὶς συνθῆκες ποὺ ὁδήγησαν στὴν καταδίκη καὶ τὴ Σταύρωση τοῦ Χριστοῦ. Καμία ὅμως ἀπὸ αὐτὲς τὶς αἰτίες δὲν παράγει τὴν Ἐνανθρώπηση.

Δὲν μποροῦμε νὰ ξεκινήσουμε ἀπὸ τὴν πολιτικὴ καὶ θρησκευτικὴ κατάσταση τοῦ πρώτου αἰώνα καὶ νὰ καταλήξουμε λογικὰ στὸ συμπέρασμα ὅτι «ἑπομένως, ὁ αἰώνιος Λόγος πρέπει νὰ προσλάβει τὴν ἀνθρώπινη φύση». Ἡ Ἐνανθρώπηση πραγματοποιεῖται ἀληθινὰ μέσα στὸν χρόνο, ἀλλὰ ἡ ἔσχατη αἰτία της δὲν βρίσκεται στὸν χρόνο. Ἡ ἀρχὴ της βρίσκεται στὴν ἐλεύθερη βούληση τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Θεὸς ποὺ φανερώνεται στὸν Ἀβραάμ, τὸν ὁποῖο συν­αντᾶ ὁ Ἰακὼβ στὴν πάλη καὶ τὸν ὁποῖο βλέπει ὁ Μωυσῆς στὴ θεοφάνεια, ἐνσαρκώνεται. Ὁ αἰώνιος Λόγος προσλαμβάνει τὴν κτιστὴ ἀνθρώπινη φύση, ὁ Ἄκτιστος προσλαμβάνει τὸ κτιστὸ καὶ ὁ Αἰώνιος γεννιέται μέσα στὸν χρόνο κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Ὁ Λόγος ὅμως δὲν γίνεται Θεὸς διὰ τῆς Ἐνανθρωπήσεως· ὁ Θεὸς εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ σαρκώνεται.

  1. Οἱ λόγοι τῶν ὄντων καὶ τὸ αἰώνιον θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἡ διάκρισις μεταξὺ ἀκτίστου λόγου καὶ κτιστῆς ὑπάρξεως

  Ἡ σχέση μεταξὺ Θεοῦ, κτίσεως καὶ χρόνου μπορεῖ νὰ κατανοηθεῖ βαθύτερα μέσα ἀπὸ τὴ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ περὶ τῶν λόγων τῶν ὄντων. Πρέπει ἐξαρχῆς νὰ διευκρινιστεῖ ὅτι οἱ λόγοι αὐτοὶ δὲν εἶναι προϋπάρχουσες οὐσίες. Δὲν ὑπάρχει αἰωνίως μέσα στὸν Θεὸ ἕνας κόσμος κτιστῶν ὄντων ποὺ διαθέτουν ἤδη τὴ δική τους οὐσία πρὶν ἀπὸ τὴ δημιουργία τους. Τὰ κτίσματα δὲν προϋπάρχουν ὡς οὐσίες, ἀλλὰ ἔρχονται πραγματικὰ ἀπὸ τὸ μὴ εἶναι στὸ εἶναι.

Ὁ ἅγιος Μάξιμος διακρίνει σαφῶς τὴν αἰώνια ὕπαρξη τῶν λόγων στὸν Θεὸ ἀπὸ τὴ χρονικὴ ὕπαρξη τῶν κτισμάτων. Τὰ ὄντα δὲν ἔρχονται στὴν ὕπαρξη συγχρόνως μὲ τοὺς λόγους τους, ἀλλὰ καθένα ἀπὸ αὐτὰ δημιουργεῖται στὸν κατάλληλο χρόνο σύμφωνα μὲ τὸν λόγο του. Ὁ λόγος ἑπομένως δὲν μετατρέπεται σὲ οὐσία· τὸ κτιστὸ ὂν ἔρχεται στὴν ὕπαρξη σύμφωνα μὲ τὸν λόγο του[1]. Πρὶν ἀπὸ τὴ δημιουργία του τὸ κτίσμα δὲν ὑπάρχει ὡς οὐσία, ἐνῶ ὁ λόγος του βρίσκεται αἰωνίως στὸν Θεό[2].

Ὁ ἅγιος Μάξιμος χαρακτηρίζει αὐτοὺς τοὺς λόγους ὡς θεῖα θελήματα περὶ τῶν ὄντων. Ὁ Θεὸς δὲν γνωρίζει τὰ κτίσματα, ὅπως ἐμεῖς γνωρίζουμε κάτι ποὺ ἤδη ὑπάρχει ἀπέναντί μας. Ἐμεῖς συναντοῦμε μία πραγματικότητα, τὴν παρατηροῦμε καὶ ἀποκτοῦμε γνώση γι’ αὐτήν. Ὁ Θεός, ἀντιθέτως, δὲν ἀποκτᾶ γνώση ἀπὸ τὰ κτίσματα, ἀλλὰ γνωρίζει τὰ ὄντα γνωρίζοντας τὰ δικά Του θελήματα[3]. Ὁ ἅγιος Μάξιμος γράφει ὅτι ὁ Θεὸς γνωρίζει τὰ ὄντα ὄχι μέσῳ μίας νοητικῆς διαδικασίας ἀνάλογης πρὸς τὴ δική μας, ἀλλὰ ὡς δικά Του θελήματα. Ἐφόσον ὁ Θεὸς δημιουργεῖ κάθε ὂν, ἐπειδὴ τὸ θέλει, γνωρίζει τὸ ὂν γνωρίζοντας τὸ θέλημα σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο τὸ φέρνει στὴν ὕπαρξη. Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ δὲν ἀρχίζει, ὅταν ἀρχίζει νὰ ὑπάρχει τὸ κτίσμα[4].

Ἐδῶ ἀναδεικνύεται μία ἀποφασιστικὴ διάκριση. Αἰώνιος εἶναι ὁ λόγος στὸν Θεό, ἐνῶ χρονικὴ εἶναι ἡ ὕπαρξη τοῦ κτίσματος. Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἔρχεται στὴν ὕπαρξη σὲ μία συγκεκριμένη χρονικὴ στιγμὴ δὲν ὑπῆρχε προηγουμένως ὡς κτιστὴ οὐσία· ἡ ὕπαρξή του ἔχει πραγματικὴ ἀρχή. Τὸ γεγονὸς ὅμως ὅτι ἔρχεται στὴν ὕπαρξη δὲν εἰσάγει στὸν Θεὸ μία νέα γνώση, ἕνα νέο θέλημα ἢ ἕνα νέο σχέδιο. Τὸ κτίσμα εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἀρχίζει νὰ ὑπάρχει, ὄχι ὁ Θεός.

Γι’ αὐτὸ ἡ αἰωνιότητα τῶν λόγων δὲν συνεπάγεται κατὰ κανένα τρόπο τὴν αἰωνιότητα τοῦ κόσμου. Δὲν πρέπει νὰ φανταζόμαστε κτιστὰ ὄντα ποὺ ὑπάρχουν αἰωνίως μέσα στὸν Θεὸ καὶ κατόπιν μεταφέρονται στὸν κόσμο. Αἰώνιο εἶναι τὸ θεῖο θέλημα, ἐνῷ κτιστὸ εἶναι τὸ ὂν πού, στὸν χρόνο τὸν ὁποῖο ὁρίζει ὁ Θεός, λαμβάνει τὴν ὕπαρξή του σύμφωνα μὲ αὐτὸ τὸ θέλημα. Δὲν ὑπάρχει μεταβολὴ τοῦ ἀκτίστου σὲ κτιστό. Ὁ λόγος παραμένει ἄκτιστος, ἐνῶ ἡ κτιστὴ οὐσία ἀρχίζει πραγματικὰ νὰ ὑπάρχει.

  1. Ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ κίνησις πρὸς τὸ τέλος. Ἡ προαιρετικὴ κίνησις καὶ ὁ λόγος τοῦ ἀνθρώπου

Ὁ λόγος ἑνὸς ὄντος δὲν ἀφορᾶ μόνο τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὸ ἔρχεται στὴν ὕπαρξη. Ἀφορᾶ ἐπίσης αὐτὸ σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο καλεῖται νὰ ὑπάρχει καὶ τὸ τέλος πρὸς τὸ ὁποῖο καλεῖται νὰ κινηθεῖ. Ὁ ἄνθρωπος δὲν δημιουργεῖ τὸν δικό του λόγο οὔτε ἀποφασίζει μόνος του ποιὸ εἶναι τὸ ἔσχατο νόημα τῆς ὑπάρξεώς του, ἀλλὰ τὸ λαμβάνει μαζὶ μὲ τὸ εἶναι. Ἐπειδὴ ὅμως εἶναι ἐλεύθερο κτίσμα, μπορεῖ νὰ κινηθεῖ σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἢ νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ αὐτό.

Στὸ πλαίσιο αὐτὸ ὁ ἅγιος Μάξιμος ἑρμηνεύει ὁρισμένες φαινομενικὰ παράδοξες βιβλικὲς ἐκφράσεις. Στὸν Μωυσῆ ὁ Θεὸς λέγει ὅτι τὸν γνωρίζει κατὰ ἰδιαίτερο τρόπο. Γιὰ ἄλλους λέγεται «Ἔγνω Κύριος τούς ὄντας αὐτοῦ», ἐνῶ σὲ ἄλλους πάλι ὁ Χριστὸς λέγει «Οὐδέποτε ἔγνων ὑμᾶς». Αὐτὸ δὲν σημαίνει, βέβαια, ὅτι ἡ παντογνωσία τοῦ Θεοῦ αὐξάνεται ἢ μειώνεται οὔτε ὅτι ὁ Θεὸς γνωρίζει ὁρισμένα ὄντα πλήρως, ἄλλα μερικῶς καὶ ἄλλα καθόλου. Ὁ Μάξιμος ἑρμηνεύει αὐτὲς τὶς ἐκφράσεις σὲ σχέση μὲ τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο ἡ προαιρετικὴ κίνησις τοῦ καθενὸς διατίθεται ἀπέναντι στὸ θέλημα καὶ στὸν λόγο τοῦ Θεοῦ[5].

Αὐτὸ ποὺ μεταβάλλεται εἶναι ἡ διάθεση καὶ ἡ κίνηση τοῦ ἀνθρώπου, ὄχι ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ κινηθεῖ σύμφωνα μὲ τὸν λόγο, γιὰ τὸν ὁποῖο δημιουργήθηκε ἢ νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ αὐτόν. Ἡ ἐλευθερία του δὲν δημιουργεῖ τὸν λόγο του· τοῦ ἐπιτρέπει ὅμως νὰ κινηθεῖ σύμφωνα μὲ αὐτὸν ἢ ἀντίθετα πρὸς αὐτόν.

  1. Ὁ Χριστὸς καὶ ἡ ἀποκατάστασις τῆς κατὰ φύσιν κινήσεως

Τὸ τέλος τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἐπινοεῖται μέσα εἰς τό κτιστὸν

Μέσα σὲ αὐτὴ τὴν προοπτικὴ γίνεται κατανοητὴ καὶ ἡ σωτηριώδης ἐπέμβαση τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς ὡς μυστήριον δὲν φανερώνεται στὸν κόσμο, γιὰ νὰ προσθέσει στὴν ἀνθρώπινη φύση ἕνα σκοπὸ ποὺ προηγουμένως δὲν εἶχε, ἀλλὰ γιὰ νὰ ὁδηγήσει τὸν ἄνθρωπο στὴν ἐκπλήρωση τοῦ λόγου σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς τὸν θέλησε καὶ τὸν δημιούργησε.

Τὸ τέλος τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἐπινοεῖται ἑπομένως μέσα στὸ κτιστό, ἀλλὰ βρίσκεται στὸ αἰώνιο θέλημα τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι τὸ τέλος αὐτὸ προϋπάρχει ὡς κτιστὴ πραγματικότητα· σημαίνει ὅτι εἶναι αἰωνίως ἠθελημένο ἀπὸ τὸν Θεό. Ἡ πτώση δὲν ἀναγκάζει τὸν Θεὸ νὰ ἐπινοήσει ἐκ τῶν ὑστέρων ἕνα νέο προορισμὸ γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε γιὰ τὸν Θεὸ καὶ ἡ κατὰ φύσιν κίνησή του ἔχει ὡς τέλος τὸν Θεό.

Μετὰ τὴν πτώση ἀλλοιώνεται ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἀσκεῖται αὐτὴ ἡ κίνηση. Ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ κινηθεῖ γνωμικὰ στὸ παρὰ φύσιν. Ὁ Χριστὸς φανερώνεται ἀκριβῶς σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση, ὄχι ἐπειδὴ ἡ ἱστορία Τὸν παρήγαγε, ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ Λόγος  θέλησε  νὰ ἐπαναφέρει τὴν ἀνθρώπινη φύση στὸ τέλος, γιὰ τὸ ὁποῖο δημιουργήθηκε.

Ἡ Ἀνάσταση δὲν σημαίνει ἔξοδο ἀπὸ τὴν Ἐνανθρώπηση. Ὁ Λόγος δὲν ἐγκαταλείπει τὴν ἀνθρώπινη φύση ποὺ προσέλαβε, ἀλλὰ τὴν ἐλευθερώνει ἀπὸ τὴ φθορὰ καὶ τὸν θάνατο καὶ τὴ δοξάζει. Ὁ Χριστὸς προσλαμβάνει κτιστὴ φύση, γιὰ νὰ τὴν ὁδηγήσει στὴν Βασιλεία Του.

Αὐτὸ εἶναι τὸ κρίσιμο σημεῖο. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἐνσαρκώνεται πραγματικὰ καὶ γίνεται ἐν χρόνῳ, ζεῖ, πάσχει, σταυρώνεται ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου, πεθαίνει καὶ ἀνασταίνεται. Δὲν φανερώνεται ὅμως στὴν ἱστορία, ἐπειδὴ ἡ ἱστορία καθορίζει αὐτὸ ποὺ εἶναι, ἀλλὰ γιὰ νὰ τελειώσει τὴν ἱστορία πρὸς ἐκεῖνο ποὺ ἡ ἴδια δὲν μπορεῖ νὰ παράξει.

Ἂν τὸ τέλος τοῦ ἀνθρώπου βρισκόταν μέσα στὴν ἴδια τὴν ἱστορικὴ διαδικασία, τότε ἡ τελείωσή του θὰ ἔπρεπε νὰ συνίσταται στὴν ἐπίτευξη κάποιας μελλοντικῆς καταστάσεως τοῦ κόσμου: μίας τέλειας κοινωνίας, ἑνὸς τέλειου πολιτισμοῦ, ἑνὸς τέλειου κράτους ἢ τῆς ὁλοκληρώσεως μίας προοδευτικῆς ἐξελίξεως τῆς ἀνθρωπότητας. Τὸ τέλος ὅμως τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι μία κατάσταση ποὺ θὰ παραχθεῖ ἀπὸ τὴν ἱστορία. Τὸ τέλος εἶναι ὁ Θεός· ἡ κτίση δὲν παράγει τὸν Θεὸ οὔτε μπορεῖ νὰ παράξει τὴ μετοχὴ στὴν ἄκτιστη ζωή Του.

  1. Ἡ θέωσις ὡς κατάληξις

Τὸ κτιστὸν μετέχει κατὰ χάριν εἰς τὸ Ἄκτιστον

Ἐδῶ βρίσκεται ἡ κεντρικὴ σημασία τῆς θεώσεως. Ὁ ἄνθρωπος δὲν γίνεται Θεὸς κατ’ οὐσίαν καὶ δὲν παύει νὰ εἶναι κτίσμα. Καλεῖται ὅμως νὰ μετέχει κατὰ χάριν σὲ ἐκεῖνο ποὺ ἀνήκει στὸν Θεὸ κατὰ φύσιν. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τονίζει ὅτι ἡ μετοχὴ αὐτὴ δὲν πραγματοποιεῖται μέσῳ κάποιας κτιστῆς πραγματικότητας ποὺ παρεμβάλλεται μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου. Ἡ θεοποιὸς χάρη εἶναι ἄκτιστη· εἶναι θεία ἐνέργεια.

Ἡ θέωση ἑπομένως δὲν μπορεῖ νὰ ἀποτελέσει τὸ τελικὸ προϊὸν μίας διαδικασίας ποὺ ἐξελίσσεται ἀποκλειστικὰ μέσα στὸ κτιστό. Καμία συσσώρευση κτιστῶν τελειοτήτων δὲν μπορεῖ νὰ παραγάγει τὸ ἄκτιστο καὶ καμία ἱστορικὴ ἐξέλιξη δὲν μπορεῖ νὰ γεννήσει τὴ θεία χάρη. Τὸ ἄκτιστο μπορεῖ μόνο νὰ δωρηθεῖ ἀπὸ τὸν Ἄκτιστο καὶ νὰ μεθεχθεῖ ἀπὸ τὸ κτίσμα κατὰ χάριν. Ἡ θέωση δὲν εἶναι προϊόν τῆς κτίσης, ἀλλὰ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ. Τὸ κτίσμα παραμένει κτίσμα, ἀλλὰ εἰσάγεται πραγματικὰ στὴ μετοχὴ τῆς ἄκτιστης δόξας καὶ τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ.

Ἡ μετοχὴ αὐτὴ δὲν ἀρχίζει μόνο μετὰ τὸν θάνατο. Ἤδη στὴν παροῦσα ζωὴ ὁ ἄνθρωπος λαμβάνει τὸν ἀρραβώνα τῶν μελλόντων ἀγαθῶν. Ἡ πνευματικὴ ζωὴ δὲν εἶναι ἁπλῶς ἀναμονὴ κάποιου πράγματος ποὺ θὰ δοθεῖ στὸ μέλλον, ἀλλὰ ἤδη πραγματικὴ μετοχὴ στὴν ἄκτιστη χάρη. Ἐκεῖνο ποὺ τώρα μετέχεται μέσα στὶς συνθῆκες τῆς φθορᾶς, τοῦ ἀγώνα καὶ τοῦ θανάτου θὰ φανερωθεῖ στὴν πληρότητά του στὸν μέλλοντα αἰώνα.

Γιὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμά, τὸ θεῖο φῶς ποὺ θεώνει τοὺς ἁγίους εἶναι ἡ ἄκτιστη δόξα ποὺ φανερώθηκε στὸ Θαβὼρ καὶ συνδέεται μὲ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ λέμε ἁπλουστευτικὰ ὅτι «ἡ Βασιλεία εἶναι ἄκτιστη», σὰν νὰ ἔπαυε ἡ κτίση νὰ εἶναι κτιστή. Ἡ κτίση παραμένει κτιστή. Ἄκτιστη εἶναι ἡ θεία ζωή, ἡ χάρη, ἡ δόξα καὶ ἡ ἐνέργεια στὴν ὁποία ἡ κτίση καλεῖται νὰ μετέχει. Τὸ τέλος τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ἑπομένως ἡ ἀτέρμονη παράταση τῆς ἱστορίας, ἀλλὰ τὸ τέλος τῆς ἱστορίας καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς Βασιλείας.

  1. Ἡ πατερικὴ θεώρησις τῆς ἐνσαρκώσεως.

Ἡ ἀλήθεια φανεροῦται εἰς τὴν ἱστορίαν, ἀλλὰ δὲν παράγεται ἀπὸ αὐτὴν

  Τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι ἡ μελέτη τῆς ἱστορίας· ἡ ἱστορικὴ ἔρευνα εἶναι ἀπολύτως θεμιτὴ μέσα στὰ ὅριά της. Τὸ πρόβλημα ἀρχίζει ὅταν ἡ ἱστορία παύει νὰ ἀποτελεῖ ἀντικείμενο τῆς ἔρευνας καὶ μετατρέπεται σὲ ἀρχὴ μέσῳ τῆς ὁποίας ἐπιχειρεῖται νὰ ἐξηγηθεῖ ἡ ἴδια ἡ ἀλήθεια.

Στὴν πατερικὴ θεώρηση ἡ διάκριση εἶναι σαφής: ὁ Θεὸς εἶναι αἰώνιος, τὸ θέλημά Του δὲν ἀρχίζει μέσα στὸν χρόνο, οἱ λόγοι τῶν ὄντων εἶναι τὸ θεῖο θέλημα, τὰ ὄντα ἔρχονται πραγματικὰ στὴν ὕπαρξη μέσα στὸν χρόνο, ὁ ἄνθρωπος κινεῖται ἐλεύθερα μέσα στὸν χρόνο καὶ ἡ θεία οἰκονομία πραγματοποιεῖται ἀληθινὰ μέσα στὸν χρόνο, χωρὶς ὅμως ὁ Θεὸς νὰ παράγεται ἀπὸ τὸν χρόνο.

 Ὁ Λόγος γεννιέται κατὰ τὴν ἀνθρωπότητά του σὲ συγκεκριμένη στιγμὴ τοῦ ἱστορικοῦ γίγνεσθαι, δὲν γίνεται ὅμως Υἱὸς μέσα στὸν χρόνο. Ὁ Υἱὸς εἶναι αἰωνίως Υἱός. Ἡ ἀντιαρειανὴ ὁμολογία ἀποκλείει κάθε ἀρχὴ τῆς ὑπάρξεώς Του: «οὐκ ἦν ποτὲ ὅτε οὐκ ἦν», δηλαδὴ δὲν ὑπῆρξε ποτὲ χρόνος κατὰ τὸν ὁποῖο δὲν ἦταν. Ὁ Λόγος δὲν ἔρχεται ἀπὸ τὸ μὴ εἶναι στὸ εἶναι· ἡ κτίση ἔρχεται.

Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ διακρίνουμε αὐστηρὰ τὴν αἰωνιότητα τοῦ δημιουργικοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν ὕπαρξη τοῦ κτιστοῦ κόσμου. Ὁ κόσμος δὲν εἶναι αἰώνιος καὶ τὰ κτίσματα ἔχουν ἀρχή. Ἡ δημιουργία τους ὅμως δὲν εἰσάγει στὸν Θεὸ ἕνα νέο θέλημα ποὺ προηγουμένως δὲν ὑπῆρχε. Τὸ κτιστὸ ἀποτέλεσμα ἀρχίζει νὰ ὑπάρχει, ἐνῶ τὸ θεῖο θέλημα δὲν ἀρχίζει. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὴ σωτηριώδη οἰκονομία. Ἡ οἰκονομία πραγματοποιεῖται μέσα στὸν χρόνο χωρὶς νὰ εἰσάγει γίγνεσθαι στὸ θεῖο εἶναι. Ὁ Θεὸς δὲν γίνεται Σωτήρας, ἐπειδὴ τὰ ἱστορικὰ γεγονότα Τὸν ἀναγκάζουν νὰ μεταβληθεῖ, ἀλλὰ ἐνεργεῖ ἐλεύθερα μέσα στὸν χρόνο σύμφωνα μὲ τὸ αἰώνιο θέλημά Του.

  1. Τὸ δόγμα καὶ ἡ ἱστορία

Ἡ διατύπωσις ἐξελίσσεται, ὄχι ἡ Ἀλήθεια

Ἡ ἴδια διάκριση ἰσχύει καὶ γιὰ τὴ δογματικὴ ἔκφραση τῆς ἀλήθειας τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ δογματικὲς διατυπώσεις ἐμφανίζονται μέσα στὴν ἱστορία. Ἀνακύπτουν αἱρέσεις, γεννιοῦνται θεολογικὲς ἔριδες καὶ καθίσταται ἀναγκαῖο νὰ ἀποσαφηνιστοῦν ὅροι, νὰ διακριθοῦν ἔννοιες καὶ νὰ διατυπωθεῖ μὲ μεγαλύτερη ἀκρίβεια ἡ πίστη. Τὸ γεγονὸς ὅμως ὅτι μία δογματικὴ διατύπωση ἐμφανίζεται σὲ συγκεκριμένη ἱστορικὴ στιγμὴ δὲν σημαίνει ὅτι τότε γεννιέται καὶ ἡ Ἀλήθεια ποὺ αὐτὴ ἐκφράζει.

Ἡ Νίκαια χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρο ὁμοούσιος γιὰ νὰ ἀποκρούσει τὴν ἀρειανὴ διδασκαλία περὶ τοῦ Υἱοῦ. Ὁ ὅρος ἀποκτᾶ συγκεκριμένη δογματικὴ λειτουργία τὸν τέταρτο αἰώνα, ὁ Υἱὸς ὅμως δὲν γίνεται ὁμοούσιος μὲ τὸν Πατέρα τὸν τέταρτο αἰώνα, ἀλλὰ εἶναι αἰωνίως ὁμοούσιος. Ἡ διατύπωση γίνεται ἀκριβέστερη· ἀλλὰ ἡ Ἀλήθεια παραμένει πάντοτε ἡ ἴδια[6].

Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὴ Χαλκηδόνα. Ἡ Σύνοδος δὲν παράγει μία νέα πραγματικότητα στὸν Χριστὸ οὔτε Τὸν καθιστᾶ περισσότερο Θεὸ ἢ περισσότερο ἄνθρωπο ἀπὸ ὅ,τι ἦταν ὅταν Τὸν κήρυτταν οἱ Ἀπόστολοι. Διατυπώνει μὲ ἀκρίβεια ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ διαφυλαχθεῖ ἀπέναντι στὶς ἐσφαλμένες ἑρμηνεῖες. Γι’ αὐτὸ καὶ διακηρύσσει «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσι»: ἀκολουθώντας τοὺς ἁγίους πατέρες, ὄχι ὑπερβαίνοντάς τους οὔτε δημιουργώντας μία νέα ἀλήθεια. Ἡ ἐμβάθυνση ἀφορᾶ τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖ, ἐκφράζει καὶ ὑπερασπίζεται τὴν Ἀλήθεια· δὲν σημαίνει ἐξέλιξη τῆς ἴδιας τῆς Ἀλήθειας[7].

  1. Ἡ Βασιλεία ὡς τέλος καὶ ὄχι ὡς προϊόν τῆς ἱστορίας

Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ τέλος τῆς ἱστορίας

Ἀπὸ ἐδῶ γίνεται κατανοητὸ καὶ τὸ χριστιανικὸ νόημα τῆς ὁλοκληρώσεως. Ἡ ἱστορία κινεῖται μέσα στὸ πρὶν καὶ στὸ μετά. Τὰ γεγονότα ἔχουν συνέπειες καὶ κατόπιν γίνονται παρελθόν. Οἱ ἄνθρωποι γεννιοῦνται καὶ πεθαίνουν, τὰ βασίλεια ἐμφανίζονται καὶ καταρρέουν, οἱ πολιτισμοὶ γεννιοῦνται, μεταβάλλονται καὶ ἐξαφανίζονται. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ἁπλῶς ὁ τελευταῖος κρίκος αὐτῆς τῆς ἁλυσίδας. Δὲν εἶναι τὸ τελικὸ στάδιο, στὸ ὁποῖο θὰ φθάσει ἡ ἱστορία ὕστερα ἀπὸ ἀρκετὲς μεταβολὲς οὔτε ἡ τελειότητα ποὺ παράγει τὸ ἱστορικὸ γίγνεσθαι.

Ὁ Χριστὸς φανερώνεται ἐν χρόνῳ, γιὰ νὰ ὁδηγήσει τὴν κτίση πρὸς ἐκεῖνο ποὺ ὁ χρόνος δὲν μπορεῖ νὰ παράξει. Ὁ ἄνθρωπος δημιουργεῖται μέσα στὸν χρόνο καὶ κινεῖται ἐλεύθερα μέσα σὲ αὐτόν. Ἡ προαιρετικὴ κίνησίς του μπορεῖ νὰ διατεθεῖ σύμφωνα ἢ ἀντίθετα πρὸς τὸν λόγο σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς τὸν θέλησε. Ὁ λόγος ὅμως τοῦ ἀνθρώπου δὲν παράγεται ἀπὸ τὴν ἱστορία του, ἀλλὰ βρίσκεται στὸ αἰώνιο θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τὸ τέλος τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι νὰ γίνει τὸ τελειότερο ἀποτέλεσμα τῆς ἱστορικῆς ἐξελίξεως, ἀλλὰ νὰ φθάσει, διὰ τοῦ Χριστοῦ, στὴ μετοχὴ τῆς ἄκτιστης ζωῆς τοῦ Θεοῦ κατὰ χάριν.

Τὸ ἱστορικὸ γίγνεσθαι ἔχει αἴτια καὶ ἀποτελέσματα καὶ μπορεῖ νὰ ἐρευνηθεῖ. Ἡ θεία οἰκονομία πραγματοποιεῖται ἀληθινὰ μέσα στὴν ἱστορία, ἀλλὰ δὲν προέρχεται ἀπὸ αὐτήν. Ἡ ἀρχὴ της βρίσκεται στὸ αἰώνιο θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ τέλος της εἶναι ἡ θέωση τῆς κτίσεως. Ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι τὸ τελικὸ προϊόν τῆς ἱστορίας, ἀλλὰ ὁ αἰώνιος Λόγος ποὺ τελειώνει τὸν χρόνο εἰσάγοντας τὴν ἀνθρώπινη φύση στὴν αἰωνιότητα.

  1. Συμπέρασμα

Ὁ τελευταῖος λόγος διά τὸν ἄνθρωπον

  Ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα δὲν ἀφορᾶ μόνο τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο κατανοοῦμε τὴν ἱστορία. Ἀφορᾶ τελικὰ τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο κατανοοῦμε τὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο. Ἂν εἴμαστε ἁπλῶς προϊόν τοῦ χρόνου, τῶν περιστάσεων, τῶν ἀποφάσεων, τῶν πληγῶν καὶ τῶν γεγονότων ποὺ προηγήθηκαν, τότε καὶ ὁ προορισμὸς μας παραμένει κλεισμένος μέσα στὴν ἱστορία. Ἂν ὅμως ὁ λόγος τοῦ καθενὸς βρίσκεται αἰωνίως στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τότε καμία στιγμὴ τῆς ζωῆς μας δὲν ἐξαντλεῖ αὐτὸ ποὺ εἴμαστε. Καμία πτώση δὲν ἔχει τὸν τελευταῖο λόγο γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ κανένα σφάλμα, καμία ὀδύνη καὶ καμία ἧττα δὲν μποροῦν νὰ ἀκυρώσουν ἐκεῖνο γιὰ τὸ ὁποῖο ὁ Θεὸς τὸν θέλησε.

Ἡ ὕπαρξή μας ἀρχίζει μέσα στὸν χρόνο, τὸ νόημά της ὅμως δὲν γεννιέται ἀπὸ τὸν χρόνο. Πρὶν ἀκόμη ἔλθουμε στὴν ὕπαρξη, ὁ Θεὸς γνώριζε τὸν λόγο, σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο θὰ μᾶς δημιουργοῦσε· ὄχι ἐπειδὴ προϋπήρχαμε ὡς οὐσίες, ἀλλὰ ἐπειδὴ προϋπῆρχε αἰωνίως σὲ Ἐκεῖνον τὸ θέλημά Του γιά μᾶς. Ὑπὸ αὐτὴ τὴν ἔννοια, ὁλόκληρη ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου γίνεται μία κίνηση ἐπιστροφῆς, ὄχι πρὸς κάτι ποὺ ὁ ἴδιος ἐπινοεῖ, ἀλλὰ πρὸς ἐκεῖνο γιὰ τὸ ὁποῖο κλήθηκε στὸ εἶναι.

Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ὁ Υἱὸς ἐνσαρκώνεται ἐν χρόνῳ. Δὲν φανερώνεται, γιὰ νὰ μᾶς προσφέρει ἁπλῶς ἕνα καλύτερο μέλλον μέσα στὸν χρόνο, οὔτε γιὰ νὰ ὁδηγήσει τὴν ἀνθρωπότητα σὲ ἕνα τέλειο πολιτισμό, οὔτε γιὰ νὰ γίνει τὸ τελικὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀνθρώπινης προόδου. Ἐνσαρκώνεται ἐν χρόνῳ, γιὰ νὰ ἀναζητήσει τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν λόγο του καὶ νὰ τὸν ἐπαναφέρει πρὸς τὸν Πατέρα. Προσλαμβάνει αὐτὸ ποὺ εἴμαστε, ὥστε νὰ μπορέσουμε νὰ λάβουμε κατὰ χάριν ἐκεῖνο ποὺ ποτὲ δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ ἀποκτήσουμε μὲ τὶς δικές μας δυνάμεις. Μετέχει θανάτου, ὥστε ὁ θάνατος νὰ μὴ ἀποτελεῖ πλέον τὸ ἔσχατο ὅριο τῆς ὑπάρξεώς μας.

Ἐκεῖ ὁ ἄνθρωπος δὲν θὰ χάσει τὴ φύση του οὔτε θὰ παύσει νὰ εἶναι κτίσμα. Θὰ ζήσει ὅμως στὴν πληρότητά του ἐκεῖνο γιὰ τὸ ὁποῖο δημιουργήθηκε: τὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεό, μέσα στὸ φῶς Του καὶ στὴν ἄκτιστη χάρη Του. Ἐκεῖνο ποὺ στὴν παροῦσα ζωὴ λαμβάνουμε ὡς ἀρραβώνα, ὡς πρόγευση καὶ ἀπαρχὴ τῶν μελλόντων ἀγαθῶν, τότε θὰ τὸ μετέχουμε στὴν πληρότητά του. Γι’ αὐτὸ ὁ χριστιανὸς σώζεται ἐν Χριστῷ. Καὶ ὁ Χριστὸς δὲν ἔρχεται, γιὰ νὰ μᾶς παραδώσει σὲ κάποιο μέλλον τῆς ἱστορίας, ἀλλὰ γιὰ νὰ ὁδηγήσει τὸ θνητὸ στὴ ζωή, τὸ φθαρτὸ στὴν ἀφθαρσία καὶ τὸ κτιστὸ στὴ μετοχὴ τοῦ Ἀκτίστου.

Τὸ ἱστορικὸ γίγνεσθαι, ὁ χρόνος καὶ ὅλα ὅσα ἀνήκουν στὴν κτιστὴ ὕπαρξη δὲν ἀποτελοῦν τὸ ἔσχατο τέλος τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ τελείωσή του βρίσκονται στὸν Θεό, ὅπως διδάσκει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής:

«Ὁ Θεὸς εἶναι ἡ ἀρχή, τὸ μέσον καὶ τὸ τέλος ὅλων τῶν ὄντων, ἐπειδὴ Ἐκεῖνος ἐνεργεῖ, χωρὶς ὁ Ἴδιος νὰ ὑφίσταται πάθος. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ ὅλα τὰ ἄλλα ὀνόματα ποὺ Τοῦ ἀποδίδουμε. Εἶναι ἡ ἀρχή, ὡς Δημιουργός· τὸ μέσον, ὡς Προνοητής· καὶ τὸ τέλος, ὡς Ἐκεῖνος ποὺ περικλείει τὰ πάντα. Διότι, ὅπως λέγει ἡ Γραφή, ὅλα προέρχονται ἀπὸ Αὐτόν, ὑπάρχουν δι’ Αὐτοῦ καὶ καταλήγουν σὲ Αὐτόν»[8].

Σημειώσεις:

[1] Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν πρὸς Ἰωάννην, ζ΄, PG 91, 1081A:«Κἂν εἰ αὐτὰ τὰ πάντα, τά τε ὄντα καὶ τὰ ἐσόμενα, οὐχ ἅμα τοῖς ἑαυτῶν λόγοις, ἢ τῷ γνωσθῆναι ὑπὸ Θεοῦ, εἰς τὸ εἶναι παρήχθησαν, ἀλλ’ ἕκαστα τῷ ἐπιτηδείῳ καιρῷ κατὰ τὴν τοῦ Δημιουργοῦ σοφίαν πρεπόντως κατὰ τοὺς ἑαυτῶν λόγους δημιουργούμενα καὶ καθ’ ἑαυτὰ εἶναι τῇ ἐνεργείᾳ λαμβάνῃ». «Καὶ μολονότι ὅλα τὰ ὄντα, τόσο ἐκεῖνα ποὺ ὑπάρχουν ὅσο καὶ ἐκεῖνα ποὺ πρόκειται νὰ ὑπάρξουν, δὲν ἦλθαν στὴν ὕπαρξη ταυτόχρονα μὲ τοὺς δικούς τους λόγους ἢ μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι ἦταν γνωστὰ στὸν Θεό, ἀλλὰ τὸ καθένα δημιουργεῖται στὸν κατάλληλο χρόνο, σύμφωνα μὲ τὴ σοφία τοῦ Δημιουργοῦ καὶ κατὰ τὸν δικό του λόγο, λαμβάνοντας τότε πραγματικὴ καὶ ἐνεργὸ ὕπαρξη καθ’ ἑαυτό». [2]«Τούτους δὲ οὓς ἔφην τοὺς λόγους ὁ μὲν Ἀρεοπαγίτης ἅγιος Διονύσιος προορισμοὺς καὶ θεῖα θελήματα καλεῖσθαι ὑπὸ τῆς Γραφῆς ἡμᾶς ἐκδιδάσκει».«Αὐτοὺς τοὺς λόγους, γιὰ τοὺς ὁποίους μίλησα, ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης μᾶς διδάσκει ὅτι ἡ Ἁγία Γραφὴ τοὺς ὀνομάζει προορισμοὺς καὶ θεῖα θελήματα».Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν πρὸς Ἰωάννην, ζ΄, PG 91, 1085A. [3] «Ἀλλ’ ὡς ἴδια θελήματα γινώσκειν αὐτὸν τὰ ὄντα φαμέν». Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν πρὸς Ἰωάννην, ζ΄, PG 91, 1085B. [4]. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν πρὸς Ἰωάννην, ζ΄, PG 91, 1085A-C. [5] Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Ἀμφίβολα, PG 91, 1085A–C.[6]Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, Νίκαια (325), Σύμβολον τῆς Πίστεως: «ὁμοούσιον τῷ Πατρί».[7]Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, Χαλκηδών (451), Ὅρος πίστεως: «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις πατράσιν».[8] Ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, Περὶ θεολογίας καὶ τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, Ἑκατοντὰς Α΄, κεφ. 10 (PG 90, 1085D–1088A).

  Next Article

Ἡ πανδημία, ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἡγεσία καὶ ἡ “προσωπικὴ ἐλευθερία”