Ἡ πανδημία, ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἡγεσία καὶ ἡ “προσωπικὴ ἐλευθερία”

Share:

   Ἕνα βίντεο ἀπὸ τὸ 2021, στὸ ὁποῖο ὁ σημερινὸς πάπας Λέων ΙΔ΄, τότε ἐπίσκοπος Ρόμπερτ Πρέβοστ, προέτρεπε τοὺς πιστοὺς νὰ ἐμβολιαστοῦν κατὰ τῆς COVID-19, ἐπαναφέρει στὸ προσκήνιο ἕνα οὐσιαστικὸ θεολογικὸ ἐρώτημα. «Σηκῶστε τὰ μανίκια σας καὶ ἐμβολιαστεῖτε ὅλοι, γιατὶ εἶναι πραγματικὰ μία μεγάλη προσφορά», ἔλεγε, ἐπικαλούμενος τὸν πάπα Φραγκίσκο, ὁ ὁποῖος εἶχε χαρακτηρίσει τὸν ἐμβολιασμὸ «πράξη ἀγάπης».

Ἀνάλογη στάση τήρησε καὶ ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, ὁ ὁποῖος ὑποστήριξε τὸν ἐμβολιασμὸ καί μάλιστα σὲ δημόσιες τοποθετήσεις του ἄσκησε, κριτικὴ σὲ ὅσους ἀρνοῦνταν τὴ σοβαρότητα τῆς πανδημίας, χρησιμοποιώντας καὶ τὴ χαρακτηριστικὴ ἔκφραση «νέκρωση τῆς ἀγάπης».

Τὸ πρόβλημα βρίσκεται στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο μία συγκεκριμένη ἰατρικὴ ἐπιλογὴ συνδέθηκε μὲ μία θεμελιώδη χριστιανικὴ ἀρετή, τὴν ἀγάπη, καὶ στὸ ἐὰν αὐτὴ ἡ σύνδεση ἄφηνε ἐπαρκῆ χῶρο γιὰ τὴν προσωπικὴ κρίση καὶ τὴν ἐλευθερία τῆς συνείδησης.

 Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς ἀνακύπτει τὸ ἐρώτημα: ποῦ πῆγε τότε ἡ περίφημη «ὀντολογία τοῦ προσώπου»;

 Δὲν ἦταν ἄραγε ἡ ἐλευθερία, ἡ ἀνεπανάληπτη ἑτερότητα καὶ ἡ μοναδικότητα τοῦ προσώπου ἀπὸ τοὺς βασικοὺς ἄξονες αὐτῆς τῆς θεολογικῆς προσέγγισης; Δὲν ὑποστηρίχθηκε ὅτι τὸ πρόσωπο δὲν μπορεῖ νὰ ἀναχθεῖ σὲ ἕνα ἀπρόσωπο στοιχεῖο τοῦ συνόλου, ἀλλὰ ὅτι ἡ ἐλευθερία του συν­ιστᾷ θεμελιώδη διάσταση τῆς ὕπαρξής του; Τί ἀπέγιναν, λοιπόν, αὐτὲς οἱ διακηρύξεις, ὅταν ἡ πανδημία δημιούργησε συνθῆκες ἰσχυρῆς κοινωνικῆς πίεσης καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἡγεσία ἔσπευσε νὰ ταχθεῖ ὑπὲρ συγκεκριμένων ὑγειονομικῶν πολιτικῶν;

 Μήπως ἡ «ὀντολογία τοῦ προσώπου» ἀποδείχθηκε λιγότερο ριζοσπαστικὴ στὴν πράξη ἀπὸ ὅσο παρουσιαζόταν στὴ θεωρία; Μήπως ἡ ἐλευθερία τοῦ προσώπου ἐξυμνεῖται, ὅταν ἀποτελεῖ θεωρητικὸ θέμα, ἀλλὰ ὑποχωρεῖ ὅταν ἡ ἐξουσία, ἡ κοινωνικὴ πίεση ἢ ἡ ἐπίκληση τοῦ συλλογικοῦ ἀγαθοῦ ἀπαιτοῦν ὁμοιόμορφη συμπεριφορά;

 Ἡ ἀντίφαση γίνεται ἀκόμη πιὸ ἔντονη, ὅταν ἡ ἐλευθερία συνδέεται μὲ τὴν ἠθικὴ ἀξιολόγηση τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν ὁ ἐμβολιασμὸς χαρακτηρίζεται «πράξη ἀγάπης», τί ὑπονοεῖται γιὰ ἐκεῖνον ποὺ δὲν ἐμβολιάζεται; Ὅτι ἐνεργεῖ ἀναγκαστικὰ ἀπὸ ἔλλειψη ἀγάπης; Καὶ ἂν αὐτὸ δὲν διατυπώνεται ρητῶς, δὲν δημιουργεῖται, τουλάχιστον, ἕνα πλαίσιο ἠθικῆς πίεσης, μέσα στὸ ὁποῖο μία ἰατρικὴ ἐπιλογὴ μετατρέπεται σὲ κριτήριο κοινωνικῆς καὶ πνευματικῆς ἀποδοχῆς;

Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον δὲν μπορεῖ νὰ ταυτίζεται αὐτομάτως μὲ μία συγκεκριμένη ἰατρικὴ πράξη. Ἡ προστασία τῆς δημόσιας ὑγείας εἶναι σοβαρὸ ἀγαθό, καὶ ἡ ἰατρικὴ ἐπιστήμη δικαιοῦται νὰ διατυπώνει συστάσεις βάσει τῶν διαθέσιμων δεδομένων. Ὅμως, ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἡγεσία ὀφείλει νὰ διακρίνει τὴν ἐπιστημονικὴ σύσταση ἀπὸ τὴ θεολογικὴ ἀρχή, καὶ τὴν ποιμαντικὴ προτροπὴ ἀπὸ τὴν ἠθικὴ καταδίκη.

Ἐδῶ βρίσκεται καὶ τὸ πρόβλημα μὲ τὴ στάση τοῦ Βαρθολομαίου. Ὅταν ἡ ἄρνηση ἢ ἡ ἀμφισβήτηση τῶν μέτρων συνδέεται μὲ τὴ «νέκρωση τῆς ἀγάπης», ἡ συζήτηση μεταφέρεται ἀπὸ τὸ ἐπίπεδο τῆς ἐπιστημονικῆς τεκμηρίωσης στὸ ἐπίπεδο τῆς πνευματικῆς ἀξιολόγησης. Ἀσφαλῶς, ἡ ἐσκεμμένη ἀδιαφορία γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ ἄλλου μπορεῖ νὰ ἀποτελεῖ ἠθικὸ πρόβλημα. Ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ θεωρεῖται δεδομένο ὅτι κάθε ἐπιφύλαξη, κάθε διαφωνία ἢ κάθε διαφορετικὴ κρίση ἀπέναντι σὲ μία ὑγειονομικὴ πολιτικὴ συνιστᾷ ἔλλειψη ἀγάπης.

 Ἡ ἐλευθερία τῆς συνείδησης δὲν ἀπαλλάσσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν εὐθύνη τῶν πράξεών του. Ἀλλὰ οὔτε ἡ κοινωνικὴ εὐθύνη καταργεῖ τὴν ἐλευθερία τῆς συν­είδησης. Ἐὰν ἡ «ὀντολογία τοῦ προσώπου» θέλει νὰ διατηρεῖ κάποια θεολογικὴ συνέπεια, ὀφείλει νὰ ἀντιμετωπίζει αὐτὴ τὴν ἔνταση, ἀντὶ νὰ τὴν παρακάμπτει μὲ γενικὲς ἐπικλήσεις τῆς ἀγάπης καὶ τῆς κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης.

Ν.Ρ.

Previous Article

Ὁ Θεός, ὁ χρόνος καὶ ἡ θεία οἰκονομία

Next Article

Ἐπιστροφή εἰς τούς Ἱερούς Κανόνας!