ΜΕΡΟΣ ΙΕ΄
Κωσταντῖνος Γρηγοριάδης
Ὁ γυμνασιάρχης Κωνσταντῖνος Γρηγοριάδης, στὸ βιβλίο του «Χριστιανικὴ Ἠθικὴ» [1], εἶχε συνδέσει τὴν διάπραξη τῆς αὐτοκτονίας ἀφ’ ἑνὸς μὲ τὸν ἀνάποδο κόσμο, ἀφ’ ἑτέρου μὲ τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν Θεό:
«Ὅταν […] τὰ πράγματα ἔλθουν ἀνάποδα στὴν ζωὴ ἑνὸς ὑπερήφανου καὶ ἐγωιστὴ ἀνθρώπου, τότε κυριαρχεῖται ἀπὸ τὴν ἀπελπισία. Δὲν βλέπει πουθενὰ διέξοδο. Τὴ διαπίστωση ὅμως τὴν κάνει μὲ βάση τὰ δικά του κριτήρια καὶ σχέδια. Δὲν μπορεῖ νὰ ἐλπίση σωστά, γιατί εἶναι κλειστὸς στὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἐμπιστοσύνη. Τὸ ἀποκορύφωμα τοῦ ἐγωισμοῦ βρίσκεται στὴν ἀπόφασή του νὰ γλυτώση ἀπὸ τὶς ἀντιξοότητες καὶ τὶς ἀποτυχίες καταλύοντας τὴ ζωή του. Ἡ ἀπόγνωση ποὺ τὸν ὁδηγεῖ στὴν αὐτοκτονία εἶναι μία ἐσφαλμένη ἐλπίδα, ὅτι δηλαδὴ ἴσως ἀλλάξη ἡ ζωή του, ἂν τὴν αὐτοκαταλύση καὶ τὴν αὐτοκαταστρέψη. Ἡ “ἀπουσία” τοῦ Θεοῦ σκοτεινιάζει τὴ ζωὴ τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος δὲν γνωρίζει πρὸς τὰ ποῦ νὰ πορευθῆ. Ἔχει διαπιστώσει μέσα του ἕνα ἀνυπέρβλητο κενό. Δὲν θέλει ὅμως νὰ τὸ γεμίση μὲ τὴν βοήθεια τῆς πίστεως στὸν Θεό. Ἂν ἀποκτήση συναίσθηση τῆς ὀλιγοπιστίας του, μπορεῖ νὰ ξεπεράση καὶ τὶς πιὸ δύσκολες καταστάσεις. Γιατί θὰ καλεῖ τὸν Θεὸ κοντά του».
Σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴν ἠθικὴ ἀξιολόγηση τῆς αὐτοκτονίας, ὁ Γρηγοριάδης γράφει τὰ ἑξῆς: [2] «Ἡ αὐτοκτονία εἶναι ἡ πιὸ φοβερὴ πράξη τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τοῦ Θεοῦ. Ὅλα τὰ “δεινὰ” ποὺ δοκιμάζει ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς στὴ ζωή του δὲν εἶναι ἱκανὰ νὰ δαμάσουν τὸν ἐγωισμὸ καὶ τὴν αὐτοαποθέωσή του. Ἡ τραγικότητα τοῦ αὐτοκτονοῦντος βρίσκεται στὴν προσπάθειά του νὰ ὑπερπηδήση τὰ ἀδιέξοδα ποὺ ὁ ἴδιος δημιουργεῖ στὴ ζωή του. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἀπελπισία του εἶναι χαρακτηριστική. Ἐκπηγάζει ἀπὸ τὴ δαιμονικὴ βεβαιότητα γιὰ τὴν ἀποκλειστικὴ ἀξία τοῦ ἑαυτοῦ του. Χρησιμοποιεῖ κάθε πράξη ποὺ θὰ τὸν βοηθήση νὰ παραμερίση τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἀναποδογυρίση τὴν καθορισμένη τάξη τῆς δημιουργίας».
Σημειωτέον ὅτι τὸ ἀνωτέρω βιβλίο τοῦ Γρηγοριάδη διδασκόταν στὴν Στ΄ Γυμνασίου τὸ 1975. Δυστυχῶς, στὴν τρίτη δεκαετία τοῦ 21ου (ἀπατ)αἰώνα, ὅπου κυριαρχεῖ ἡ «μοντέρνα» ἰδέα τοῦ οὐδετερόθρησκου κράτους καὶ ἔχει ἐνταθεῖ ὁ πόλεμος κατὰ τοῦ Χριστοῦ, τέτοια βιβλία θεωροῦνται ὄχι ἁπλῶς παρωχημένα, ἀλλὰ ἀποδοκιμαστέα ὡς προϊὸν θρησκοληψίας.
ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ
Γιὰ «πόλεμο κατὰ τοῦ Χριστοῦ» ἔκανε λόγο ἤδη ὁ Λεωνίδας Κ. Διαμαντόπουλος στὸ βιβλίο του «Ἰησοῦς ὁ Χριστὸς ὡς ἱστορικὴ προσωπικότης»: [3] «στὴν ἐποχή μας ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι μόνον “σημεῖον ἀντιλεγόμενον” (Λουκ. β΄ 34)» ἀλλὰ καὶ «σημεῖον πολεμούμενον μὲ μανίαν καὶ μὲ διάθεσιν ἀφανισμοῦ ἀπὸ πολλούς. […] Εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν τῶν ἐχθρῶν τοῦ Χριστοῦ ὑπάγονται καὶ ὅλαι αἱ χυδαῖαι ἐκδόσεις βιβλίων καὶ περιοδικῶν ποὺ κυκλοφοροῦν, καθὼς καὶ φωτογραφίαι, διαφημίσεις, καὶ αἱ ὁποῖαι σκοπὸν ἔχουν νὰ ὁδηγήσουν εἰς τὴν ἠθικὴν διαφθορὰν τὴν νεότητα καὶ νὰ σβήσουν ἔτσι ἀπὸ τὴν ψυχὴν της ὅ,τι εὐγενές, ἀνώτερον καὶ χριστιανικὸν ὑπάρχει εἰς αὐτήν. […] Ὑφίσταται σήμερον […] μία συνωμοσία τῶν σκοτεινῶν καὶ καταχθονίων δυνάμεων εἰς παγκόσμιον κλίμακα, ἡ ὁποία ἀποσκοπεῖ εἰς τὴν ἀποκτήνωσιν τῶν λαῶν καὶ ἰδίᾳ τῆς νεότητος, διὰ τῆς ὠργανωμένης, τῆς συστηματικῆς χρησιμοποιήσεως ὅλων τῶν μέσων τῆς τεχνοκρατούμενης ἐποχῆς μας καὶ ἰδίᾳ τῶν μαζικῶν μέσων δημοσιότητος (θέατρον, κινηματογράφος, τηλεόρασις, λογοτεχνία καὶ ἀπεριγράπτου ρυπαρότητος καὶ αἰσχρότητος βιβλία καὶ περιοδικὰ)» [4].
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΤΣΑΤΣΟΣ
Ὡστόσο, ἀπὸ τὸ πρῶτο Σύνταγμα τῆς Ἐπιδαύρου (1822) μέχρι τὸ Σύνταγμα ποὺ ἰσχύει σήμερα ἀναγράφεται σταθερὰ σὲ αὐτὸ ἕνα προοίμιο ποὺ ἀποτελεῖ ἀνεξίτηλη συνταγματικὴ σφραγίδα καὶ πυξίδα γιὰ τὴν ὀρθὴ ἑρμηνεία κάθε ἀτομικοῦ δικαιώματος: «Εἰς τὸ Ὄνομα τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου καὶ Ἀδιαιρέτου Τριάδος» (βλ. καὶ τὸν θρησκευτικὸ βουλευτικὸ ὅρκο τοῦ ἄρθρου 59)· παράλληλα, στὸ ἄρθρο 3 ὁρίζεται ὅτι: «Ἐπικρατοῦσα θρησκεία στὴν Ἑλλάδα εἶναι ἡ θρησκεία τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ».
Ἤδη ὁ καθηγητὴς Συνταγματικοῦ Δικαίου Θεμιστοκλῆς Τσάτσος στὶς «Μελέτες Συνταγματικοῦ Δικαίου» ποὺ εἶχε δημοσιεύσει τὸ 1958 [5], ἀσχολούμενος μὲ τὸν ἰσχυρισμὸ κάποιων ὅτι «ἡ χρησιμοποίησις τοιαύτης ἐπικλήσεως εἰς κείμενον πολιτεύματος ἀποτελεῖ ἀπαράδεκτον ἀναχρονισμόν», κατέγραφε τὴν ἀντίθεσή του, ἐπιχειρηματολογώντας ὡς ἑξῆς:
Ἡ διατήρηση τοῦ προοιμίου ἀποτελεῖ «ἀπόδειξιν ὅτι ὁ Λαὸς οὗτος ἔχει βαθεῖαν τὴν συνείδησιν τῆς ἱστορικῆς ἑνότητος τοῦ ἠθικοῦ του κόσμου. Ἡ ἐπίκλησις αὕτη τῆς Ἁγίας Τριάδος ἐν ἀρχῇ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν ἀποτελεῖ τὴν συνέχειαν μίας ἐκδηλώσεως γενομένης ὅταν ἠγωνίζεται τὸ Ἔθνος ἡμῶν τὸν ὑπὲρ πάντων ἀγῶνα κατὰ τοῦ ὀθωμανικοῦ ζυγοῦ, ἀντλοῦν πολλάκις ὑστάτην ἐλπίδα καὶ προσδοκίαν ἀπὸ τὴν πεποίθησιν αὐτοῦ ἐπὶ τὴν θείαν συμπαράστασιν. Καὶ προσέτι ἀποτελεῖ τὴν καὶ αὖθις διακήρυξιν τῆς πίστεως τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ὅτι ἐκπηγάζουν αἱ ἠθικαὶ του ἐπιδιώξεις καὶ δικαιολογοῦνται ἀπὸ τὴν χριστιανικὴν διδασκαλίαν, εἰς τὴν διαμόρφωσιν τῆς ὁποίας τόσα συνεισέφερεν ὁ ἑλληνισμὸς» [6].
Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν Ἰ. Ν. Θεοδωρακόπουλο [7], ἡ ἐπίκληση τῆς Ἁγίας Τριάδος στὸ Προοίμιο τοῦ Συντάγματος «δὲν ἔχει νόημα μόνο θρησκευτικό. Ὄχι. Εἶναι σύμβολο ἐθνικό. Τὸ ἔβαλαν οἱ ἀγωνισταὶ τοῦ 1821».
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΜΑΡΙΝΟΣ
Ἐπίσης, ὁ ἀείμνηστος Πάρεδρος τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας Ἀναστάσιος Μαρίνος στὴν διδακτορική του διατριβὴ «Ἡ θρησκευτικὴ ἐλευθερία» [8] σημειώνει: «Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἐγαλουχήθη μὲ τὰς διδασκαλίας τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καὶ συνεδέθη τόσον πολὺ μετ’ αὐτῆς, ἰδίᾳ κατὰ τὴν περίοδον τῆς μακρᾶς δουλείας, ὥστε αἱ λέξεις ἑλληνισμὸς καὶ ὀρθοδοξία πολλάκις νὰ ταυτίζωνται. […] ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης ἀνεγνώρισεν εἰς τὸ ὀρθόδοξον χριστιανικὸν δόγμα μίαν ἐπισημότητα, τοῦ ἐπεφύλαξε ἐξέχουσαν θέσιν ἔναντι τῶν λοιπῶν ἐν τῷ Κράτει θρησκειῶν, τὸ κατέστησε προνομιακῶς πρῶτον μεταξὺ τῶν κατ’ ἀρχὴν ἴσων θρησκειῶν».
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΣ
Ἀπὸ τὴν πρόσφατη βιβλιογραφία τοῦ 21ου αἰώνα ξεχωρίζει ἡ τοποθέτηση τοῦ πρώην Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου Βασιλείου Νικόπουλου, ὁ ὁποῖος στὸ προαναφερθὲν βιβλίο του «Ἀγαπημένο μου… Σύνταγμα ἢ ἀντιΣυνταγματικοὶ παραΛογισμοί. Ἡ ἀλήθεια γιὰ τὴν σημερινὴ ἀντισυνταγματικὴ κατάσταση τῆς Ἑλλάδας» [9] τάσσεται ἀναφανδὸν ὑπὲρ τοῦ χριστιανικοῦ χαρακτήρα τοῦ ἑλληνικοῦ Συντάγματος, γράφοντας τὰ ἑξῆς:
«Στὸ Ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδας εἶναι ψηφισμένο τὸ ἑλληνικὸ Σύνταγμα! Ἑπομένως, κατὰ νομικὴ ἀναγκαιότητα, ἡ ὁποία συνεπικουρεῖται καὶ ἀπὸ τὴν λογική της συνέπεια, δὲν μπορεῖ παρὰ καὶ ὁ χαρακτήρας του ὅλος νὰ εἶναι χριστιανικός! Διότι θὰ συνιστοῦσε τὴν παραδοξότερη νομικὴ ἀντινομία ὑπὸ τὴν μορφὴ καὶ τῆς κραυγαλέας λογικῆς πλέον ἀντίφασης, τὸ μὲν προοίμιο τοῦ Συντάγματος νὰ εἶναι ἀκραιφνῶς χριστιανικό, ὁ χαρακτήρας του ὅμως νὰ εἶναι οὐδέτερος ἢ ἀντιχριστιανικός. Συνιστᾶ λοιπὸν ἀναγκαία νομικὴ συνέπεια ὁ χριστιανικὸς χαρακτήρας τοῦ Συντάγματος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἀναφορά του στὸ ὑπερκείμενο προοίμιο αὐτοῦ».
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΖΑΡΟΣ
Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἀπόστολος Τζαρός, στὸ ἄρθρο του μὲ τίτλο «Ἡ νομικὴ σημασία τῆς ἐπίκλησης τῆς Ἁγίας Τριάδος ὡς προοίμιο τοῦ Συντάγματος» [10], τονίζει ὅτι τὸ Προοίμιο ἀποτελεῖ ἑρμηνευτικὴ ἀρχὴ κανονιστικῆς ἰσχύος καὶ θεϊκῆς ἐπικλήσεως, μὴ ἀνήκουσα στὶς ἀναθεωρητέες διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἀφοῦ πρόκειται ἀκριβῶς γιὰ ἀρχὴ καὶ ὄχι γιὰ διάταξη. Μὲ ἀφορμὴ τὴν ἀντίστοιχη ἐπίκληση ποὺ εἶχαν τὰ ἐπαναστατικὰ συντάγματα, ὁ συγγραφέας συμπληρώνει ὅτι: «ἡ ἀνατολικὴ ὀρθόδοξη τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησία εἶναι ἕνα προσυνταγματικὸ στοιχεῖο ποὺ ἀπετέλεσε τὴν οὐσιαστικὴ συνιστῶσα τοῦ πρωτοεμφανιζόμενου ἑλληνικοῦ κράτους. Τὸ νὰ ἀρνούμαστε αὐτὴ τὴν συνιστῶσα εἶναι σὰν νὰ ἀρνούμαστε τὸ ἑλληνικὸ κράτος, καθὼς τότε θὰ κάναμε λόγο γιὰ ἕνα διαφορετικὸ κράτος».
Ἡ θρησκευτικὴ ἐπίκληση τῶν ἑλληνικῶν Συνταγμάτων στὴν Ἁγία Τριάδα ἐξηγεῖται, σύμφωνα μὲ τὸν ἴδιο, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ «προσδιοριστικοῦ χαρακτήρα ποὺ εἶχε ἡ ὀρθόδοξη ἐκκλησία γιὰ τὴν δημιουργία λαοῦ μὲ τὴν πολιτικὴ ἔννοια, ἀποδεικνύοντας ὅτι ἡ ἐκκλησία ἐπηρεάζει τὴν πολιτικὴ καὶ τὰ στοιχεῖα της ἀποτελοῦν προϋπόθεση γιὰ τὸν ὁρισμὸ τοῦ πολίτη», ἐνῶ «ἡ θρησκεία ἀποτελεῖ ἑνοποιητικὸ στοιχεῖο τοῦ κράτους πάνω στὸ ὁποῖο μπορεῖ νὰ στηριχθεῖ ἡ ἐθνικὴ ταυτότητα» [11].
ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΜΠΑΚΑΤΣΟΥΛΑΣ
Τὴν «ἔλλειψη ἑδραίας θρησκευτικῆς πίστεως» ὡς ἐξήγηση γιὰ τὴν αὔξηση τῶν αὐτοκτονιῶν ἀνέφερε καὶ ὁ Μπακατσούλας στὴν προμνημονευθεῖσα ὀγκώδη μονογραφία του γιὰ «τὰ αἴτια τῆς αὐτοκτονίας» [12]. Ὁ ἴδιος συγγραφέας, ἐπικαλούμενος τὸν Ντυρκέμ, σημείωνε ὅτι «ὅπου ἡ ἐκπαίδευσις διεισδύει εἰς εὐρύτερα λαϊκὰ στρώματα, ἐκεῖ αὐξάνονται καὶ οἱ αὐτοκτονοῦντες, καθ’ ὅ μέτρον ἀμβλύνεται ἀντιστοίχως ἡ θρησκευτικὴ πίστις τῶν μαζῶν καὶ κλονοῦνται αἱ ἐθιμικαὶ αὐτῶν πεποιθήσεις» [13].
(Συνεχίζεται…)
Σημειώσεις:
[1] ΟΕΔΒ, Ἀθῆναι 1975, σελ. 172 ἑπ. [2] Γρηγοριάδης, ὅ.π., σελ. 173. [3] Ἔκδ. Ἀδελφότητος Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 1978, σελ. 5 ἑπ., 9, 10. [4] Σὲ «ὁλοκληρωτικὸ πόλεμο κατὰ τοῦ Χριστοῦ» μέσῳ τῆς Τέχνης εἶχε ἀναφερθεῖ καὶ ὁ Πίτερ Λαλόντε (Peter Lalonde) στὸ βιβλίο του «Ἕνας κόσμος κάτω ἀπὸ τὸν Ἀντίχριστο» (μτφ.: Χαρίκλεια Ἀρβανιτίδου, ἔκδ. Στερέωμα, Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 162). [5] Ἔκδ. Νικ. Α. Σάκκουλα, σελ. 85 ἑπ., 90. [6] Βλ. καὶ Ν. Σταυριανίδη, Θρησκευτικὴ ἐλευθερία, 1996, σελ. 23 ἑπ.· Ἀν. Μαρίνο, Οἱ διακριτοὶ ρόλοι Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας, Ἐπιθ. Δημ. & Διοικ. Δικ 52/2008, σελ. 561 ἑπ., 565· Πουλῆ, Τὰ δύο ὁριακὰ θέματα ἐκκλησιαστικοῦ δικαίου. Ἡ ἔννοια τοῦ ὅρου “ἐπικρατοῦσα θρησκεία” καὶ ἡ ἰσχὺς τῶν κανόνων τῆς Ἐκκλησίας, Σύναξη, Ἀπρ.-Ἰουν. 2009, σελ. 79 ἑπ. [7] Βλ. Γ.Α. Τσούτσου, Τὸ Εὐρωπαϊκὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Ἰωάννης Θεοδωρακόπουλος στὸ βιβλίο του «Θέσεις καὶ Ἀντιθέσεις στὴν ἑλληνικὴ ἐξωτερικὴ πολιτική», ἔκδ. Μπαρτζιλιάνος, σελ. 79, κατὰ παραπομπὴ Ἀν. Μαρίνου, Οἱ διακριτοὶ ρόλοι Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας, Ἐπιθ. Δημ. & Διοικ. Δικ 52/2008, σελ. 565. [8] Ἀθῆναι, 1972, σελ. 97/88. [9] Νικόπουλος, ὅ.π., σελ. 48. [10] Ἐπιστημονικὴ Ἐπετηρίδα Ἀρμενόπουλου 2017-2018, σελ. 47 ἑπ. [11] Τζαρός, ὅ.π., σελ. 48. [12] Μπακατσούλας, ὅ.π., σελ. 140. [13] Μπακατσούλας, ὅ.π., σελ. 141.
Κωνσταντῖνος Βαθιώτης
Καθηγητής Νομικῆς
Ἡ ἄθεος ἐπιδημία τῆς εὐθανασίας – ΙΔ΄




