Τοῦ κ. Δημητρίου Λογοθέτη, θεολόγου
Στὴν ἱστορία τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἡ σχέση μεταξὺ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος καὶ τῆς κοσμικῆς ἀρχῆς δὲν ὑπῆρξε ποτὲ μία ἁπλὴ διαδικαστικὴ διευθέτηση. Ἦταν, στὴν καλύτερη τῶν περιπτώσεων, μία προσπάθεια «συναλληλίας» καί, στὴν χειρότερη, μία ἐπώδυνη τριβὴ καισαροπαπισμοῦ. Ὡστόσο, αὐτὸ ποὺ ἐκτυλίσσεται τὶς τελευταῖες ἡμέρες γύρω ἀπὸ τὴν Ἱερά, Αὐτόνομο καὶ Βασιλικὴ Μονὴ τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης τοῦ Θεοβαδίστου Ὄρους Σινᾶ ξεπερνᾷ ἀκόμη καὶ τὰ πιὸ μελανὰ ἱστορικὰ προηγούμενα κρατικῆς αὐθαιρεσίας.
Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς δὲν παρακολουθεῖ ἁπλῶς μία νομικὴ διένεξη ἢ μία περίπλοκη διακρατικὴ διαπραγμάτευση γιὰ τὰ ἀκίνητα τῆς Μονῆς. Παρακολουθοῦμε μία πρωτοφανῆ, ἀπροκάλυπτη καὶ θεολογικὰ ἀπαράδεκτη παρέμβαση τῆς ἑλληνικῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας —προεξαρχόντων τοῦ Πρωθυπουργοῦ Κυριάκου Μητσοτάκη καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν Γιώργου Γεραπετρίτη— στὰ ἐσώτερα ἑνὸς προαιωνίου μοναστικοῦ καθιδρύματος. Μία παρέμβαση ποὺ δὲν λειτούργησε ὡς ἀσπίδα προστασίας τῆς ὀρθόδοξης κληρονομιᾶς, ἀλλὰ ὡς ἐργαλεῖο ἀφορήτου ἐξαναγκασμοῦ καὶ πίεσης πρὸς τὴν Σιναϊτικὴ Ἀδελφότητα.
Ὑπὸ τὸ πρόσχημα μιᾶς «ἱστορικῆς συμφωνίας», ἡ Ἀθήνα φαίνεται ὅτι ἔχει θέσει σὲ συνεχῆ ἐκβιασμὸ ἕνα ἀπὸ τὰ παλαιότερα καὶ συνεχῆ προπύργια τῆς Ὀρθοδοξίας νὰ ἀποδεχθεῖ τὴν ἀποψίλωση τῆς ἐμπράγματης ἰδιοκτησίας του καὶ νὰ ὑποκύψει σὲ ἕνα ἀλλοτριωτικὸ συμβιβασμό. Ἡ ἀποδοχὴ τῆς ἀπώλειας τῶν περιουσιακῶν δικαιωμάτων τῆς Μονῆς ἐκτὸς τῶν τειχῶν της, μὲ ἀντάλλαγμα μιὰ προσωρινή, τριακονταετῆ χρησιδανειακὴ χρήση καὶ τὴν ὑπαγωγή της στὴν ἀπόλυτη κρατικὴ κυριαρχία τοῦ Καΐρου, δὲν ἀποτελεῖ «διπλωματικὴ ἐπιτυχία». Ἀποτελεῖ πνευματικὸ ἀκρωτηριασμὸ καὶ συνάμα γεωπολιτικὴ αὐτοχειρία.
Γιὰ τὴν ὀρθόδοξη θεολογία, ἡ μοναστικὴ πολιτεία δὲν εἶναι ἕνα ἄθροισμα περιουσιακῶν στοιχείων, οὔτε ἕνα μουσειακὸ κατάλοιπο βυζαντινῆς γραφικότητας ποὺ ὑπόκειται στοὺς κανόνες τῆς τουριστικῆς ἢ διπλωματικῆς ἀξιοποίησης. Τὸ μοναστήρι εἶναι ἐσχατολογικὴ εἰκόνα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ὁ τόπος ὅπου ὁ ἄνθρωπος καὶ ἡ κτίση ἀπαλλάσσονται ἀπὸ τὴν φθορὰ καὶ τὴν ἰδιοτέλεια μέσῳ τῆς ἀφιέρωσης.
Ὅταν ἕνας πιστός, ἕνας αὐτοκράτορας ἢ ἕνας ἁπλὸς ἀναχωρητὴς ἀφιέρωνε γῆ, κτήματα ἢ μετόχια στὴ Μονὴ τοῦ Σινᾶ ἀπὸ τὸν 6ο αἰῶνα μέχρι σήμερα, ἡ πράξη αὐτὴ δὲν ἦταν ἐμπορική. Ἦταν πράξη ἀναγωγῆς τοῦ κτιστοῦ στὸν Ἄκτιστο Θεό: τὰ ἀφιερώματα καθίσταντο ἱερά, ἀπαλλοτριωμένα ἀπὸ κάθε κοσμικὴ σκοπιμότητα, προορισμένα ἀποκλειστικὰ γιὰ τὴν διατροφὴ τῶν ἀσκητῶν, τὴν φιλοξενία τῶν προσκυνητῶν καὶ τὴν διακονία τῶν ἐνδεῶν.
Ἡ παρέμβαση τῆς ἑλληνικῆς κυβέρνησης, ἡ ὁποία ἄσκησε ἀσφυκτικὸ ἐκβιασμὸ στοὺς Σιναΐτες πατέρες, γιὰ νὰ «κλείσει τὸ μέτωπο» μὲ τὴν Αἴγυπτο, συνιστᾷ κατάφωρη παραβίαση τοῦ ἱεροκανονικοῦ πλαισίου. Ἡ πολιτικὴ ἐξουσία ἐνήργησε ὡς ἐντολοδόχος ἐκκοσμίκευσης. Ὅταν ὁ πολιτικὸς ἡγέτης καὶ ὁ διπλωμάτης ὑπαγορεύουν στὸ μοναχικὸ σῶμα τὴν ἐκχώρηση τῶν ἀφιερωμάτων τοῦ Θεοῦ, τότε ἡ κοσμικὴ ἐξουσία ὑπερβαίνει τὰ ὅριά της καὶ διαπράττει ὕβριν.
Ἡ ἀρχὴ τῆς διακρίσεως τῶν ρόλων («τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ») καταλύθηκε ὄχι ἀπὸ κάποιο ὁλοκληρωτικὸ καθεστὼς τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν σύγχρονη φιλελεύθερη καὶ δημοκρατικὴ ἑλληνικὴ πολιτεία. Ἀντὶ τὸ ἑλληνικὸ κράτος νὰ σταθεῖ ὡς ὁ φυσικός, διπλωματικὸς καὶ νομικὸς συμπαραστάτης τῶν μοναχῶν ἀπέναντι στὶς ἀξιώσεις τῶν αἰγυπτιακῶν δικαστηρίων, μετατράπηκε στὸν πλέον ἀμείλικτο διαμεσολαβητὴ τῆς ὑποταγῆς τους. Ἡ βία ποὺ ἀσκήθηκε στὴν ἐσωτερικὴ αὐτοτέλεια καὶ τὴν ἐλεύθερη βούληση τῆς Ἀδελφότητας ἀποτελεῖ βαρύτατο πνευματικὸ καὶ ἐθνικὸ σκάνδαλο.
Στὴν διεθνῆ διπλωματία, ἡ ἔννοια τῆς «ἤπιας ἰσχύος» (soft power) ἀποτελεῖ θεμέλιο λίθο γιὰ τὴν στρατηγικὴ παρουσία τῶν κρατῶν. Γιὰ τὴν Ἑλλάδα, ἡ ἤπια ἰσχὺς δὲν συνίσταται σὲ πολυεθνικοὺς ὁμίλους ἢ τεράστια ἀποθέματα πρώτων ὑλῶν. Συνίσταται στὴν οἰκουμενικότητα τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας.
Τὰ τέσσερα πρεσβυγενῆ Πατριαρχεῖα τῆς Ἀνατολῆς (Κωνσταντινουπόλεως, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Ἱεροσολύμων) καὶ ἡ αὐτόνομη Μονὴ Σινᾶ δὲν εἶναι ἁπλῶς ἐκκλησιαστικὲς ὀντότητες· εἶναι οἱ ἱστορικοὶ φάροι ποὺ συνδέουν τὸν ἑλληνικὸ κόσμο μὲ τὴν Ἐγγὺς καὶ Μέση Ἀνατολή, καθὼς καὶ μὲ τὴν Βόρεια Ἀφρική, ἐδῶ καὶ δύο χιλιετίες. Ἀκόμη καὶ στὶς πιὸ σκοτεινὲς περιόδους τῶν Χαλιφάτων, τῶν Μαμελούκων καὶ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, οἱ Σιναΐτες πατέρες κατάφεραν, μὲ αὐτοθυσία, διπλωματικὴ δεξιοτεχνία καὶ τὴν προστασία τοῦ περίφημου Ἀχτιναμὲ (τοῦ Συμφώνου τοῦ Μωάμεθ), νὰ διατηρήσουν ἀνέπαφο τὸ καθεστὼς τῆς Μονῆς καὶ τὴν περιουσία της.
Σήμερα, ἐν ἔτει 2026, ἔρχεται ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνηση νὰ διαχειριστεῖ αὐτὴν τὴν δυσθεώρητη κληρονομιὰ μὲ ὅρους γραφειοκρατικῆς τακτοποίησης.
- Ἐγκατάλειψη ἱστορικῶν δικαιωμάτων: Μὲ τὴν ἀποδοχὴ τῆς ἀπώλειας τῆς κυριότητας τῶν ἀκινήτων καὶ τῶν ἱστορικῶν μετοχίων ἐκτὸς τῆς κεντρικῆς Μονῆς, ἡ Ἑλλάδα ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν Μονὴ τὴν οἰκονομικὴ καὶ λειτουργική της αὐτοτέλεια. Ἕνα μοναστήρι χωρὶς τὰ μέσα ἐπιβίωσής του μετατρέπεται σταδιακὰ σὲ ἕνα ἐξαρτημένο θύλακα, ἕρμαιο τῶν διαθέσεων τῆς ἑκάστοτε αἰγυπτιακῆς διοίκησης.
- Ὑποβάθμιση τοῦ status: Ἡ πανηγυρικὴ δήλωση τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν περὶ «ἱστορικῆς διασφάλισης» δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκρύψει τὴν οὐσία: ἡ Μονὴ ἀπὸ αὐτόνομη, ἀναγνωρισμένη ἱστορικὴ ὀντότητα μὲ ἀπαραβίαστο καθεστώς, ἀκόμα καὶ ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, ὑποβιβάζεται σὲ ἁπλὸ χρήστη τῶν ἴδιων της τῶν κτημάτων, δίχως νὰ ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ ἀρνηθεῖ.
- Αὐτοαφοπλισμὸς τοῦ Ἑλληνισμοῦ: Ποιὸ μήνυμα στέλνει ἡ Ἀθήνα στὴν Μέση Ἀνατολή; Ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς εἶναι διατεθειμένος νὰ ἐγκαταλείψει τὶς ἱστορικές του ἑστίες καὶ τὰ ἱερά του καθιδρύματα, ὅταν τὰ λεφτὰ εἶναι ἀρκετά. Ἡ ἀπεμπόληση αὐτῆς τῆς ἐπιρροῆς δὲν συνιστᾷ ἁπλῶς ἔλλειψη ὁράματος, ἀλλὰ ἑκούσια παραίτηση ἀπὸ τὸ γεωπολιτικὸ ἀποτύπωμα τῆς χώρας στὴν περιοχή.
Ἡ κυβερνητικὴ ῥητορικὴ ἐπιχειρεῖ νὰ δικαιολογήσει τὴν στάση της στὸ Σινᾶ ἐπικαλούμενη τὶς «στρατηγικὲς σχέσεις» μὲ τὴν Αἴγυπτο τοῦ Προέδρου Ἀλ Σίσι καὶ τὴν ἀνάγκη διατήρησης τῆς ἠρεμίας στὴν νοτιοανατολικὴ Μεσόγειο. Πρόκειται γιὰ ἕνα κοντόφθαλμο, ἀφελῆ καὶ ἐπικίνδυνο πολιτικὸ συλλογισμό.
Ἡ διεθνὴς πολιτικὴ κυριαρχεῖται ἀπὸ τὸν ὠμὸ ῥεαλισμὸ τῶν συμφερόντων. Ἡ ὑποχωρητικότητα δὲν γεννᾷ συμμαχίες· γεννᾷ περαιτέρω ἀπαιτήσεις. Τὴν ὥρα ποὺ ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνηση πίεζε ἀφόρητα τὸ Σινᾶ, γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει τὶς αἰγυπτιακὲς διεκδικήσεις, ἡ γεωπολιτικὴ σκακιέρα στὴν περιοχὴ ἀπεδείκνυε τὸ εὔθραυστο καὶ ἐπισφαλὲς τῶν ἑλληνικῶν σχεδιασμῶν, ἂν ὑπάρχουν ἑλληνικοὶ σχεδιασμοί.
Ἡ Τουρκία συνεχίζει νὰ προωθεῖ μὲ συνέπεια καὶ ἐπιμονὴ τὸ παράνομο δόγμα τῆς «Γαλάζιας Πατρίδος», ἀξιοποιώντας στὸ ἔπακρο τὸ τουρκολιβυκὸ μνημόνιο. Παράλληλα, ἡ Ἄγκυρα προσεγγίζει διαρκῶς τὸ Κάιρο, προσφέροντας στὴν Αἴγυπτο διευρυμένες θαλάσσιες ζῶνες εἰς βάρος τῶν ἑλληνικῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων (νοτίως τῆς Κρήτης καὶ τῆς Κάσου).
Ἐὰν ἡ Ἀθήνα ὑπέκυψε στὸ ζήτημα τῆς Μονῆς Σινᾶ μὲ τὴν ψευδαίσθηση ὅτι ἔτσι «ἐξαγοράζει» τὴν αἰγυπτιακὴ στήριξη ἀπέναντι στὴν Ἄγκυρα ἢ ὅτι ἀποτρέπει τὴν ὁριστικὴ ἀναγνώριση τοῦ τουρκολιβυκοῦ μνημονίου ἀπὸ τὸ Κάιρο, τότε ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῆς χώρας ἔχει ἀπολέσει κάθε ἐπαφὴ μὲ τὴν πραγματικότητα. Τὰ κράτη δὲν ἐγκαταλείπουν τὰ στρατηγικά τους συμφέροντα ἐπειδὴ τοὺς χαρίστηκαν μοναστηριακὰ κτήματα. Ἀντιθέτως, ἐκλαμβάνουν τὴν ὑποχώρηση ὡς ἔνδειξη δομικῆς ἀδυναμίας. Χωρὶς πραγματικὴ παρουσία ἡ Ἑλλάδα στὸν χῶρο τῆς Αἰγύπτου, ποιὰ ἀπαίτηση μπορεῖ νὰ ἔχει καὶ σὲ ποιὸ τραπέζι συζητήσεων δύναται νὰ σταθεῖ;
Ἀντὶ ἡ Ἑλλάδα νὰ ἀξιοποιήσει τὴν Μονὴ Σινᾶ ὡς ἀναπόσπαστο στοιχεῖο ἑνὸς πολυδιάστατου ἑλληνοαιγυπτιακοῦ διαλόγου, ὅπου ἡ προστασία τῆς Μονῆς θὰ ἀποτελοῦσε ἀδιαπραγμάτευτη κόκκινη γραμμή, ἐπέλεξε τὸν δρόμο τῆς συνθηκολόγησης. Ἀπεμπόλησε ἕνα ἰσχυρὸ διαπραγματευτικὸ χαρτὶ χωρὶς κανένα οὐσιαστικό, δεσμευτικὸ ἀντάλλαγμα.
Ἡ στάση τῆς πολιτικῆς ἡγεσίας στὸ ζήτημα τοῦ Σινᾶ ἀναδεικνύει μία βαθύτερη θεσμικὴ καὶ ἠθικὴ ἐκτροπή. Ὁ Πρωθυπουργὸς Κυριάκος Μητσοτάκης καὶ ὁ Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν Γιῶργος Γεραπετρίτης ἐπέδειξαν μία συμπεριφορὰ ποὺ προσιδιάζει περισσότερο σὲ τεχνοκρατικὸ ἀπολυταρχισμὸ παρὰ σὲ δημοκρατικὴ διακυβέρνηση μὲ σεβασμὸ στοὺς θεσμούς.
Ἀντὶ νὰ ἐνημερωθεῖ ἐγκαίρως τὸ Ἐθνικὸ Κοινοβούλιο, ἀντὶ νὰ ὑπάρξει οὐσιαστικὸς διάλογος μὲ τὴν θεολογικὴ κοινότητα καὶ τὶς ἄλλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, οἱ χειρισμοὶ ἔγιναν πίσω ἀπὸ κλειστὲς πόρτες. Χρησιμοποιήθηκαν μέθοδοι διπλωματικοῦ στραγγαλισμοῦ:
- Ἀσκήθηκε καὶ ἀσκεῖται πίεση στὸν νέο Ἀρχιεπίσκοπο Σινᾶ καὶ τὴν Ἀδελφότητα, ἐκμεταλλευόμενοι τὴν εὐαλωτότητά τους ἀπέναντι στὴν δικαστικὴ πίεση τοῦ Ἐφετείου τῆς Ἰσμαηλίας.
- Ἐπιστρατεύτηκαν ἐκκλησιαστικὲς ἡγεσίες, γιὰ νὰ προσφέρουν «χεῖρα βοηθείας» στὴν κυβερνητικὴ γραμμή, ἐξαναγκάζοντας τοὺς μοναχοὺς νὰ ὑπογράψουν μία συμφωνία ποὺ οἱ ἴδιοι ἐπὶ δεκαετίες ἀπέφευγαν ὡς καταστροφική.
- Ἡ κυβέρνηση παρουσίασε τὸν ἑαυτό της ὡς «σωτῆρα», ἐνῷ στὴν πραγματικότητα λειτούργησε ὡς ὁ ἐπισπεύδων τῆς ἐκποίησης.
Αὐτὴ ἡ πρωτοφανὴς ἀνάμειξη τῆς μίας ἐξουσίας στὴν ἄλλη —τῆς κοσμικῆς κυβέρνησης στὰ ἐσωτερικὰ καὶ περιουσιακὰ ζητήματα μιᾶς αὐτόνομης μοναστικῆς ἀδελφότητος— καταδεικνύει μιὰ κυνικὴ ἀντίληψη γιὰ τὴν Ἐκκλησία: τὴν θεωρεῖ ἁπλὸ ὑποχείριο τῶν ἑκάστοτε μικροπολιτικῶν καὶ διπλωματικῶν τακτικισμῶν.
Ἡ Μονὴ τοῦ Σινᾶ δὲν ἀνήκει οὔτε στὸν κ. Μητσοτάκη, οὔτε στὸν κ. Γεραπετρίτη, οὔτε κἄν ἀποκλειστικὰ στὴν σημερινὴ γενιὰ τῶν μοναχῶν. Ἀνήκει στὴν καθόλου Ὀρθοδοξία, στὸν ἀνὰ τοὺς αἰῶνες Ἑλληνισμὸ καί, πρωτίστως, στὸν ἴδιο τὸν Θεὸ στὸν Ὁποῖον ἀφιερώθηκε.
Ἡ ἀποδοχὴ μιᾶς συμφωνίας ποὺ στερεῖ ἀπὸ τὴν Μονὴ τὰ ἱστορικά της κτήματα καὶ τὴν καθιστᾷ ἐνοικιαστὴ στὸν ἴδιο της τὸν τόπο εἶναι μία πράξη βαριᾶς ἱστορικῆς εὐθύνης. Ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνηση, ἀντὶ νὰ ὀρθώσει τὸ ἀνάστημά της ὑπερασπιζόμενη τὸ διεθνὲς δίκαιο, τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα καὶ τὴν ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς λατρείας καὶ περιουσίας, ἐπέλεξε τὸν δρόμο τοῦ ἐνδοτισμοῦ.
Σὲ μία ἐποχὴ ποὺ ἡ νοτιοανατολικὴ Μεσόγειος φλέγεται καὶ οἱ ἀνακατατάξεις ἀνατρέπουν σύνορα καὶ ἰσορροπίες, ἡ ἐκποίηση τοῦ Σινᾶ θὰ μείνει στὴν ἱστορία ὡς ἕνα μνημεῖο πολιτικῆς κοντοφθαλμίας. Ἡ Ἁγία Βάτος καίγεται καὶ πάλι —αὐτὴν τὴν φορά, ὅμως, ὄχι ἀπὸ τὸ ἄκτιστο πῦρ τῆς Θείας Παρουσίας, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν φωτιὰ ἑνὸς ἄθλιου πολιτικοῦ συμβιβασμοῦ.




