Τοῦ κ. Β. Χαραλάμπους, θεολόγου
Εἶναι ἀλήθεια ὅτι κάθε φορά ποὺ Πάπας ἐπισκέπτεται μία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, γίνεται ἀφορμὴ σκανδαλισμοῦ τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὶς προεξάρχουσες ἀντιφάσεις νὰ προκαλοῦν σύγχυση καὶ προβληματισμό.
Δὲν εἶναι λίγοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι σχηματίζουν τὴν ἐντύπωση ὅτι ὁ Παπισμὸς εἶναι κανονικὴ Ἐκκλησία, παρὰ τὰ πολλὰ καὶ ἀναπάντητα ἐρωτηματικά. Ἐπιπρόσθετα μὲ αὐτό, ἐμποδίζονται ρωμαιοκαθολικοὶ συνάνθρωποί μας νὰ ἐπιστρέψουν στὴν Μία Ἁγία Ἐκκλησία, μὲ τέτοιες διατυπώσεις.
Κατὰ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα Βενέδικτου ΙΣΤ΄ τὸ ἔτος 2010, ὁ Παπισμὸς προβλήθηκε ὡς κανονικὴ ἀδελφὴ Ἐκκλησία, μὲ ὅ,τι αὐτὸ συνεπάγεται. Σὲ ἄρθρο, τὸ ὁποῖο δημοσιεύτηκε στὶς 2 Ἰουνίου 2010 στὴν Καθημερινὴ Κύπρου (Kathimerini.com.cy), τὸ ὁποῖο τιτλοφορεῖτο «Ὑψίστης σημασίας ἡ ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα στὴν Κύπρο, λέει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος», ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἐπίσκεψης τοῦ Πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ΄, ὁ τότε Ἀρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β΄ σὲ ἀποκλειστικὴ συνέντευξή του στὸ ΑΠΕ-ΜΠΕ, μεταξὺ ἄλλων ἀνέφερε τὰ ἑξῆς : «Ὁ Πάπας εἶναι προκαθήμενος Ἐκκλησίας καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι προσωπική μου ἄποψη, ἀλλὰ θέση τοῦ συνόλου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ Ὀρθοδοξία δέχεται ὅτι ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία εἶναι ἀδελφὴ καὶ κάνει μαζί της θεολογικὸ διάλογο, στὸν ὁποῖο μετέχουμε καὶ ἐμεῖς, μὲ στόχο νὰ φτάσουμε στὴν ἑνότητα τῆς πρώτης μετὰ Χριστὸν Ἐκκλησίας».
Παρενθετικὰ νὰ σημειωθεῖ ὅτι, ἀντίθεση γιὰ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα Βενέδικτου ΙΣΤ΄ στὴν Κύπρο, πρόβαλαν οἱ Μητροπολίτες Λεμεσοῦ Ἀθανάσιος καὶ ὁ τότε Κυρηνείας Παῦλος. Ἡ ἐντύπωση ἡ ὁποία δόθηκε στὸν πιστὸ Ὀρθόδοξο λαὸ τῆς Κύπρου ἀπὸ τὴ διακήρυξη περὶ κανονικῆς ‘’ἀδελφῆς Ἐκκλησίας’’, προκάλεσε σύγχυση καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ ὁμολογιακὴ στάση τῶν δύο ἐν λόγῳ Ἱεραρχῶν, ἀνέπαυσε ἀρκετοὺς πιστούς.
Εἶναι ὅμως ἀλήθεια ὅτι ‘’ἡ Ὀρθοδοξία δέχεται ὅτι ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία εἶναι ἀδελφή’’, ὅπως χαρακτηριστικὰ τόνισε ὁ μ. Ἀρχιεπίσκοπος; Ἂν προστρέξει κανεὶς στὴ διακηρυχθεῖσα αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας κατὰ τὴν Σύνοδο τῆς Κρήτης, θὰ διαπιστώσει ὅτι κάτι τέτοιο δὲν ἀληθεύει.
Τὸ πρῶτο, τὸ ὁποῖο εἶχε τονιστεῖ κατὰ τὴ Σύνοδο τῆς Κρήτης στὴν πρώτη παράγραφο τοῦ κειμένου «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον», παρὰ τὶς στρεβλώσεις περὶ ἑτεροδόξων ἐκκλησιῶν καὶ τὶς λεγόμενες ἐκκλησιολογικὲς προϋποθέσεις τῆς Δήλωσης τοῦ Τορόντο, ἦταν τὸ ἑξῆς σαφέστατο : ‘’Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, οὖσα ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία…’’. Αὐτὸς ὁ τονισμὸς οὐδεμίαν ἀμφιβολία ἀφήνει, γιὰ παράλληλη ἐκκλησιαστικὴ δομὴ ἐντός τῆς Μίας, Ἁγίας Ἐκκλησίας.
Ὡς ἐκ τούτου ἡ παρατήρηση τοῦ μ. Ἀρχιεπισκόπου ὅτι, ‘’ἡ Ὀρθοδοξία δέχεται ὅτι ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία εἶναι ἀδελφή’’, δὲν εἶναι ἀληθής. Παρόμοια ἄποψη διατύπωσαν πρόσφατα καὶ θεολόγοι στὴν Κύπρο, μὲ βάση ‘’βεβαία’’ πιθανολογία ὅτι ὁ Πάπας θὰ ἐπισκεπτόταν τὴν Κύπρο κατὰ τὴν ἔλευση τῆς κάρας τοῦ Ἀποστόλου Παύλου.
Μποροῦμε ἐπακόλουθα νὰ ὁμιλοῦμε γιὰ κανονικὴ ‘’ἀδελφὴ Ἐκκλησία’’ γιὰ τὸν Παπισμό; Μποροῦμε νὰ ὁμιλοῦμε γιὰ ‘’παράλληλη συνιερουργία’’, ἐντός τῆς Μίας, Ἁγίας Ἐκκλησίας; Γιὰ ποιὰ συνιερουργία μὲ τὸν Πάπα καὶ τοὺς παπικοὺς μποροῦμε νὰ ὁμιλοῦμε; Μποροῦμε νὰ ὁμιλοῦμε γιὰ συνιερουργία μὲ τοὺς Παπικοὺς καὶ παρεπόμενα νὰ ἀποκαλοῦμε τὸν Παπισμὸ ‘’ἀδελφὴ Ἐκκλησία’’;
Πολλοὶ παπικοὶ ἔτυχε νὰ παρακολουθήσουν Ὀρθόδοξη Θεία Λειτουργία. Ἡ παρακολούθηση ὅμως δὲν συνεπάγεται συμμετοχὴ στὰ τελούμενα ἀπὸ τὴ Μία Ἁγία Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. Ἐφόσον δὲν μποροῦμε νὰ ὁμιλοῦμε γιὰ συνιερουργία μὲ τοὺς Παπικούς, πρὸς τί οἱ ἀναφορὲς περὶ ‘’ἀδελφῆς Ἐκκλησίας’’;
Δὲν ὑπάρχουν δύο παράλληλες συλλειτουργίες ἐντός τῆς Μίας, Ἁγίας Ἐκκλησίας. Ὅπως Μία Ἐκκλησία ὑπάρχει, ἡ ὁποία ἔχει κεφαλὴ τὸν Χριστό, ἔτσι καὶ μία συλλειτουργία ὑπάρχει. Δὲν ὑπάρχουν δύο συλλειτουργίες παράλληλες, χωρὶς καμιά, μὰ καμιὰ συνεργία μεταξύ τους. Μία τέτοια ἄποψη ἀναπόφευκτα ὁδηγεῖ σὲ θεολογικὸ ἀδιέξοδο.
Στὴ συλλειτουργία τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ‘’προσφέρων καὶ προσφερόμενος’’. Ἀποτελεῖ κακόδοξη στρέβλωση ἡ ἄποψη, ἡ ὁποία θέλει τὸν ‘’προσφέροντα καὶ προσφερόμενο Χριστὸ’’ σὲ δύο παράλληλες ἐκκλησιαστικὲς δομές.
Εἶναι ἀπαράδεκτη μία τέτοια ἄποψη καὶ ὁδηγεῖ παρεπόμενα σὲ θεολογικὸ ἀδιέξοδο. Στὴ ‘’θεολογικὴ μαρτυρία τῆς λατρείας’’, κατὰ τὴν προσφιλῆ ἔκφραση τοῦ π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ, δὲν χωρᾶ τέτοια ἀπαράδεκτη στρέβλωση.
Ὑπάρχουν κατὰ τὴν ἄποψη περὶ ‘’δύο ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν’’, δύο παράλληλες ἐκκλησιαστικὲς ἱεραρχίες, μὲ διαφορὲς στὴ δο-γματικὴ διδασκαλία, οἱ ὁποῖες καμιὰ συνεργία ἢ συλλειτουργία δὲν ἔχουν μεταξύ τους; Ὅταν ὁμιλοῦμε γιὰ εὐχαριστιακὴ ἑνότητα κλήρου καὶ λαοῦ στὴν Ἐκκλησία, ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ ὁμιλοῦμε γιὰ δύο παράλληλες ἐκκλησιαστικὲς δομές.
Ἐφόσον πιστεύουμε ὅτι ὁ τελεσιουργὸς τῶν μυστηρίων εἶναι ὁ Χριστός, παρεπόμενα ὅταν ὁμιλοῦμε γιὰ συλλειτουργία τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, δὲν ἀφήνονται περιθώρια γιὰ τὴν ἀδιέξοδη ἀπὸ θεολογικὴ ἄποψη ‘’θεωρία’’ περὶ δύο ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες καμιὰ συλλειτουργία δὲν ἔχουν μεταξύ τους.




