Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Διονυσίου Τάτση
Στὴν ἐποχή μας δὲν εἶναι λίγοι ἐκεῖνοι ποὺ καταφέρονται ἐναντίον τῶν κληρικῶν, πώς τάχα θέλουν νὰ ἐπηρεάσουν τοὺς ἀνθρώπους μὲ διάφορους ἐκβιασμούς, προκειμένου νὰ τοὺς προσελκύσουν στὴν Ἐκκλησία. Πρόκειται γιὰ ἄδικη κατηγορία, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ποτὲ δὲν χρησιμοποίησε βία, γιὰ νὰ τὸν ἀκολουθήσουν οἱ ἄνθρωποι.
Δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε ὅτι καθετὶ ποὺ γίνεται μὲ τὴ βία καὶ ὄχι μὲ ἐλεύθερη ἐπιλογή, εἶναι ἀποκρουστικό. Κανένας δὲν θέλει νὰ κάνει κάτι ποὺ δὲν τὸ ἐπέλεξε ἐλεύθερα ὁ ἴδιος. Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ δὲν ἐπιβάλλεται, ἀλλὰ μὲ τὴ διδασκαλία προβάλλεται στοὺς ἀνθρώπους καὶ ὅποιος τὴν ἀποδεχθεῖ ἐλεύθερα προχωράει καὶ προοδεύει.
Συνήθως οἱ ἐπικριτὲς τῶν κληρικῶν ξεκινοῦν ἀπὸ τὴ δική τους τακτικὴ νὰ ἐπιλέγουν τὴ βία χωρίς κανένα ἐνδοιασμό. Περιφρονοῦν αὐτὸ ποὺ ἡ Ἐκκλησία προβάλλει καὶ οἱ ἴδιοι δέν ἔχουν ἐκτιμήσει. Τοὺς διαφορετικοὺς ἀνθρώπους τοὺς συκοφαντοῦν καὶ τοὺς περιφρονοῦν.
Οἱ χριστιανοὶ γενικῶς ἀρνοῦνται τὴ βία. Εἰδικότερα, ὅταν ἐργάζονται ἱεραποστολικά, εἶναι πολὺ προσεκτικοί, ὅπως διδάσκει καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης διευκρινίζει σχετικά: «Ὁ Κύριος ποτὲ δὲν χρησιμοποίησε βία, γιὰ νὰ ἐνισχύσει τὴν πίστη σ’ Αὐτόν. Δείχνοντας σεβασμὸ στὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, δὲν θαυματουργοῦσε γιὰ νὰ ἐντυπωσιάσει, νὰ φοβίσει ἢ νὰ ὑποδουλώσει. Ἤθελε νὰ ἑλκύσει χωρὶς νὰ ἐξαναγκάσει. Γι’ αὐτό, πρὶν θαυματουργήσει, ἀναζητοῦσε στὶς ψυχὲς ἕνα μικρὸ σπόρο ἐμπιστοσύνης, μία σπίθα πίστεως καὶ ἀγάπης. Μὲ τὸ θαῦμα ὁ σπόρος φύτρωνε, βλάσταινε καὶ καρποφοροῦσε τὴν πνευματικὴ ἀναγέννηση. Ὅπου ὁ Χριστὸς συναντοῦσε μόνο δυσπιστία, ἐκεῖ, ὅπως ἀναφέρει τὸ Εὐαγγέλιο, δὲν θαυματουργοῦσε».
Ἐνδιαφέρουσα εἶναι καὶ ἡ παρατήρηση τοῦ ὁσίου Μακαρίου τῆς Ὄπτινα γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωή, ἡ ὁποία εἶναι ἀνάγκη τῆς ψυχῆς καὶ ὄχι ὑποχρέωση ποὺ κάποιος μᾶς ἐπιβάλλει: «Πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι ἡ πνευματικὴ ζωή δὲν εἶναι ἕνα πλέγμα ὑποχρεώσεων, ποὺ ἐπιβάλλονται μὲ ὁποιονδήποτε ἠθικὸ ἢ ψυχικὸ καταναγκασμό. Ἡ πνευματικὴ ζωή εἶναι ἡ φυσικὴ ζωή τῆς ψυχῆς, ἡ ἀναπνοὴ τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ πλάστηκε σύμφωνα μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ βιώνεται ὡς ἀνάγκη, ὄχι ὡς ὑποχρέωση».
Οἱ κοσμικοὶ δὲν μποροῦν νὰ ἐκτιμήσουν τὴν ἐλευθερία ποὺ ὑπάρχει στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, γιατί οἱ ἴδιοι δὲν τὴν ἐπιλέγουν στὴ ζωή τους. Ἡ ἐμπάθειά τους γιὰ τοὺς πιστοὺς- ποὺ εἶναι ἕνα ἰδιότυπο εἶδος ἀνελευθερίας- ἐκδηλώνεται μὲ ἐπίμονο καὶ βίαιο τρόπο. Γι’ αὐτὸ οἱ χριστιανοὶ πρέπει νὰ ἀδιαφοροῦν στὰ ὅσα ἐκεῖνοι ἀδίκως τοὺς ἀποδίδουν καὶ νὰ τοὺς ἀντιμετωπίζουν μὲ εὐγενικὴ ἀνοχὴ καὶ νὰ ἐλπίζουν ὅτι οἱ Κύριος θὰ τοὺς ἀπελευθερώσει ἀπό τήν αἰχμαλωσία τοῦ πάθους τῆς ἐχθρότητας καὶ τοῦ ἐμπαθοῦς ζήλου.




