Γράφει ὁ κ. Παῦλος Τρακάδας, θεολόγος
Ἕνα χρόνιον ἐκκλησιαστικὸν πρόβλημα ποὺ ἀνέκυψε καὶ πάλιν ἐξ ἀφορμῆς τῆς προσφάτου συζητήσεως διὰ τὴν ἀναδιάρθωσιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐκπαιδεύσεως, εἶναι ἡ κατάρτισις κληρικῶν ποιμαινόντων μετ’ ἐπιστήμης. Εἶναι λυπηρὸν ὅτι, ἐπειδὴ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος δὲν ἔχει κατορθώσει ποτὲ νὰ συντάξη ἕνα ὁλοκληρωμένον σχέδιον διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν κληρικῶν της, ὑφαρπάζει τὸν ρόλον αὐτὸν τὸ ἄθεον πλέον Ὑπουργεῖον Παιδείας καὶ προβαίνει εἰς πρωτοβουλίας κατὰ τὰ ἰδικά του συμφέροντα καὶ ὄχι αὐτὰ τῆς Ἐκκλησίας.
Τὸ νέον νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου προβλέπει μεταξὺ ἄλλων τὴν κατάργησιν τῆς συστατικῆς ἐπιστολῆς τοῦ οἰκείου Μητροπολίτου διὰ τὴν ἐγγραφὴν κάποιου μαθητοῦ εἰς ἐκκλησιαστικὸν Λύκειον, τὴν δημιουργίαν διετοῦς φοιτήσεως «Σχολῶν Μαθητείας Ὑποψηφίων Κληρικῶν (ΣΜΥΚ)», τὴν ὑποχρεωτικὴν λῆψιν πτυχίου ἀπὸ Θεολογικὴν Σχολὴν ἢ ΣΜΥΚ ὡς ἀπαραίτητον προϋπόθεσιν διορισμοῦ ἑνὸς κληρικοῦ καὶ κατάργησιν τῶν Ἀνωτάτων Ἐκκλησιαστικῶν Ἀκαδημιῶν Θεσσαλονίκης καὶ Ἰωαννίνων (Βελλᾶς).
Τὰ ἀναφυόμενα προβλήματα εἶναι καὶ πάλι πολλά. Τὸ πρῶτον καὶ κύριον μέλημα εἶναι πῶς θὰ καλλιεργηθῆ ἕνα πνευματικὸν κλῖμα εἰς αὐτὰς τὰς σχολὰς καὶ τὰ λύκεια. Ἡ θέσπισις συστατικῆς ἐπιστολῆς ἦτο ἕνα μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐσκόπευε τόσον εἰς τὸ ἦθος τῶν ὑποψηφίων κληρικῶν ὅσον καὶ εἰς τὴν δέσμευσίν τους ὅτι θὰ χειροτονηθοῦν, τὸ ὁποῖον ποτὲ δὲν ἀπέδωσε, διότι ἦτο ἁπλῶς ἕνα τυπικὸν χαρτί. Ἀπαιτεῖται ἄλλος τρόπος. Δύο ἴσως θὰ ἦσαν τὰ σημαντικώτερα σημεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ ὠφελοῦσαν: προσευχὴ καὶ μελέτη. Πρῶτον, νὰ δοθῆ ἔμφασις εἰς τὴν λατρείαν. Οἱ ἐγγεγραμμένοι νὰ συμμετέχουν ἀδιαλείπτως εἰς τὰς καθημερινὰς ἀκολουθίας (Μεσονυκτικόν, Ὄρθρος, Ἑσπερινός, Ἀπόδειπνον) καὶ νὰ προσφέρεται ἕνας πλοῦτος ἄλλων λατρευτικῶν εὐκαιριῶν ἀνὰ τακτὰ χρονικὰ διαστήματα (π.χ. ἁγιασμὸς) ἀλλὰ καὶ προσκυνηματικαὶ ἐκδρομαί. Δεύτερον, ἡ μελέτη, δηλ. κατ’ οὐσίαν ἡ διδακτέα ὕλη νὰ προσανατολισθῆ σωστὰ πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ κλήρου. Ἀξίζει εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον νὰ σταθῶμεν περισσότερον.
Ἄλλο ἐπιστήμη,
ἄλλο ἐκκλησιαστικὴ ἐκπαίδευσις
Ὅποιος συγκρίνει τὰ γνωστικὰ ἀντικείμενα τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν καὶ ἐκεῖνα ποὺ διδάσκονται εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἐκπαίδευσιν θὰ παρατηρήση ἕνα θεμελιῶδες λάθος, τὸ ὁποῖο συμβαίνει: πρόκειται εἰς τὰς περισσοτέρας περιπτώσεις δι’ ἀντιγραφήν! Τὸ λάθος εἶναι διττόν.
Ἀφ’ ἑνὸς μαζὶ μὲ τὰ προγράμματα σπουδῶν μεταλαμπαδεύονται καὶ ὅλα τὰ ἐπιστημονικὰ δεινά, ποὺ ἔχουν ἐπισωρευθῆ εἰς τὰς Θεολογικὰς Σχολάς. Ποῖα εἶναι αὐτά; Κατάλληλον διὰ διδακτικὸν προσωπικὸν θεωρεῖται ἐκεῖνο ποὺ ἔχει πλείστας ὅσας περγαμηνὰς τῆς Δύσεως καθὼς καὶ ἀποδεικτικὰ συμμετοχῆς εἰς συνέδρια. Δεδομένου ὅτι πλεῖστοι ἐμαθήτευσαν εἰς παπικὰ καὶ προτεσταντικὰ πανεπιστήμια, τί ἆραγε διδάσκουν; Διδάσκουν σχολαστικισμὸν καὶ ἐνσπείρουν τὴν μεθοδολογικὴν ἀμφιβολίαν. Εἶναι αὐτὸ ποὺ θέλομεν ἀπὸ τοὺς κληρικοὺς ἢ μήπως νὰ φλέγωνται ἀπὸ τὸν ἴδιον ζῆλον καὶ τὴν ἀγάπην ποὺ εἶχαν οἱ Ἅγιοι; Πῶς θὰ καλλιεργηθῆ αὐτό, ὅταν πρότυπα πλέον ἔχουν καταστῆ ὄχι οἱ Ἅγιοι ἀλλὰ ὁ κάθε Πανεπιστημιακὸς συγγραφεύς, πολλάκις ἀμπελοφιλοσοφιῶν;
Ἐπιπροσθέτως, ἡ μέθοδος ποὺ χρησιμοποιεῖ ἡ πανεπιστημιακὴ θεολογικὴ ἐπιστήμη εἶναι κατὰ βάσιν ἱστορική. Ὁ ἱστορισμὸς ἐπέτυχε νὰ διαλύση τὴν θεολογικὴν σκέψιν, καθὼς ἐθυσίασεν εἰς τὸν βωμὸν τῆς ἀποδεικτικότητος καὶ τῶν παραπομπῶν τὴν ζωντανὴν παράδοσιν. Δὲν μαθαίνει κανεὶς νὰ εἶναι δημιουργικὸς ζῶν καὶ ἀναπνέων ἐντὸς τῆς Ἱ. Παραδόσεως, ἀλλὰ ἁπλῶς νὰ ἀντιγράφη καὶ νὰ ἀναπαράγη ὅ,τι εἶναι ἀποδεκτὸν ὡς διυποκειμενικὴ ἀλήθεια, δηλ. ἐπιστημονικόν. Διὰ τοῦτο καὶ θεωρεῖται σπουδαῖον νὰ διαβάση κανεὶς μία συστηματικὴν μελέτην περὶ τῶν Πατέρων, ἀλλὰ ὄχι τοὺς ἰδίους τοὺς Ἁγίους Πατέρας, διότι δὲν εἶναι μὲ ἐπιστημονικὸν τρόπον δομημένα τὰ συγγράμματά των! Ἀπὸ αὐτὸ προκύπτει καὶ ἡ ἀποσύνδεσις δόγματος καὶ ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, διότι ἐνῶ εἰς τὰ συγγράμματα τῶν Ἁγίων Πατέρων αὐτὰ εἶναι συνδεδεμένα ἄρρηκτα, ἡ ἐπιστήμη τὰ διεχώρισε, προβαίνουσα εἰς τὴν ἀπομόνωσίν των ἀπ’ ἀλλήλων προκειμένου νὰ εἶναι «ἀντικειμενικὴ/ἱστορικὴ» ἡ ἐξέτασις κάθε ζητήματος. Ἔτσι σήμερα ἂν ἐπιθυμῆς νὰ μάθης τί… συμβαίνει εἰς τὰ ἐνδότερα τῆς Ἁγίας Τριάδος(!) ἀναγινώσκεις μίαν μελέτην «Τριαδολογίας», ἡ ὁποία ἔχει ἀντιγράψει πολλὰ ἀπὸ μίαν ἀντίστοιχον δυτικὴν μελέτην, ἀλλὰ δὲν ἔχει καμίαν σχέσιν μὲ τὴν Ἐκκλησίαν, διότι, ὅταν καταφθάνη ὁ κορωνοϊὸς, κλείνουμε τοὺς ἱ. ναοὺς καθὼς κανεὶς δὲν δύναται νὰ ἀντιληφθῆ ὅτι Ἁγία Τριάς δὲν εἶναι αὐτὰ ποὺ γράφει ἡ μελέτη, ἀλλὰ ἡ ζωντανὴ παρουσία αὐτῆς κατὰ τὴν Θ. Λειτουργίαν!
Ἀφ’ ἑτέρου πρόβλημα εἶναι ὅτι πεισματικὰ ἀρνούμεθα νὰ ἀντιληφθῶμεν ὅτι ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἐκπαίδευσις ὀφείλει νὰ ἔχη καθαρῶς πρακτικὸν προσανατολισμόν. Ἔχει παρατηρηθῆ ἀπόφοιτοι Θεολογικῶν Σχολῶν νὰ μὴ γνωρίζουν βασικὰ κείμενα, ὅπως τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως! Νὰ μὴ εἶναι εἰς θέσιν νὰ χρησιμοποιήσουν ἕνα πατερικὸν σύγγραμμα! Διατί; Πρῶτον, διότι ἡ ἐπιστήμη θεωρεῖ σπουδαίαν τὴν λεπτομέρειαν καὶ τοιουτοτρόπως χάνεται τὸ πλαίσιον. Μελέται ἐπὶ μελετῶν διὰ ἕνα κόμμα, μίαν τελείαν, ἕνα σύνδεσμον κ.λπ. Ἡ παραμικρὴ «ἀνακάλυψις» ὁδηγεῖ εἰς ἀνάγκην προβολῆς ὅτι ὁ τάδε εὗρε «ψύλλον στ’ ἄχυρα»! Αὐτὸ ὁδηγεῖ εἰς τὴν «ὑπεραξίαν» τῶν συνεδρίων, (τῶν ὁποίων βεβαίως ἡ σημασία σήμερα ἔχει ἐκφυλισθῆ εἰς δημοσίας σχέσεις). Ἀντεστράφησαν δηλαδὴ οἱ ὅροι: θεωρεῖται πλέον σπουδαῖον ὄχι ἡ κατάρτισις εἰς σταθερὰς ἀρχὰς καὶ γνώσεις, ἀλλὰ ἡ ἐνασχόλησις περὶ τοῦ ζητουμένου… καταλήγει ἡ πίστις νὰ μὴ εἶναι δεδομένη, ἀλλὰ πεδίον ἀναζητήσεως… Δεύτερον, διότι ἡ ἐπιστήμη, ὅπως ἔχει καταντήσει, ἐκπαιδεύει τοὺς ἀνθρώπους εἰς τὸ πῶς νὰ παραπέμπουν εἰς τοὺς διδασκάλους καὶ ὄχι εἰς τὰς «πηγὰς» καὶ ἂς ἰσχυρίζεται τὸ ἀντίθετον. Ἀντὶ νὰ δίδωνται πρὸς μελέτην αἱ πηγαί, δίδονται συγγράμματα ποὺ ἐκθειάζουν ὅλους ἐκείνους ποὺ ἠσχολήθησαν μὲ τὴν ἀνακάλυψιν λεπτομερειῶν καὶ ποὺ τὰ ὀνόματά τους θεωρεῖται ἐκ τῶν οὐκ ἄνευ ὅτι ἐπαναλαμβόνται εἰς τὰ συνέδρια. Τὰ συγγράμματα αὐτὰ πολλὰκις δὲν καλύπτουν οὔτε τὸν τίτλον τῶν γνωστικῶν ἀντικειμένων, μεταφέρουν τὸ ὀπτικὸν πρῖσμα τῶν διδασκόντων καὶ ὄχι τὴν ἄμεσον ἐπαφὴν μὲ τὰ κείμενα τῆς πίστεως καὶ τελικῶς ἀφήνουν ἅπαντας ἢ ἀδιαφόρους ἢ ἐξαπατημένα ἐνθουσιασμένους πάντως ὄχι ὀρθοδόξως χειραφετημένους. Δὲν ἀρκεῖ ἕνα μάθημα ἢ μία Σχολὴ νὰ φέρη τὸν τίτλον «Ὀρθόδοξος» ἢ «Χριστιανική», διὰ νὰ εἶναι ὄντως αὐτὸ ποὺ ἐπαγγέλλεται.
Ποῦ πρέπει νὰ ὁδηγηθῆ
ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἐκπαίδευσις;
Ὅσον ἀφορᾶ τὴν κατάρτισιν ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἐκπαίδευσις ὀφείλει νὰ κινηθῆ εἰς διαφορετικὴν κατεύθυνσιν ἀπὸ αὐτὴν τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν, ἀποβάλλουσα τὸ ἱστορικὸν πρῖσμα, τὰς σχολαστικὰς διαιρέσεις τῆς Θεολογίας, δίδουσα ἔμφασιν εἰς τὴν ἄμεσον σύνδεσιν μὲ τὰ θεόπνευστα κείμενα καὶ τὴν λατρευτικὴν ζωήν.
Θὰ πρέπει εὐθὺς εἰς κάθε ἐγγεγραμμένον νὰ διανέμωνται τὰ ἑξῆς: Ἁγία Γραφή, Πηδάλιον καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Πατρολογία, ὥστε νὰ βάλη ἀρχὴν προσωπικῆς μελέτης, ἀλλὰ καὶ νὰ δύναται νὰ ἀνατρέξη ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν. Προκαταρκτικὰ νὰ δίνεται ἔμφασις εἰς τὴν γνῶσιν τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν θεολογικὴν ὁρολογίαν, μελετῶντες εἴτε τὸν Ἅγιον Ἰωάννην τὸν Δαμασκηνὸν εἴτε τὴν Ἐπιτομὴν Λογικῆς Νικηφόρου Βλεμμύδου. Ἐντὸς τῶν σπουδῶν μὲ τὸν προγραμματισμὸν τῶν διδασκόντων νὰ μελετῶνται τὰ πλέον κομβικὰ κείμενα (ἢ ἀποσπάσματα) τῶν Ἁγίων Πατέρων (ἐνδεικτικά):
ΔΟΓΜΑΤΙΚΑ: Κατηχήσεις Ἁγ. Κυρίλλου Ἱεροσολύμων, Διαλεκτικὰ Ἁγ. Ἰ. Δαμασκηνοῦ, Πέντε Θεολογικοὶ Λόγοι, Ἁγ. Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγοι περὶ ἐνανθρωπήσεως, Ἁγ. Πρόκλου Κωνσταντινουπόλεως, Περὶ Μυστηρίων, Ἁγ. Συμεὼν Θεσσαλονίκης, Περὶ φύσεως ἀνθρώπου Νεμεσίου Ἐμέσης, Λόγοι κατὰ Ἀρειανῶν, Μ. Ἀθανασίου, Ζήτησις μετὰ Πύρρου, Ἁγ. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Κατὰ εἰκονομάχων Ἁγ. Θεοδώρου Στουδίτου, Μυσταγωγία περὶ Ἁγ. Πνεύματος, Μ. Φωτίου, Ἐπιστολὴ πρὸς πάντας τοὺς Ὀρθοδόξους, Ἁγ. Μάρκου Εὐγενικοῦ. ΒΙΒΛΙΚΑ: Ἐκ τῶν ὑπομνημάτων Ἁγ. Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας διὰ τὴν Παλαιὰν Διαθήκην, Ἑρμηνεία τοῦ Δεκαλόγου, Ἐκ τῶν ὑπομνημάτων Ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου διὰ τὴν Καινὴν Διαθήκην, Ἑρμηνεία τῆς Κυριακῆς Προσευχῆς καὶ τῶν Μακαρισμῶν. ΟΜΙΛΗΤΙΚΗ – ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΗ – ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ: Ἐκ τῶν ἔργων τοῦ Ἀστερίου Ἀμασείας καὶ τοῦ Θεοφάνους Κεραμέως, τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου. ΑΣΚΗΤΙΚΑ: Κλῖμαξ Ἁγ. Ἰωάννου Σιναΐτου, Περὶ ἡσυχίας Ἁγ. Γρηγορίου Σιναΐτου. ΚΑΝΟΝΙΚΟΝ ΔΙΚΑΙΟΝ: Πηδάλιον, Ἐκ τῶν Ἐπιστολῶν τοῦ Μ. Βασιλείου. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ: Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα κ.ἄ.
Παραλλήλως, κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἀκολουθιῶν, νὰ ἐκπαιδεύωνται εἰς τὴν ὀρθὴν ἀνάγνωσιν, κατανόησιν καὶ ἐξοικείωσιν μὲ τὰ λειτουργικὰ κείμενα καὶ τὴν δομὴν τῶν ἀκολουθιῶν, καθὼς καὶ τὴν πρακτικὴν ψαλμωδίαν.
Αὐτὴ ἴσως θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι καὶ ἡ διαφοροποίησις μεταξὺ τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν καὶ τῶν Ἀνωτάτων Ἐκκλησιαστικῶν Ἀκαδημιῶν. Διὰ τοῦτο καὶ ΔΕΝ θὰ πρέπη νὰ κλείσουν αὐταί, ἀλλὰ νὰ κρατήσουν τὴν ἀποκλειστικὴν κατάρτισιν τοῦ κλήρου ἐν σχέσει μὲ τὰς Θεολογικὰς Σχολάς, ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ προετοιμάζουν ἐπιστήμονας διὰ τὴν ἔρευναν, ἐκπαιδευτικοὺς διὰ τὰ σχολεῖα, στελέχη διὰ τὴν ποιμαντικὴν διακονίαν εἰς ἐκκλησιαστικὰ ἱδρύματα καὶ ἐνορίας. Τὸ ὑψηλὸν αὐτὸ ἐπίπεδον καὶ ὁ ἀκραιφνὴς προσανατολισμὸς θὰ ἥλκυε τοὺς ὑποψηφίους κληρικοὺς καὶ ὄχι ἡ ἀπειλὴ τοῦ κράτους περὶ διορισμοῦ. Ἡ ἀπειλὴ αὐτὴ ὄχι μόνον θὰ καταστήση τὰς ΣΜΥΚ «διετῆ ἀγγαρείαν», ἀλλὰ εἶναι ἀντίθετος καὶ μὲ τὴν Ἱ. Παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ δὲν ἀποκλείει ἀπὸ τὸν κλῆρον ἀνθρώπους λόγῳ μορφώσεως. Τὸ μέλλον τῶν ΣΜΥΚ θὰ εἶναι βραχύβιον, καθὼς ὄχι μόνον δὲν θὰ ἀποδώσουν ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας σοβαροὺς καρπούς, ἀλλὰ καὶ διότι τὸ προεξοφλεῖ ἡ ἀνυπόστατος ἔννοια τῆς «μεταδευτεροβάθμιας δομῆς» (ἀλλὰ ὄχι τριτοβάθμιας!), εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἑδρασθῆ μία ἑπομένη Κυβέρνησις, διὰ νὰ τὰ καταργήση. Ἔτσι πάντοτε ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἐκπαίδευσις θὰ εἶναι «ἐπὶ ξύλου κρεμάμενη», ὥστε νὰ μὴ ἀναβαθμισθῆ ποτὲ οὐσιαστικὰ ὁ Ὀρθόδοξος κλῆρος… καθὼς τὸ ἀντίθετον θὰ ἦτο ἀπειλὴ διὰ τὴν ἐξουσίαν τοῦ κράτους.




