Τὸ «ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς…» καὶ αἱ ἑρμηνεῖαι αὐτοῦ1

Share:

Γράφει ὁ Ἀρχιμ. Διονύσιος Σλιόνοφ,

Καθηγούμενος τῆς Ἱ. Μ. Ἁγίου Ἀνδρέου Μόσχας

Ὁ 28ος ἱερὸς κανὼν τῆς ἐν Χαλκηδόνι Συνόδου

Στὴ Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνος ἐνεκρίθη ὁ 28ος ἱερὸς κανόνας, ὁ ὁποῖος χαρακτηρίσθηκε ἀπὸ σειρὰ συγχρόνων κανονολόγων τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὡς «Τόμος» ἱδρύσεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως [2]. Τὸ πλῆρες κείμενο τοῦ κανόνα ἔχει ὡς ἑξῆς:

«Πανταχοῦ τοῖς τῶν ἁγίων Πατέρων ὅροις ἑπόμενοι, καὶ τὸν ἀρτίως ἀναγνωσθέντα κανόνα τῶν ἑκατὸν πεντήκοντα θεοφιλεστάτων ἐπισκόπων, τῶν συναχθέντων ἐπὶ τοῦ τῆς εὐσεβοῦς τὴν μνήμην Μεγάλου Θεοδοσίου, τοῦ γενομένου βασιλέως ἐν τῇ βασιλίδι Κωνσταντινουπόλεως Νέα Ρώμη, γνωρίζοντες, τὰ αὐτὰ καὶ ἡμεῖς ὁρίζομέν τε καὶ ψηφιζόμεθα περὶ τῶν πρεσβείων τῆς ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς αὐτῆς Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης· καὶ γὰρ τῷ θρόνω τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης, διὰ τὸ βασιλεύειν τὴν πόλιν ἐκείνην, οἱ Πατέρες εἰκότως ἀποδεδώκασι τὰ πρεσβεῖα. Καὶ τῷ αὐτῷ σκοπῷ κινούμενοι οἱ ἑκατὸν πεντήκοντα θεοφιλέστατοι ἐπίσκοποι, τὰ ἴσα πρεσβεῖα ἀπένειμαν τῷ τῆς Νέας Ρώμης ἁγιωτάτῳ θρόνῳ, εὐλόγως κρίναντες, τὴν βασιλείᾳ καὶ συγκλήτῳ τιμηθεῖσαν πόλιν, καὶ τῶν ἴσων ἀπολαύουσαν πρεσβείων τῇ πρεσβυτέρᾳ βασιλίδι Ρώμῃ, καὶ ἐν τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς ὡς ἐκείνην μεγαλύνεσθαι πράγμασι, δευτέραν μετ’ ἐκείνην ὑπάρχουσαν. Καὶ ὥστε τοὺς τῆς Ποντικῆς, καὶ τῆς Ἀσιανῆς, καὶ τῆς Θρακικῆς διοικήσεως μητροπολίτας μόνους, ἔτι δὲ καὶ τοὺς ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς ἐπισκόπους τῶν προειρημένων διοικήσεων χειροτονεῖσθαι ὑπὸ τοῦ προειρημένου ἁγιωτάτου θρόνου τῆς κατὰ Κωνσταντινούπολιν ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας· δηλαδὴ ἑκάστου μητροπολίτου τῶν προειρημένων διοικήσεων μετὰ τῶν τῆς ἐπαρχίας ἐπισκόπων χειροτονοῦντος τοὺς τῆς ἐπαρχίας ἐπισκόπους, καθὼς τοῖς θείοις κανόσι διηγόρευται· χειροτονεῖσθαι δέ, καθὼς εἴρηται, τοὺς μητροπολίτας τῶν προειρημένων διοικήσεων παρὰ τοῦ Κωνσταντινουπόλεως ἀρχιεπισκόπου, ψηφισμάτων συμφώνων κατὰ τὸ ἔθος γινομένων, καὶ ἐπ’ αὐτὸν ἀναφερομένων [3]» [4]…

Ἡ καινοφανὴς ἑρμηνεία τοῦ «ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς» ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως μὲ ἀφετηρίαν τὸ 1923

Ἡ ἐν λόγῳ ἔκφραση ἑρμηνεύθηκε διαφορετικὰ τόσο στὴ βυζαντινή, ὅσο καὶ στὴ μεταβυζαντινὴ παράδοση. Εἰδικὰ τὸν 20ὸ αἰ. ὁ Μητροπολίτης Λεοντοπόλεως Χριστοφόρος (ὁ μέλλων Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Χριστοφόρος Β΄) ἔγραψε τὸ 1924 ἕνα ἄρθρο μὲ τίτλο «Ἡ θέση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου στὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία» [6], ὅπου ἀσκεῖ κριτικὴ στὴ διευρυμένη κατανόηση τοῦ 28ου κανόνα.

Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς εἰκοσαμήνου θητείας τοῦ Μελετίου Μεταξάκη στὸν θρόνο Κωνσταντινουπόλεως (25 Νοεμβρίου 1921 — 10 Ἰουλίου 1923) ἀναδεικνύεται μία ἐντελῶς νέα ἑρμηνεία τοῦ χαλκηδόνιου «ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς», σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία «ὅλα τὰ ἐδάφη, καὶ ὄχι τμήματα μίας ἄλλης Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀνήκουν στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο» [7]. Τὸν Μητροπολίτη Μελέτιο ὡς δημιουργὸ τῆς ἐν λόγῳ θεωρίας ὑπέδειξε καὶ ὁ Ρῶσος κανονολόγος Σ. Τρόιτσκι [8].

Γιατί ὅμως εἰδικὰ τὸ 1923 προέκυψε τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖο δὲν εἶχε συζητηθεῖ σὲ τέτοιο βαθμὸ προηγουμένως; Στὴ διάσκεψη τῆς Λωζάννης τὸ 1923 [9] ἡ λεγόμενη διεθνὴς ἀναγνώριση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου [10] περιορίσθηκε σὲ μεγάλο βαθμὸ ἐξαιτίας ἀντικειμενικῶν πολιτικῶν παραγόντων. Καὶ εἰδικότερα: τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως μετὰ τὴ Μικρασιατικὴ καταστροφὴ ἀπώλεσε τρεῖς ἱστορικὲς διοικήσεις, ἐκ τῶν ὁποίων διατηρήθηκε μόνον μικρὸ τμῆμα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ δημιουργηθεῖ ἔκτακτη ἀνάγκη νὰ ἀναπληρωθεῖ ἡ ἀπώλεια τῶν τελευταίων τμημάτων τοῦ ἱστορικοῦ ἐδάφους στὸν διεθνῆ, ἀνεξάρτητο ἀπὸ τὴν τουρκικὴ κυβέρνηση χῶρο.

Ἡ ἐξουσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη ἐπὶ τῆς Διασπορᾶς ἄρχισε νὰ ἐπεκτείνεται ραγδαίως καὶ νὰ ἐνισχύεται μὲ νόμιμους, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀμφίβολους καὶ ἀπολύτως παράνομους τρόπους [11]. Ἔτσι, κατὰ τὴν ἄποψη τοῦ Μητροπολίτη Λεοντοπόλεως Χριστοφόρου, ἦταν μὴ κανονικοῦ χαρακτήρα ἡ ἐγκαθίδρυση τῆς δικαιοδοσίας ἐπὶ τῶν πρώην τμημάτων τῆς Ρωσικῆς Αὐτοκρατορίας (Ἐκκλησία τῆς Ἐσθονίας, Ἐκκλησία τῆς Φινλανδίας κλπ.).

Μὲ ἄλλα λόγια ἡ «διεθνὴς ἀναγνώριση» παρεῖχε στὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη τὸ δικαίωμα νὰ διεκδικεῖ ἰδιαίτερη ἐξουσία στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καθότι οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες ὑφίσταντο ὄχι βάσει τοῦ διεθνοῦς, ἀλλὰ τοῦ ἐθνικοῦ δικαίου. Μετὰ τὸ συνέδριο τῆς Λωζάννης προέκυψε ἡ συζήτηση περὶ ὑπαγωγῆς τῶν ἱερῶν μητροπόλεων τῶν «Νέων Χωρῶν» εἴτε στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, εἴτε στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. Ὁ Βαβοῦσκος καὶ ὁ Μητροπολίτης Τυρολόης καὶ Σερεντίου Παντελεήμων Ροδόπουλος ἐπέμειναν στὸ ὅτι καὶ μετὰ τὸ 1923 τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἀποτελοῦσε ἀντικείμενο τοῦ διεθνοῦς δικαίου καὶ ἑπομένως κατεῖχε ἰδιαίτερη ἐξουσία ἐπὶ τῶν μητροπόλεων τῶν «Νέων Χωρῶν». Ἐν τούτοις, ὁ Ἐ. Βενιζέλος προωθοῦσε τὴν ἀρχὴ τῆς ὁμοταξίας στὶς σχέσεις μεταξὺ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους [12]. Αὐτὴ ἡ ὁμοταξία ἑδράζεται ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖο «δὲν κάνει καμία μνεία στὸ ζήτημα τῆς διεθνοῦς νομικῆς προσωπικότητας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου» [13].

Οἱ ἀντιλήψεις, ἑπομένως, ὅτι τὰ «βαρβαρικὰ ἔθνη» ὑποδηλώνουν ὅλη τὴν παγκόσμια διασπορὰ ἐμφανίζονται μόνον τὸν 20ὸ αἰ., ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸ Πανορθόδοξο συνέδριο τοῦ 1923 [14] στὸ τέλος τῆς κωνσταντινουπολίτικης περιόδου τοῦ Πατριάρχη Μελετίου Μεταξάκη. Ἔτσι, λ.χ. τὸ 1931 διατυπώθηκε ἡ ἑξῆς ἄποψη: «Πᾶσα χώρα κειμένη ἐκτὸς τῶν ὁρίων καθωρισμένης τινὸς ἐκκλησιαστικῆς περιφερείας ὑπάγεται ἐκκλησιαστικῶς τῷ Οἰκουμενικῷ Πατριαρχείῳ» [15]. Ὁ ἀντίπαλος τῆς ἐν λόγῳ θεωρίας Σ. Τρόιτσκι γενίκευσε τὴν κατάσταση: «Οἱ ὑπέρμαχοι τῆς νέας θεωρίας βλέπουν τὴν ἐπιβεβαίωσή της στὰ λόγια τῶν κανόνων “ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς” καὶ τὰ ἑρμηνεύουν μὲ τὴν πολιτικὸ-γεωγραφικὴ ἔννοια, μὲ τὴν ἔννοια τῆς ὀρθοδόξου Διασπορᾶς ποὺ εὑρίσκεται ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῶν κρατῶν, ὅπου ὑπάρχουν Ὀρθόδοξες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, ἑπομένως ἡ Διασπορὰ κατ’ αὐτὸν τὸν κανόνα, δῆθεν πρέπει νὰ ὑπάγεται στὴν ἀποκλειστικὴ δικαιοδοσία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως» [16]…

Αἱ θέσεις τῶν Φαναριωτῶν κανονολόγων τὸ διάστημα 1990 — 2000 καὶ ἀργότερα

Ἡ παροῦσα προσέγγιση ἐφαρμόσθηκε ἐπανειλημμένως στὶς νεότερες συζητήσεις ἔναντι διαφόρων ἐθνῶν καὶ ἔναντι σχεδὸν ὅλων τῶν κατὰ τόπους Ἐκκλησιῶν, ἐξαιρουμένων τῶν παλαιφάτων μὲ ἀποστολικὴ προέλευση Ἐκκλησιῶν.

Ὁ σύγχρονος κανονολόγος Μητροπολίτης Γρηγόριος Παπαθωμᾶς (μέχρι προσφάτως ἀρχιμανδρίτης καὶ ἀπὸ τὸ 2021 Μητροπολίτης Περιστερίου) στὴ διδακτορική του διατριβή, ποὺ ὑποστήριξε στὴ Σορβόννη (Paris, 1994), ἑρμήνευσε τὴν ὑπὸ συζήτηση φράση τοῦ 28ου κανόνα εὐνοϊκὰ γιὰ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, γεγονὸς γιὰ τὸ ὁποῖο βοηθᾶ καὶ ἡ γαλλικὴ μετάφραση.

«…Ainsi les metropolites du Pont et de Thrace et de l’Asie ainsi que les eveques des nations barbares dependant de ces administrations doivent etre ordonnes par le Trone de la sainte Eglise de Constantinople» [58].

«Συνεπῶςοἱ μητροπολίτες τοῦ Πόντουτῆς Θράκης καὶ τῆς Ἀσίαςκαθὼς καὶ οἱ ἐπίσκοποι τῶν βαρβαρικῶν ἐθνῶνἐξαρτημένων ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς διοικήσειςὀφείλουν νὰ χειροτονοῦνται ἀπὸ τὸν Θρόνο τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως».

Στὴ γαλλικὴ μετάφραση ἐνισχύεται ἡ σημασία τῆς ὑποταγῆς τῶν βαρβαρικῶν ἐθνῶν στὶς Ἀρχὲς τῶν διοικήσεωνποὺ ἀπάρτιζαν τὸ Πατριαρχεῖο ΚωνσταντινουπόλεωςἘὰν τὸ νόημα τῆς ἀρχικῆς φράσεως συν­ίστατο στὸ ὅτι ἀκριβῶς οἱ ἐπίσκοποι τῶν βαρβαρικῶν ἐθνῶν ἢ περιοχῶν ὑπάγονταν στὶς τρεῖς διοικήσειςὁ Μητροπολίτης Γρηγόριος ἔγραψε περὶ τῆς ἐξαρτήσεως αὐτῶν τῶν ἐπισκόπων (dependant de ces administrations), ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ ἑρμηνευθεῖ πολὺ εὐρύτερα ἀπὸ τὴν ἁπλὴ δικαιοδοτικὴ ὑποταγήἘπίσηςὁ Σεβασμιώτατος συσχετίζει τολμηρὰ τὸν ἐπιθετικὸ προσδιορισμὸ «βαρβαρικὸς» καὶ μὲ τὰ «ἔθνη», καὶ μὲ τὶς «περιοχές», παραμερίζοντας τρόπον τινὰ τὴ γραπτὴ λογομαχία τοῦ Μητροπολίτη Σάρδεων Μαξίμου μὲ τὸν ΣΤρόιτσκιἀλλὰ ταυτοχρόνως συντασσόμενος μὲ τὴ θέση τοῦ πρώτου. «Τὰ βαρβαρικὰ ἔθνη (περιοχὲςἦταν ἐκεῖνατὰ ὁποῖα εὑρίσκονταν ἐκτὸς τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας τὴν ἐποχὴ τῆς Συνόδου» [59]. Κατὰ τὴ γνώμη τοῦ συγγραφέαἡ πατριαρχικὴ δικαιοδοσία ἐπεκτεινόταν σ’ ἐκεῖνες τὶς Ἐκκλησίες τῶν «βαρβαρικῶν» ἐδαφῶντὰ ὁποῖα δὲν ὑπάγονταν σὲ ἄλλο πατριαρχικὸ θρόνο [60].

Ὅμως, πολὺ περισσότερο, σὲ σύγκριση μὲ τὰ ἄλλα τέσσερα παλαίφατα Πατριαρχεῖα καὶ τὴν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κατέχει ἕνα ἰδιαίτερο δικαίωμα – προνόμιο γιὰ τὴν ἱεραποστολὴ στοὺς βαρβάρους.

«Ἐδῶ πρέπει νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι μεταξὺ τῶν πέντε παλαιφάτων Πατριαρχείων τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως παραμένει τὸ μόνο, ποὺ βεβαίως γιὰ αὐστηρῶς ἱστορικοὺς λόγους καθιέρωσε τὸ σύστημα τοῦ αὐτοκεφάλου ἐντὸς τῆς πατριαρχικῆς ἐδαφικῆς του δικαιοδοσίας γιὰ τὰ ἔθνη, ποὺ συγκροτοῦν ἕνα ἐθνικὸ κράτος. Τὰ ὑπόλοιπα τέσσερα παλαίφατα Πατριαρχεῖα (Ρώμης, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καὶ Ἱεροσολύμων) δὲν ἐφάρμοσαν αὐτὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σύστημα» [61].

Σύμφωνα μὲ τὸ νομικὸ δόγμα τοῦ Μητροπολίτη Γρηγορίου Παπαθωμᾶ, ὀκτὼ Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, δηλαδὴ τῆς Ρωσίας, τῆς Σερβίας, τῆς Ρουμανίας, τῆς Βουλγαρίας, τῆς Γεωργίας, τῆς Ἑλλάδας, τῆς Πολωνίας καὶ τῆς Ἀλβανίας συγκροτοῦν τὸ «territoire prejuridictionnel» («προδικαιοδοτικὸ ἔδαφος») τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Κάθε μία ἀπὸ αὐτὲς τὶς Ἐκκλησίες ἀπομένει νὰ ἀκολουθήσει τὴν «en voie de limitation» («ὁδὸ τῶν περιορισμῶν»), δηλαδὴ νὰ περιορίζεται ἐντὸς τῶν κρατικῶν αὐτῆς συνόρων, στὴν «juridiction intraorius», τὴν «ἐνδοοριακὴ δικαιοδοσία» της. Διευκρινίζοντας τὶς ἔννοιες ὁ Μητροπολίτης Γρηγόριος ἰσχυρίζεται καὶ τὸ ὅτι τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἀσκεῖ μία ἰδιαίτερη juridiction soustractive reelle («πραγματικὴ ἀφαιρετικὴ δικαιοδοσία») ἐπὶ ὅλων τῶν ἐδαφῶν ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς μίας ἢ ἄλλης αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας [62], ἕνας ὅρος ποὺ ἠχεῖ ἐπαρκῶς ἐπιθετικά. Μὲ ἄλλα λόγια, ὅλα ὅσα δὲν εὑρίσκονται ἐντὸς τῶν ὁρίων ἄλλων κατὰ τόπους Ἐκκλησιῶν, ὑπόκεινται σὲ ἔνταξη στὴ δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Παραλλήλως, οἱ παλαίφατες ἀποστολικὲς Ἐκκλησίες εἶχαν δικαίωμα καὶ ἐπὶ ἄλλων τινῶν ἐδαφῶν ἐκτὸς τῶν ἐθνικῶν κρατικῶν συνόρων τους, ἐνῶ οἱ ἐκ βαρβαρικῶν ἐθνῶν συγκροτηθεῖσες Ἐκκλησίες δὲν ἔχουν τέτοιο δικαίωμα. Πολὺ περισσότερο, νὰ ἐπεκτείνεται συνεχῶς ἕως τὸ παγκόσμιο ἐπίπεδο δύναται μόνον τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο.

Στοὺς περαιτέρω συλλογισμούς του ὁ ἱεράρχης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἔτσι καὶ γράφει, ὅτι ὁ ὅρος «ὑπερόριος» ὡς ὑποδεικνύων τὸ δικαίωμα ἐπὶ τῶν ἐδαφῶν, ποὺ ἐξέρχονται τῶν ὁρίων, δύναται νὰ ἐφαρμοσθεῖ μόνον ἔναντι τῶν πέντε παλαιφάτων Ἐκκλησιῶν. Ἀλλὰ ἡ ἴδια ἡ οὐσία ἔγκειται στὰ ἰδιαίτερα δικαιώματα μόνον τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως: «Τὸ πνεῦμα αὐτοῦ τοῦ κανόνα, τὸ ψήφισμα τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου (δηλαδὴ τοῦ 28ου κανόνα) ἑστιάζεται στὸ “ὅ,τι ἀπομένει” γεωγραφικὰ ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς κανονικῆς δικαιοδοσίας τῶν ἄλλων πατριαρχικῶν Ἐκκλησιῶν…» [63].

Πρὸς τὴν ἴδια κατεύθυνση κινεῖτο καὶ ὁ καθηγητὴς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Κ. Βαβοῦσκος [64], γράφοντας [65] ὅτι ὑπὸ τὰ βαρβαρικὰ ἔθνη μπορεῖ κανεὶς νὰ κατανοεῖ «τὶς περιοχὲς ποὺ δὲν ὑποτάσσονταν στὴν Αὐτοκέφαλη (Ὀρθόδοξη) Ἐκκλησία» [66]. Γιὰ τὸν Κ. Βαβοῦσκο μόνον ἡ μονοπρόσωπη ἐξουσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη ἐπὶ τῆς Διασπορᾶς δύναται νὰ ὑπερκεράσει τὴν «πολυαρχία», ἡ ὁποία ἀποτελεῖ «ἀδυναμία τῆς Ὀρθοδοξίας» [67].

Ἀλλὰ τὰ ὡς ἄνω εἶναι μόνον προοίμιο γιὰ τὴν πλέον σημαντικὴ καὶ ἐπαρκῶς ἐπίμαχη θέση ὅτι τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο χορηγεῖ αὐτοκέφαλο σὲ ὅσους «ἀπέκτησαν τὴν πολιτικὴ ἀνεξαρτησία» [68] καὶ ἀποτελοῦν ἕνα ἀνεξάρτητο κράτος [69]. Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ ἐν λόγῳ θέση ἐπιτρέπει τὴ δικαιολόγηση τῆς ἐπανυπαγωγῆς στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο μέρους τῆς Ἀποστολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἐσθονίας, ἡ ὁποία τρόπον τινὰ ἐγκατέλειψε τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας [70].

Παρακάτω ὁ Κ. Βαβοῦσκος διατυπώνει πολὺ καλὰ ποιοὺς ἀκριβῶς θεωρεῖ τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως βαρβάρους, δηλαδὴ ὅλες τὶς κατὰ τόπους Ἐκκλησίες μὴ ἀποστολικῆς προελεύσεως («διοικήσεις, ποὺ εὑρίσκονται στὶς βαρβαρικὲς περιοχές»), τὶς Ἐκκλησίες Ρωσίας, Ἑλλάδος, Σερβίας, Ρουμανίας, Ἀλβανίας καὶ Γεωργίας [71].

Ἡ ἐν λόγῳ πρακτικὴ ἀπονομῆς αὐτοκεφάλου, κατὰ τὸ σκεπτικὸ τοῦ συγγραφέα, θεμελιώνεται ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ποὺ διατυπώθηκε ἀπὸ τὸν Ἱερὸ Φώτιο [72]. Σὲ ἕνα ἡμιαυτόνομο κράτος πρέπει νὰ ὑπάρχει ἡμιαυτόνομο ἐκκλησιαστικὸ καθεστὼς [73]. «Ἀκριβῶς ἐντὸς τοῦ πλαισίου αὐτῆς τῆς πολιτικῆς τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἀπένειμε τὸ αὐτόνομο ἐκκλησιαστικὸ καθεστὼς διὰ τῶν πατριαρχικῶν καὶ συνοδικῶν Τόμων στὶς ὀρθόδοξες ἐκκλησιαστικὲς περιφέρειες τῆς Τσεχοσλοβακίας (1992), τῆς Φινλανδίας (1923), τῆς Ἐσθονίας (1923), τῆς Λετονίας [74] καὶ τῆς Λιθουανίας (1923), τῆς Οὑγγαρίας καὶ τῆς οὐκρανικῆς κοινότητας τῆς Εὐρώπης (ἕδρα στὴν Καρλσρούη)» [75].

Στὴ συνέχεια ἰδιαίτερη ἔμφαση δίδεται στὸ ἐσθονικὸ ἐκκλησιαστικὸ ζήτημα ἐξ ἀπόψεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, γιὰ χάριν τοῦ ὁποίου καὶ συντά­χθηκε αὐτὴ ἡ μελέτη. Αὐτὴ ἡ ἀρχὴ ἐφαρμόσθηκε καὶ στὴν περίπτωση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας (ΟΕΟ), «ἕνα κράτος – μία Ἐκκλησία», ὅπως ἀνέφερε ἕνας ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες ὀπαδούς της.

Οἱ θέσεις τοῦ Μητροπολίτη Γρηγορίου Παπαθωμᾶ καὶ τοῦ Κ. Βαβούσκου εἶναι ἕνα ἄριστο παράδειγμα προσαρμογῆς τοῦ «ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς» τοῦ 28ου κανόνα ἔναντι τῆς προελεύσεως σειρᾶς κατὰ τόπους Ἐκκλησιῶν, ἐκτὸς τῶν Ἐκκλησιῶν, ποὺ ἔχουν ἀπευθείας ἀποστολικὴ προέλευση.

Ἀναμφισβήτητα ἡ ὑπερόρια προσέγγιση τῆς ἱεραποστολῆς στοὺς βαρβάρους ἔχει γίνει κοινὸς τόπος στὴ σύγχρονη ἐκλαϊκευτικὴ ἐπιστημονικὴ γραμματεία. Ἔτσι, στὸ ἄρθρο τοῦ Κ. Ρὰπ ὑποδεικνύεται:

«Ἐνῶ ἡ ἐξουσία τοῦ Πατριάρχη ἐπεκτάθηκε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη στὶς γειτονικὲς περιοχὲς καὶ στὴ συνέχεια καὶ σ’ ὅλη τὴν Ἀνατολή, οἱ ἀκριβεῖς ὑποχρεώσεις του ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς αὐτοκρατορίας ἀνήκουν στὴ “γκρίζα ζώνη”, ὅπου συγκλίνουν τὰ περιφερειακά, τὰ αὐτοκρατορικὰ καὶ τὰ ἐκκλησιαστικὰ συμφέροντα» μὲ παραπομπὴ στὴ διατύπωση «ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς» τοῦ 28ου κανόνα [76]. Ἐξαιτίας τῆς ἰδιαίτερης πολιτικῆς ἐξουσίας, ποὺ χαρακτηρίζει τὴν Κωνσταντινούπολη ὡς πρωτεύουσα, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἀποδεικνύεται ὡς ἔχων «εὐθύνη γιὰ τὶς χριστιανικὲς ἱεραποστολὲς» [77].

Ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος [78], ὅπως καὶ οἱ στενοὶ συνεργάτες του, σύγχρονοι Ἕλληνες φιλοφαναριῶτες ἱστορικοὶ καὶ κανονολόγοι, ὅπως ὁ Β. Φειδᾶς [79] καὶ ὁ Μητροπολίτης Κρήνης Κύριλλος Κατερέλος (πρώην ἐπίσκοπος Ἀβύδου) καὶ ἄλλοι, ἔχουν ὡς ἀφετηρία τὴν καθιερωμένη παράδοση, ἡ ὁποία ἀποκλίνει ἀπολύτως ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὶς σοβαρὲς καινοτομίες τῶν Βυζαντινῶν κανονολόγων τοῦ 12ου αἰ. Ὁ Μητροπολίτης Κύριλλος, ἀφορμώμενος ἀπὸ τὸν 28ο  κανόνα τῆς Χαλκηδόνος καὶ τὸ «ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς», ἔγραψε μὲ βεβαιότητα: «Ἄσκηση ὑπερόριας δικαιοδοσίας μὲ ἀνάμειξη σὲ ἐσωτερικὲς ὑποθέσεις ἄλλης δικαιοδοσίας, ἐνῶ κατ’ ἀρχὴν αὐτὴ ἀπαγορεύεται ἀπὸ τὸν μνημονευθέντα 2ο κανόνα τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς σὲ ἐπίπεδο πολιτικῆς Διοικήσεως (καὶ στὰ πλαίσια τοῦ ἐξαρχικοῦ συστήματος), μὲ τὴν πλήρη διαμόρφωση τῶν 5 Πατριαρχείων ἐδόθη ὡς προνόμιο στὸ Θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, μαζὶ μὲ τὸ Θρόνο τῆς Ρώμης…, δηλ. τὸ δικαίωμα νὰ δέχωνται Ἐκκλήτους γιὰ θέματα ποὺ ἀφοροῦσαν θέματα ἔξω ἀπὸ τὴ δική τους γεωγραφικὴ δικαιοδοσία» [80]. Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ ἱεραποστολὴ στοὺς βαρβάρους εἶναι ἕνα νέο προνόμιο ἀποκλειστικὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μαζὶ μὲ τὴ Ρώμη. Οἱ ὡς ἄνω μέθοδοι ἐφαρμόσθηκαν καὶ στὴν περίπτωση τῆς Ἐσθονίας καὶ ἀργότερα τῆς Οὐκρανίας [81]. Ὅμως, ἡ ἀρχικὴ σημασία τοῦ 28ου κανόνα τῆς Χαλκηδόνος εἶναι ἀδύνατο νὰ ἀντικατασταθεῖ μὲ τὶς ἐπινοημένες ἑρμηνεῖες, ποὺ τοποθετοῦν τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ὑψηλότερα ὄχι μόνον τῶν κατὰ τόπους Ἐκκλησιῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν παλαιφάτων ἀποστολικῶν Ἐκκλησιῶν τῆς χριστιανικῆς Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως.

Συνεπῶς, τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἐπὶ τοῦ παρόντος ἐγείρει δύο κύριες ἀξιώσεις, οἱ ὁποῖες εἶναι ὑπερβολικὲς καὶ ἄκρως ἐπιβλαβεῖς γιὰ τὴ διαχριστιανικὴ ἑνότητα.

1) Τὸ πρωτεῖο τιμῆς καὶ ἐξουσίας μεταξὺ τῶν ἄλλων κατὰ τόπους Ἐκκλησιῶν, ποὺ ἐπιτρέπει νὰ εἰσάγει τροποποιήσεις στὴν ὕπαρξή τους, βάσει τῆς θέσεως τῆς Ἐκκλησίας-Μητρὸς ἔναντι τῶν θυγατρικῶν Ἐκκλησιῶν.

2) Ἡ δικαιοδοσία ἐφ’ ὅλης τῆς ὀρθοδόξου Διασπορᾶς ἀνὰ τὸν κόσμο.

3) Ἡ ἀποκλειστικὴ ἀφαιρετικὴ δικαιοδοσία ἐπὶ τῶν κατὰ τόπους Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες δὲν ἐντάσσονται στὴν ἀρχαία Πενταρχία…

Ἐπίλογος

Ἐξαιτίας τῆς ἱδρύσεως τῆς ἐξαρχίας τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στὴν Ἀφρική, γιὰ τὴν ὁποία ἐλήφθη στὶς 29 Δεκεμβρίου 2021 ἡ σχετικὴ ἀπόφαση ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, θεολόγοι καὶ κανονολόγοι τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου προέβησαν σὲ σειρὰ δημοσιεύσεων μὲ κατηγορηματικὴ μὴ ἀποδοχὴ τῆς διαμορφούμενης καταστάσεως. Δυστυχῶς, ἀναγνωρίζουν ὡς κανονικὴ τὴ χορήγηση ἀπὸ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη τοῦ αὐτοκεφάλου στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας, πρᾶγμα ποὺ δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἀντιμετωπίσουν κριτικὰ τὴ δική τους θέση.

Ἕνας ἀπὸ τοὺς κορυφαίους δημοσιολόγους τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὁ Π. Ἀνδριόπουλος ἀποκάλυψε στὶς 8 Ἰανουαρίου 2022 ἕνα ἐνδιαφέρον γεγονὸς [138]. Ἐπὶ πατριαρχίας Μελετίου Μεταξάκη οἱ ἐνορίες στὴν Ἀφρικὴ πέραν τῶν ὁρίων τῶν τριῶν ἀρχαίων περιοχῶν, ποὺ καθορίσθηκαν ἀπὸ τὸν 6ο κανόνα τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὡς δικαιοδοσία τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας (Αἴγυπτος, Λιβύη καὶ Πεντάπολη) [139], ὑπάγονταν θεωρητικὰ στὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη ὡς «βάρβαροι», ἀλλὰ ἐκ τῶν πραγμάτων παραχωρήθηκαν ἀπὸ αὐτὸν στὸν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας. Πρὶν ἀπὸ 20 χρόνια ἡ κατάσταση αὐτὴ de facto νομιμοποιήθηκε ὡς de jure. Στὶς 23 Ὀκτωβρίου 2001 ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ἀπένειμε Τόμο στὸν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας γιὰ τὴ δικαιοδοσία ἐφ’ ὅλης τῆς Ἀφρικῆς. Τοιουτοτρόπως, μόνον ἀπὸ τὶς 23 Ὀκτωβρίου 2021 ἐμφανίσθηκε ἡ νόμιμη κανονικὴ μορφὴ δικαιοδοσίας τοῦ Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας ἐπὶ τοῦ ἐδάφους ὅλης τῆς ἀφρικανικῆς ἠπείρου. Ἡ πρὸ εἰκοσαετίας πράξη ἀποτυπώνει ὄχι τόσο τὴν ἀρχαία πρακτική, ὅσο τὶς πρωτοφανεῖς καὶ παγκόσμιες ἀξιώσεις τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, οἱ ὁποῖες ἄρχισαν νὰ διαμορφώνονται καὶ νὰ ἀναπτύσσονται δυναμικὰ τὸν 20ο αἰ. μετὰ τὸ 1923. Ἄλλωστε στὸν 28ο κανόνα τῆς ἐν Χαλκηδόνι Συνόδου γινόταν λόγος μόνον περὶ βαρβάρων τῶν τριῶν διοικήσεων, ἀλλὰ ὄχι καὶ περὶ βαρβάρων στὴ διοίκηση τῆς Αἰγύπτου.

Ὑποσημειώσεις:

[1] Δημοσιεύεται τὸ κείμενο τῆς εἰσηγήσεως «Τὸ “ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς…” τοῦ 28ου κανόνα τῆς Χαλκηδόνος καὶ ἡ ἑρμηνεία του», ἡ ὁποία σὲ συντομευμένη μορφὴ παρουσιάσθηκε στὸ συνέδριο τῆς Συνοδικῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς «Παγκόσμια Ὀρθοδοξία: τὸ πρωτεῖο καὶ ἡ συνοδικότητα ὑπὸ τὸ φῶς τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας» στὶς 16 Σεπτεμβρίου 2021.

[2] Παύλου (Μενεβίσογλου), Μητροπολίτου, Ἱστορικὴ εἰσαγωγὴ εἰς τοὺς κανόνας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Στοκχόλμη, 1990. Σ. 267. Βλἐπίσης: Dagron G. Naissance d’une capitale. Constanstinople et ses institutions de 330 a 451. Paris, 1974. (Bibliotheque byzantine. Etudes 7). P. 483–484.

[3] Concilium universale Chalcedonense anno 451. Canon 28 // ACO. 2, 1, 3. P. 88–89.

[4] Правило 28 Четвёртого Вселенского СобораХалкидонского // Правила святых Вселенских Соборов с толкованиямиМ., 2000. Σ. 243–245.

[6] Δημοσιεύθηκε στὰ ἑλληνικὰ καὶ στὴ συνέχεια στὰ γαλλικὰ τὸ 1924 καὶ 1925, στὰ ἀγγλικὰ στὶς 26 Αὐγούστου 2020. URL: orthodoxhistory.org

[7] Ἀπὸ τὸ προοίμιο τῆς μελέτης.

[8] «Δημιουργὸς τῆς θεωρίας εἶναι ὁ ἔνθερμος παν­έλλην Μητροπολίτης Κιτίουστὴ συνέχεια Ἀθηνῶνἀργότερα Κωνσταντινουπόλεως (1921–1923) καὶ ἀκολούθως μετὰ τὸ 7/V 1926 Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Μελέτιος Μεταξάκης (1871–1935)», ὁ ὁποῖος ἀνάγει στὸ 1922 τὴν ἀρχὴ τῶν πράξεών του γιὰ τὴν οἰκειοποίηση τῆς Διασπορᾶς καὶ τῶν ὑπερορίων ἐπαρχιῶν. «Ἔτσιτὸ 1922 τὸ Πατριαρχεῖο ἵδρυσε τέσσερις ἐπαρχίες στὴν Ἀμερικὴ καὶ διορίσθηκε ἔξαρχος γιὰ τὴ Δυτικὴ καὶ τὴν Κεντρικὴ Εὐρώπη μὲ τίτλο μίας ἐκ τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς Ἀποκαλύψεως (2,18) Θυατείρων…». (orthodoxhistory.org)

[9] Ἡ διεθνὴς διάσκεψη διεξήχθη στὴ Λωζάννη (Ἑλβετίαἀπὸ τὶς 20 Νοεμβρίου 1922 ἕως τὶς 24 Ἰουλίου 1923 (μὲ διακοπὴ ἀπὸ τὶς 4 Φεβρουαρίου ἕως τὶς 22 Ἀπριλίου 1923).

[10] Οἱ βασικοὶ σταθμοὶ αὐτῆς τῆς ἀναγνώρισης εἶναι: 1) Ἡ συνθήκη τοῦ Κιουτσοὺκ Καϊναρτζῆ 1774, 2) Συνέδριο τῶν Παρισίων1856 μὲ συμμετοχὴ τῆς Ὑψηλῆς Πύλης, 3) Τὸ Συνέδριο τοῦ Βερολίνου 1878, 4) Ἡ διάσκεψη τῆς Λωζάννης 1923. (Τρωιάνος Σ. Ν., Πουλῆς Γ. Α. Ἐκκλησιαστικὸ Δίκαιο. Ἀθήνα, 2003. Σ. 202).

Βλ. ἐπίσης στὴν ἀρχὴ τῆς μελέτης τοῦ Σ. Τρόιτσκι τὴ χρονολογικὴ ἔκθεση τῆς ταχείας ἐπεκτάσεως τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως: Троицкий С. В. О границах распространения права власти Константинопольской Патриархии на «диаспору» // ЖМП.

1947. № 11. Σ. 34–45.

[11] Σύντομη περιγραφὴ τῆς νέας δικαιοδοσίας βλ. στὸ: Τρωιάνος Σ. Ν., Πουλῆς Γ. Α. Ἐκκλησιαστικὸ Δίκαιο. Σ. 201.

[12] Τρωιάνος Σ. Ν., Πουλῆς Γ. Α. Ἐκκλησιαστικὸ Δίκαιο. Σ. 202.

[13] Τρωιάνος Σ. Ν., Πουλῆς Γ. Α. Ἐκκλησιαστικὸ Δίκαιο. Σ. 203.

[14] Ἀπὸ τὶς 10 Μαΐου ἕως τὶς 8 Ἰουνίου 1923 διεξήχθη ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ Πατριάρχη Μελετίου Μεταξάκη τὸ «Πανορθόδοξο συνέδριο» μὲ συμμετοχὴ ἐννέα προσώπων. Μεταξὺ τῶν μεταρρυθμίσεων τοῦ συνεδρίου συμπεριλαμβάνονται ἡ «διόρθωση» τοῦ ἡμερολογίου καὶ τοῦ πασχαλίου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ἄδεια τῆς διγαμίας τῶν κληρικῶν.

[15] Γενναδίου (Ἀραμπατζόγλου), μητρ. Τὰ ἰδιαίτερα δικαιώματα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ ἡ θέσις αὐτοῦ ἔναντι τῶν ἄλλων ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν. Κωνσταντινούπολις, 1931. Σ. 404. Βλ. ἐπίσης: Φειδᾶς Β. Οἰκουμενικὸς Θρόνος καὶ ὀρθόδοξος διασπορὰ // Ἐκκλησία. 1979. 56. Σ. 458–460; Μαξίμου (Χρηστοπούλου), μητρ. Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖ­ον ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ. Θεσσαλονίκη, 1972. Σ. 227–239. Παύλου (Μενεβίσογλου), μητρ.  Ἱστορικὴ εἰσαγωγὴ εἰς τοὺς κανόνας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Σ. 266–267.

[16] Троицкий С. В. О границах распространения права власти Константинопольской Патриархии на «диаспору» // ЖМП. 1947. № 11. Σ. 38.

[58] Papathomas G. D. Le Patriarcat oecumenique de Constantinople, les Eglises autocephales orthodoxes de Chypre et de Grece et la Politeia monastique du Mont Athos dans l’Europe unie. Vol. 1. Paris, 1994. P. 54. Βλμία ἄλλη ἐκδοχὴ τῆς γαλλικῆς μεταφράσεως αὐτῆς τῆς φράσεως: 451: [2e] Patriarcat de l’Eglise: «En sorte que les metropolites des dioceses du Pont, de l’Asie et de la Thrace, et eux seuls, ainsi que les eveques des parties de ces dioceses se situant chez les barbares, seront ordonnes par le saint trone de l’Eglise de Constantinople»; (Canon 28/rVe). (Papathomas G. D. Le Patriarcat oecumenique de Constantinople. Vol. 3b. Paris, 1994. P. 532).

[59] Papathomas G. D. Le Patriarcat oecumenique de Constantinople. Vol. 1. P. 54.

[60] Αὐτόθι.

[61] Papathomas G.D. Le Patriarcat oecumenique de Constantinople. Vol. 1. P. 127.

[62] Ibid.

[63] Ibid. P. 129.

[64] †10 Φεβρουαρίου 2012. Βλ.: https://www.thessalonikipress.gr/pethane-o-vavoytskos/

[65] Vavouskos K. L’Orthodoxie et la crise ecclesiastique en Estonie // Grigorios D. Papathomas, archim, R.P.M.H. Palli. The Autonomous Orthodox Church of Estonia (L’Eglise autonome orthodoxe d’Estonie). Thessalonique, 2002. (Νομοκανονικὴ βιβλιοθήκητ. 11). P. 321–348.

[66] Vavouskos K. L’Orthodoxie et la crise ecclesiastique en Estonie. P. 321. Μὲ παραπομπὴ στὸ: Vavouskos K. Manuel de Droit ecclesiastique. Thessalonique, 1989. ?. 27.

[67] «La polyarchie (pluralite des pouvoirs) est la faiblesse de l’Orthodoxie» (Vavouskos K. L’Orthodoxie et la crise ecclesiastique en Estonie. P. 322).

[68] Vavouskos K. L’Orthodoxie et la crise ecclesiastique en Estonie. P. 323.

[69] «…il faut que ce groupe soit, au prealable, reconnu comme Etat, autrement dit qu’il ait la forme d’un Etat inde pendant…» (Vavouskos K. L’Orthodoxie et la crise ecclesiastique en Estonie. P. 324).

[70] Βλ.: «Un coup d’Etat pour acquerir une existence etatique independante contre un Etat souverain constitue une revolution (nationale) mais, pour acquerir une existence ecclesiastique independante contre une Eglise (mere) plus ancienne, constitue un refus de l’infrastructure meme de l’Eglise, en tant qu’organisme d’amour, de respect, d’altruisme et de discipline (canonique)». (Vavouskos K. L’Orthodoxie et la crise ecclesiastique en Estonie. P. 323).

[71] Vavouskos K. L’Orthodoxie et la crise ecclesiastique en Estonie. P. 324.

[72] «…le patriarche Ecumenique Photius le Grand, lors de son avenement en 861 sur le Trone patriarcal de Constantinople, a ecrire au pape de Rome Nicolas 1er, pour lui dire que «selon la coutume, les affaires ecclesiastiques et notamment les droits des eglises suivent l’evolution des circonscriptions politiques et administratives»» (Vavouskos K. L’Orthodoxie et la crise ecclesiastique en Estonie. P. 323). Πρβλἐπίσης τὴν ἀγγλικὴ μετάφραση: «the metropolitans alone of the Pontic, Asian and Thracian dioceses, and also the bishops from aforesaid dioceses in barbarian lands, are to be consecrated by the aforesaid most holy see of the most holy church at Constantinople …» (Rapp C. The Early Patriarchate (325–726) // A Companion to Patriarchate of Constantinople / Ed. Ch. Gastgeber, E. Mitsiou, J. Preiser-Kapeller, V. Zervan. P. 4). Ἐδῶ τονίζεται ἡ ἰδέα ἀποστολῆς τῶν ἐπισκόπων τῶν διοικήσεων στὶς βαρβαρικὲς χῶρεςδηλαδὴ ὁ ὑπερόριος χαρακτήρας τῆς ἱεραποστολῆς στοὺς βαρβάρους.

[73] «Au cas ou un certain groupe national aurait ete constitue en Etat semi-autonome, ce dernier peut obtenir un regime ecclesiastique semi-autonome» (Vavouskos K. L’Orthodoxie et la crise ecclesiastique en Estonie. P. 324).

[74] Μόνον τὸ 1936 ἡ Ἐκκλησία τῆς Λετονίας ὑπή­χθη στὴν Κωνσταντινούπολη (μετὰ τὴ δολοφονία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἰωάννη Πόμερ τὸ 1934).

[75] Vavouskos K. L’Orthodoxie et la crise ecclesiastique en Estonie. P. 325.

[76] Rapp C. The Early Patriarchate (325–726) // A Companion to Patriarchate of Constantinople. P. 6.

[77] Αὐτόθι. P. 7.

[78] ΠρβλΤὰ λεγόμενα τοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου τὴν ὥρα τῆς χειροτονίας τοῦ ἐπισκόπου Εὐμενείας Εἰρηναίουὅπου τονίζεται ἡ δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐπὶ τριῶν διοικήσεων καθὼς καὶ ἰδιαιτέρως ἐπὶ τῶν βαρβαρικῶν χωρῶν μὲ βάση «…εἰς μίαν ἑνιαίαν καὶ ἄτμητον ἐκκλησιαστικὴν πραγματικότητα…» (Οἰκουμενικὸς Πατριάρχηςὁ πρῶτος εἶναι ὄντως ὁ ἐλθὼν διακονῆσαι καὶ οὐχὶ διακονηθῆναι (12/08/2019). fanarion.blogspot.com

[79] Ὁ ΒΦειδᾶς εἰδικότερα γράφει: «Συνεπῶςἡ ἀναγνώριση ἀπὸ τὴν Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο (451) μὲ τὸν κανόνα 28 τόσο τῶν “ἴσων πρεσβείων” τῶν θρόνων τῆς Πρεσβυτέρας καὶ τῆς Νέας Ρώμηςὅσο καὶ εὐρυτάτης δικαιοδοσίας τῆς Νέας Ρώμης στὶς ρωμαϊκὲς Διοικήσεις ἈσίαςΠόντου καὶ Θράκηςμὲ τὴν ἐπέκτασή της καὶ στὰ λεγόμενα “βαρβαρικὰ μέρη ἢ ἔθνη”, κατέστη πλέον ἀδιαμφισβήτητο τὸ ἤδη ἀσκούμενο κανονικὸ δικαίωμα νὰ δέχεται τὸ Ἔκκλητον…» (Φειδᾶς ΒἩ Συνοδικὴ Πράξη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου (1686) καὶ ἡ Αὐτοκεφαλία τῆς Ἐκκλησίας Οὐκρανίας. ec-patr.org Εἶναι προφανὲς ὅτι ὑπὸ τὶς βαρβαρικὲς χῶρες ὑπονοεῖ τὶς ὑπερόριες δικαιοδοσίες ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῶν τριῶν διοικήσεων.

[80] Κυρίλλουἐπισκόπου Ἀβύδου Τὸ ἜκκλητονἹστορικὴ καὶ θεολογικὴ θεώρησις). ec-patr.org (ἡμερομηνία πρόσβασης 12.01.2021).

[81] Ὁ ΚΒετόσνικοφ ἐφαρμόζει ἄμεσα τὸ «ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς» τοῦ 28ου κανόνα τῆς Χαλκηδόνος ἔναντι τοῦ οὐκρανικοῦ λαοῦ:

«Ἡ ἐξάρτηση τοῦ Κιέβου ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούποληὅπως φαίνεται ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ δύο γεγονότατὸν ἐκχριστιανισμὸ τῆς χώρας ἀπὸ τοὺς ἱεραποστόλους αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸν 29ο κανόνα τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδους τῆς ΧαλκηδόνοςΤὸ κείμενο τοῦ τελευταίου διαγορεύει: “…ὥστε τοὺς τῆς Ποντικῆςκαὶ τῆς Ἀσιανῆςκαὶ τῆς Θρακικῆς διοικήσεως μητροπολίτας μόνουςἔτι δὲ καὶ τοὺς ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς ἐπισκόπους τῶν προειρημένων διοικήσεων χειροτονεῖσθαι ὑπὸ τοῦ προειρημένου ἁγιωτάτου θρόνου τῆς κατὰ Κωνσταντινούπολιν ἁγιωτάτης ἐκκλησίας”» («Kiev’s dependence on Constantinople seems to be supported by two facts: the Christianization of the country bymissionaries from this Church, and canon 28 of the Fourth Ecumenical Council of Chalcedon. The latter’s text reads as follows: “the metropolitans of the dioceses of Pontus, Asia (proconsular) and Thrace, and only them, as well as the bishops of these dioceses parts occupied by the barbarians, will be consecrated by the holy see of the Church of Constantinople”». Vetoshchnikov K. The Patriarchate of Constantinople and Russian Countries in the Middle Ages // A Companion to Patriarchate of Constantinople. P. 185). …

[138] Ἀνδριόπουλου ΠἈντΕἴκοσι χρόνια ἀπὸ τὴν παραχώρηση τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Φαναρίου “ἐπὶ πάσης τῆς Ἀφρικανικῆς ἠπείρου” στὸ Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας. fosfanariou.gr

[139] «Τὰ ἀρχαῖα ἔθη κρατείτωτὰ ἐν Αἰγύπτῳκαὶ Λιβύῃ καὶ Πενταπόλειὥστε τὸν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ἐπίσκοπον πάντων τούτων ἔχειν τὴν ἐξουσίαν· ἐπειδὴ καὶ τῷ ἐν Ρώμῃ ἐπισκόπῳ τοῦτο σύνηθές ἐστινὉμοίως δὲ καὶ κατὰ τὴν Ἀντιόχειανκαὶ ἐν ταῖς ἄλλαις ἐπαρχίαιςτὰ πρεσβεῖα σώζεσθαι ταῖς ἐκκλησίαιςΚαθόλου δὲ πρόδηλον ἐκεῖνο· ὅτιεἴ τις χωρὶς γνώμης τοῦ μητροπολίτου γένοιτο ἐπίσκοποςτὸν τοιοῦτον ἡ μεγάλη σύνοδος ὥρισε μὴ δεῖν εἶναι ἐπίσκοπονἘὰν μέντοι τῇ κοινῇ πάντων ψήφῳεὐλόγῳ οὔσῃκαὶ κατὰ κανόνα ἐκκλησιαστικόνδύοἢ τρεῖς δι’  οἰκείαν φιλονεικίαν ἀντιλέγωσικρατείτω ἡ τῶν πλειόνων ψῆφος» (6ος κανόνας τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στὴ Νίκαια.

users.uoa.gr (ἡμερομηνία πρόσβασης 17.05.2023).

ΠηγήἹστοσελὶς «romfea.gr», 25.5.2023

Σημ. «Ο.Τ.»: Παρεθέσαμεν ἐλάχιστον μέρος τῆς πολυσελίδου μελέτης.

Previous Article

Το εκλογικό κριτήριο, το οποίο δίδαξε ο Όσιος Παΐσιος

Next Article

Ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τὴν ζωὴν τῶν πιστῶν