Ἡ Ἱεραρχία συνεζήτησε τὴν δημιουργίαν κόμματος!

Share:

Γράφει ὁ κ. Παῦλος Τρακάδας, θεολόγος

Κατὰ τὰς προσφάτους περιοδείας πολιτικῶν ἀρχηγῶν ὑπῆρξαν ἁπλοὶ ἄνθρωποι, ὡς μετέδωσαν τηλεοπτικοὶ δίαυλοι, οἱ ὁποῖοι ἀνεφώνησαν εἰς τὸν τάδε ἢ δεῖ­να κομματάρχην «εἶσαι ἡ τελευταία μας ἐλπίδα, μετὰ ἀπὸ ἐσένα δὲν ἔχουμε ἄλλη ἐπιλογή». Πρόκειται μόνον περὶ ὑπερβολῆς; Ὄχι, ὑπάρχει διάχυτος ἀπαγοήτευσις εἰς τοὺς Ἕλληνας ἀπὸ ὅλο τὸ πολιτικὸν φάσμα. Ἀπὸ τὴν μεταπολίτευσιν ἕως σήμερα ἐδοκιμάσθησαν ὅλοι οἱ συνδυασμοί: ἰσχυραὶ αὐτοδυναμίαι, ἐναλλαγὴ κομμάτων, συγκυβέρνησις πρώην ἀντιπάλων, οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, «πρώτη φορὰ ἀριστερὰ» κ.λπ. Τὸ συντριπτικὰ ὑψηλὸν ποσοστὸν τῆς ἀποχῆς μαρτυρεῖ ὅτι ἡ μεγάλη μερὶς τῶν Ἑλλήνων ἀποδοκιμάζει τὰ κόμματα, ἐπειδὴ ἀνεξαρτήτως «περιτυλίγματος» ἀκολουθοῦν τὴν αὐτὴν πολιτικὴν ἢ κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον «ὅλοι εἶναι ἴδιοι»! Παραλλήλως δὲν εἶναι διατεθειμένος ὁ λαὸς –τὸ ἐπικροτοῦμεν αὐτὸ- νὰ στραφῆ πρὸς κόμματα τῶν ἄκρων, ποὺ εὐαγγελίζονται ἀντὶ τῆς Δημοκρατίας ἄλλα ὁλοκληρωτικὰ πολιτεύματα.

Τὸ αἴτημα εἶναι σαφές: ἀνάγκη διὰ μίαν ἄλλην πολιτικὴν πρότασιν. Μίαν τοιαύτην πρότασιν δύναται νὰ κομίζη μόνον μία παράταξις, τῆς ὁποίας τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα θὰ οἰκοδομῆται εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ Ἱ. Εὐαγγελίου καὶ τῆς Ἱ. Παραδόσεως. Καίτοι εἶναι ἡλίου φαεινοτέρα αὐτὴ ἡ ἀπαίτησις τῶν καιρῶν, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐναντιώνονται καὶ συνήθως δυσφημοῦν παρόμοια ἐγχειρήματα εἶναι τὰ ἰδία τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Ἀπεναντίας ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος συνεζήτησεν αὐτὸ τὸ ἐνδεχόμενον σοβαρῶς τὸ 1934 καταλήγουσα μάλιστα εἰς θετικὴν ἔκβασιν, ἀλλὰ διὰ τὸ ἐγγὺς μέλλον, καθὼς δὲν ἦτο καταλλήλως προητοιμασμένη. Ἦτο περίοδος ὅπου συνεζητεῖτο ἡ μισθοδοσία καὶ πάλιν τοῦ ἱ. κλήρου.

Ἡ ἰδέα ἐκκλησιαστικοῦ κόμματος

Τὴν πρότασιν ἱδρύσεως κόμματος ἔθεσεν ὁ Κορινθίας Δαμασκηνός, λέγων:

«Εἶναι γνωστόν, Μακαριώτατε καὶ Ἅγιοι Ἀδελφοί, ὅτι ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ παρελθόντος αἰῶνος καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν τριακονταετίαν ἡ Ἐκκλησία ἀπέβαλε μέγα μέρος τοῦ γοήτρου καὶ τῆς ἐπιρροῆς της. Ἡ χρησιμότης αὐτῆς παρεγνωρίσθη κατὰ τρόπον περίεργον καὶ ἀκατανόητον ὑπὸ τῆς Πολιτείας, ἡ ὁποία διὰ τῶν ἐκπροσωπούντων ἑκάστοτε αὐτὴν διάφορον ἔχει περὶ τῆς Ἐκκλησίας γνώμην, πάντως ὅμως ὄχι σύμφωνον πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν θὰ ὤφειλον νὰ ἔχουν Ἕλληνες Κυβερνῆται περὶ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας… Ἡ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας συνεκίνουν τὰ χριστιανικὰ πληρώματα διὰ μιᾶς ἐπιστολῆς ἢ ἐνέπνεον τὸν φόβον εἰς αὐταρχικοὺς Κυβερνήτας δι’ ἑνὸς φλογεροῦ λόγου ἀπὸ τοῦ Ἄμβωνος, δυστυχῶς παρῆλθε. Λέγω δυστυχῶς, διότι ἀναγνωρίζω, ὅπως ὅλοι μας βεβαίως, ὅτι δὲν ὑπάρχει καλύτερον μέσον τῆς πειθοῦς εἰς τὸν διακανονισμὸν τῶν διαφορῶν καὶ ἀντιθέσεων μεταξὺ Πολιτείας καὶ Ἐκκλησίας. Ὑπὸ τὸ κοινοβουλευτικὸν ὅμως σύστημα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον διοικούμεθα σήμερον, τὰ πάντα διέπονται ἀπὸ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ψήφων. Αἱ κοινοβουλευτικαὶ Κυβερνήσεις δὲν συγκινοῦνται ἀπὸ τὴν φωνὴν τῶν Σωμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα στεροῦνται τῆς συγχρόνου ὀργανώσεως, οὔτε ἀκόμη ἀπὸ τὴν ἀνοργάνωτον κοινωνικὴν δυστυχίαν, ἐνῶ ἑκατέρωθεν ἱκανοποιοῦν προθύμως καὶ δίδουν λύσεις εἰς τὰ ζητήματα ἐκείνων, παρὰ τῶν ὁποίων προσδοκοῦν πολιτικὰ ὠφελήματα καὶ πολλαπλασιασμὸν τῶν ἐκλογικῶν στελεχῶν. Διὰ τοῦ­το, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν δύναται νὰ κωφεύση εἰς τὴν φωνὴν τῆς πλουσίας εἰς διδάγματα πείρας, οὔτε νὰ παραγνωρίση τὴν ὠμὴν πραγματικότητα. Τουναντίον ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ἔναντι τῆς θείας ἀποστολῆς της καὶ ἔναντι τοῦ ἀνυπόπτου ἐν πολλοῖς χριστιανικοῦ πληρώματος νὰ ἐξέλθη ἀπὸ τὴν μέχρι σήμερον ἀπομόνωσίν της καὶ νὰ δράση θετικῶς χάριν τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου. Ὁ τρόπος τῆς τοιαύτης δράσεως πρέπει νὰ εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὴν κρισιμότητα τῶν στιγμῶν καὶ τὴν σπουδαιότητα τῶν ἐπιδιώξεων τῆς Ἐκκλησίας… εἶναι ἀνάγκη νὰ συσταθῆ Ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ δοθῆ εὐρεῖα ἐξουσιοδότησις, ὅπως προέλθη εἰς τὰς ἀναγκαίας συνεννοήσεις μετὰ τῶν διαφόρων θρησκευτικῶν Συλλόγων καὶ ἄλλων παρεμφερῶν ὀργανώσεων, ἐπιμεληθῆ τὸν συντονισμὸν τῶν ἐνεργειῶν τῶν κληρικῶν καὶ λαϊκῶν στελεχῶν πρὸς διαμόρφωσιν ἑνιαίας πολιτικῆς συνειδήσεως μὲ κατεύθυνσιν τὴν ἐπιδίωξιν τῶν κανονικῶν ἀρχῶν καὶ σκοπῶν τῆς Ἐκκλησίας δι’ ἰδιαιτέρων ἀντιπροσώπων εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ Σώματα, ἔξω ὅμως τῆς τροχιᾶς τῶν ὑφισταμένων κομμάτων καὶ μακρὰν τῶν πολιτικῶν ἀντιθέσεων αὐτῶν…».

Ὁ Κορινθίας ἀφ’ ἑνὸς διεπίστωνεν ὅτι οἱ Κυβερνῆ­ται δὲν ἠκολούθουν πολιτικὴν συμβατὴν μὲ τὴν παράδοσιν τοῦ τόπου καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὅτι ἡ ἀνάγκη ἀναμείξεως τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὰ κοινὰ ἦτο ἐπιταγὴ τῆς θείας ἀποστολῆς της! Τὴν σταδιακὴν ἀπαξίωσιν τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὰς Κυβερνήσεις ἐπεσήμανε καὶ ὁ Θηβῶν Συνέσιος:

«Δὲν πρόκειται περὶ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ περὶ τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων καὶ τῶν ἐνεργειῶν αὐτῶν κατὰ τῆς Ἐκκλησίας, αἵτινες βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον βαίνουσιν εἰς ἐξευτελισμὸν  τῆς Ἐκκλησίας…».

Ὁ Τρίκκης Πολύκαρπος ὄχι μόνον ἐπεκρότησεν, ἀλλὰ διεῖδεν ὡς θεμιτὴν τὴν παρότρυνσιν τῶν κληρικῶν:

«…Θὰ προσκαλέσωμεν τοὺς κληρικούς μας καὶ θὰ δώσωμεν ὁδηγίας εἰς αὐτούς, τὰς ὁποίας θὰ μεταβιβάσωσιν εἰς τοὺς συγγενεῖς των. Θὰ ἔλθωμεν ἴσως εἰς σύγκρουσιν πρὸς ἄλλα κόμματα. Ἀλλὰ μήπως δὲν εἴμεθα ἀντιμέτωποι πρός τούς…; …»

Εἰς αὐτὰ συνεπλήρωσε καὶ ὁ Κασσανδρείας Εἰρηναῖος, ὑπολογίζων τὴν ἄμεσον ἐκλογικὴν δύναμιν τῆς Ἐκκλησίας:

«Διὰ τῆς χορηγήσεως εἰς τὸν Κλῆρον τοῦ συνταγματικοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι, θὰ δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν 100.000 ψήφων, δι’ ὧν θὰ εὐεργετήσωμεν οὐ μόνον τὴν Ἐκκλησίαν διὰ τῆς εἰρηνευτικῆς μας τάσεως, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν Πολιτείαν»

Τὰ προβλήματα

Πρῶτος ἀπ’ ὅλους ὁ Σάμου Εἰρηναῖος ὑπέδειξεν ὅτι μόνον αἱ ἀρχαὶ τῆς Ἐκκλησίας δύνανται νὰ παράξουν ἕνα ὑγιὲς κοινωνικὸν συμβόλαιον. Ὡστόσον ἤγειρε καὶ τὴν πραγματιστικὴν ἔνστασιν ὅτι ὁ κομματισμὸς τῶν ἰδίων τῶν Ἱεραρχῶν τελικῶς λειτουργεῖ εἰς βάρος τῆς Ἐκκλησίας:

«… Ὁ θεσμός μας, ἀντιπροσωπεύων τὴν ἀλήθειαν, αὐτὸς ὁ θεσμὸς ἐμπνέει καὶ ἐμβαθύνει τὴν ψυχὴν τοῦ λαοῦ καὶ γεννᾶ τὰ ὑψηλὰ ἰδανικά του καὶ τοῦ χαράσσει τὴν ἐκπολιτιστικήν του πορείαν. Μόνον ὁ θεσμὸς μας εἶναι εἰς θέσιν νὰ λύση τὰ κοινωνικὰ προβλήματα καὶ οὐδεὶς ἐκ τῶν παραγόντων ποὺ συνιστοῦν τὴν σημερινὴν παραπαίουσαν κοινωνίαν μας εἶναι ἱκανὸς νὰ ὑποδείξη τὴν βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἠμπορεῖ νὰ θεμελιωθῆ τὸ νέον κοινωνικὸν καθεστώς… Ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει αὐθόρμητος ἐσωτερικὴ πειθαρχία μεταξύ μας, διατρέχεται κίνδυνος ἵνα ἕκαστος τῶν ἀδελφῶν Ἀρχιερέων, ἀσκῶν τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου του καὶ ὁδηγῶν εἰς τοῦτο τοὺς ἱερεῖς του πράττει τοῦτο κατὰ τὰς προσωπικάς του βλέψεις καὶ συμπαθείας καὶ ἐν συν­εννοήσει μετὰ τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ πολιτικοῦ παράγοντος τῆς ἐπαρχίας του νὰ προσπαθῆ νὰ κατευθύνη τὴν ψῆφον τῶν κληρικῶν του πρὸς ὄφελος μᾶλλον τρίτων παρὰ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς Ἐκκλησίας…».

Ὁ Μαντινείας Γερμανὸς προσέθεσεν εἰς αὐτό, τὴν πιθανότητα ἀσυνεννοησίας μὲ τοὺς κληρικοὺς ἀλλὰ καὶ τὴν ἐμπλοκὴν εἰς ἐντόνους διενέξεις μὲ τοὺς κομματάρχας.

Προτάσεις

Μὲ αὐτὰ κατέστη ἀντιληπτὸν ὅτι τὸ κόμμα δὲν θὰ ἔπρεπε ἐπ’ οὐδενὶ νὰ ἀνήκη εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, διὰ τοῦτο καὶ ὁ Φθιώτιδος Ἀμβρόσιος προέτεινε:

«…Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ πράγματα, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἀνωφελές, ἵνα ἐπιδιώξωμεν τὸ ζήτημα τῆς ψήφου, ὄχι βεβαίως νὰ ἐκλεγῶμεν ἡμεῖς βουλευταί, καθ’ ὅσον τοῦτο δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν Ἱεραρχῶν, ἀλλὰ νὰ εἰσάγωμεν εἰς τὴν Βουλὴν κληρικοὺς ἢ λαϊκοὺς ἀνθρώπους, δηλονότι ἐκκλησιαστικῶς σκεπτομένους».

Ἔκτοτε αὐτὸ εἶναι τὸ ζητούμενον: νὰ κυβερνήσουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι νὰ εἶναι εὐσεβεῖς. Δυσ­τυχῶς, ὁ τότε πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος, εἶπε:

«…Τὰς ἑκάστοτε Ἑλληνικὰς Κυβερνήσεις ἀπετέλεσαν τέκνα ὀρθόδοξα τῆς Ἐκκλησίας, ἅτινα ἔχοντα ἀφ’ ἑνὸς τὴν συνείδησιν ὅτι εἶναι σὰρξ ἐκ τῆς σαρκὸς καὶ ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν συναίσθησιν τῶν πολυτίμων ὑπηρεσιῶν καὶ θυσιῶν αὐτῆς ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους δὲν δύνανται ποτὲ ἐν ἐπιγνώσει νὰ ἀδικήσωσι, πολλῷ μᾶλλον νὰ πολεμήσωσι τὴν Ἐκκλησίαν…».

Ἡ ἰδέα αὐτὴ εἶναι ποὺ ἐτυράννησε καὶ καταδυναστεύει ἕως τὴν σήμερον τοὺς «ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας», καθὼς τρέφουν τὴν ψευδαπάτην ὅτι ὅλοι οἱ πολιτικοὶ ὀλίγον ἤ πολὺ πιστεύουν ἢ τουλάχιστον ἀρκεῖται κανεὶς νὰ ψηφίζη τοὺς «καλοὺς χριστιανοὺς» ἐντὸς τῶν ἤδη ὑπαρχόντων κομμάτων. Αὐτοὶ δὲν διέβλεψαν ὅτι θὰ ἐφθάνομεν σήμερον νὰ συζητῶμεν διὰ «οὐδετερόθρησκον κράτος», κάτι ὅμως ποὺ προφητικῶς προεῖδεν ὁ Ἐδέσσης Κωνστάντιος:

«Διὰ δὲ τὸ λεχθὲν καὶ ὑποστηριχθὲν περὶ τῆς ἱδρύσεως Ἐκκλησιαστικοῦ Κόμματος, εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι τοῦτο δέον νὰ ἐπιτευχθῆ παντὶ τρόπῳ, διότι αὐτὸ θὰ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύση εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ὡς τὸ ἰσχυρότερον μέσον καὶ ὅπλον, ἵνα ἀντιμετωπίση μελλοντικῶς τὴν κατάστασιν εἰς ἥν θὰ περιέλθη αὕτη θᾶττον ἢ βράδιον, ὅτε θὰ ἀναγκασθῆ νὰ δεχθῆ τὸν χωρισμὸν αὐτῆς…».

Ὁ Ἀθηνῶν Χρυσόστομος εἶχεν ἀντιληφθῆ τὴν σπουδαιότητα ἑνὸς παρομοίου κόμματος, ὅμως δὲν ἐπίστευεν ὅτι αὐτὸ ἦτο ἐφικτὸν εἰς τὴν τότε συγκυρίαν:

«…Αἱ ἀντιλήψεις τῶν πρώτων ὀργανωτῶν τῆς Ἐκκλησίας ἐξακολουθοῦσι νὰ ἐπικρατῶσι δυσ­τυχῶς παρὰ τοῖς Ἕλλησι πολιτευομένοις, διότι οὗτοι εὑρίσκονται μακράν τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ μόρφωσις ἥν λαμβάνουσι ἐν τοῖς Σχολείοις δὲν συνδέει αὐτοὺς μετὰ τῆς θρησκείας καὶ τῆς Ἐκκλησίας παρὰ μόνον ἐξωτερικῶς. Διὰ τοῦτο καὶ δὲν βλέπομεν νὰ ἐκκλησιάζωνται οἱ πολιτευόμενοι καὶ οἱ ἄλλοι προέχοντες ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἄνδρες… Ἡ γνώμη περὶ ἱδρύσεως χριστιανικοῦ κόμματος μᾶς εὗρεν ἀνετοίμους, ἔξω δὲ τῆς αἰθούσης ταύτης ἐσχολιάσθη μᾶλλον δυσμενῶς, διότι παρεξηγήθη. Τοιαῦται ἰδέαι δὲν πραγματοποιοῦνται ἀμέσως, μάλιστα προκειμένου περὶ ὀργανισμῶν βραδυκινήτων οἷος ἐκ φύσεως εἶναι ὁ Ἐκκλησιατικὸς Ὀργανισμός… ἡ γνώμη ἱδρύσεως κόμματος ὑπεστηρίχθη παρὰ πολλῶν, ἀλλὰ βεβαίως δὲν πρόκειται περὶ κόμματος ἐκκλησιαστικοῦ ἢ κληρικόφρονος, ὡς ἐλέχθη. Πρόκειται περὶ τοῦ πῶς θὰ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποστέλλη ἡ Ἐκκλησία εἰς τὰ νομοθετικὰ σώματα ὑποστηρικτὰς καὶ ὑπερμάχους τῶν χριστιανικῶν ἀρχῶν, νὰ ἔχη ἰδίους ἀντιπροσώπους δυναμένους νὰ ὑποστηρίξωσι τοὺς σκοποὺς τῆς Ἐκκλησίας ἀναφερομένους εἰς πάσας τὰς ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς τοῦ λαοῦ… Ἀλλὰ πάντως, ἡ ἵδρυσις πολιτικῆς ὀργανώσεως χριστιανικῶν ἀρχῶν εἶναι ἔργον τοῦ μέλλοντος…».

Τὸ ὅτι δὲν ἀπεκλείσθη ἀλλὰ παρεπέμφθη εἰς τὸ μέλλον φαίνεται ἀπὸ τὰς περαιτέρω τοποθετήσεις, ὅπως αὐτὴ τοῦ Ἀκαρνανίας Ἱεροθέου:

«Εὑρίσκω λαμπρὰν τὴν ἰδέαν τῆς ἱδρύσεως κόμματος ἐκκλησιαστικοῦ ἢ κληρικόφρονος, διότι ἐν ταῖς Βουλαῖς σπουδαίως ἤθελεν ἐξυπηρετήσει τὴν Ἐκκλησίαν…»

Ἡ μόνιμη μομφὴ νὰ μὴ ἀναμειγνύωνται οἱ κληρικοὶ εἰς τὰ πολιτικὰ καταρρέει ἔναντι τῆς ὠμῆς ἀληθείας, ποὺ ἐπεσήμανεν ὁ Σπάρτης Γερμανός:

«…Ἀποδέχομαι τὴν γνώμην νὰ ὑποστηρίξωμεν, ἵνα εἰσέλθωσιν εἰς τὰ νομοθετικὰ Σώματα, πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποστηρίξωσι τὰ δίκαια τῆς Ἐκκλησίας… Δὲν ὑπάρχει ἱερεύς, ὅστις δὲν ἀνεμείχθη εἰς τὴν πολιτικήν. Λέγεται δὲ ὅτι καὶ κατάλογος ἔχει δοθῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον περὶ τῶν πολιτικῶν φρονημάτων ἑνὸς ἑκάστου ἡμῶν… Ἀπὸ χρόνου ἤδη ἀρκετοῦ ὁ … δημοσιεύει ἄρθρα, διὰ τῶν ὁποίων ζητεῖ τὴν ἀπόσπασιν τῆς Μακεδονίας ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ τὴν ἀνακήρυξιν αὐτῆς εἰς αὐτόνομον τοιοῦτο, ἵνα ἀποκτήση τὴν ἐλευθερίαν της».

Διὰ νὰ ἀπαντήση ὁ Καρυστίας Παντελεήμων:

«Τὸ Κράτος δυστυχῶς ἔχει πάθει ἄμβλωσιν τῆς ἀντιλήψεώς του. Δὲν φοβεῖται τὸν κίνδυνον, διότι δὲν κατώρθωσεν ἀκόμη νὰ τὸν ἐννοήση. Τοῦτο ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει κίνδυνος. Ὑπάρχει καὶ ἀπειλεῖ νὰ καταστρέψη τὴν εὐτυχίαν καὶ τὴν εὐσέβειαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Αἱ ἀνατρεπτικαὶ αὐταὶ ἰδέαι εἶναι ἀπολύτως ὠργανωμέναι καὶ βαδίζουν ἐπὶ μελετημένου σατανικοῦ σχεδίου…».

Ἴσως, ἂν τότε ἡ Ἐκκλησία εἶχε παροτρύνει ἄλλους διὰ τὴν ἵδρυσιν τοῦ κόμματος, νὰ μὴ εὑρισκώμεθα πρὸ τῆς μειοδοσίας τοῦ «Μακεδονικοῦ» καὶ ὑπὸ τὴν ἐπισφάλειαν, τοῦ «Θρακικοῦ», τοῦ Αἰγαίου κ.λπ. Τὸ «σατανικὸν σχέδιον» δὲν ἦτο ἄλλο ἀπὸ τὴν εἰσχώρησιν τελικῶς τῆς μασονίας, ἡ ὁποία ἐπέβαλε τὸ ἰδικόν της πολιτικὸν ἀντεθνικὸν πρόγραμμα.

Ἀπὸ ὅσα παρετέθησαν γίνεται ἀντιληπτὸν ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἐπεθύμει τὴν ἵδρυσιν παρατάξεως, ὑπὸ δύο ὅμως προϋποθέσεις: α) νὰ ὡριμάση ἡ ἰδέα, δήλ. νὰ τεθῆ σωστὴ ὀργάνωσις καὶ τὸ ὀρθὸν ἐκκλησιαστικὸν-δογματικὸν ὑπόβαθρον, καὶ β) νὰ μὴ εἶναι οἱ ἴδιοι οἱ Ἱεράρχαι ὑποψήφιοι ἀλλὰ ἄνθρωποι μὲ ἀκραιφνῶς ἐκκλησιαστικὸν φρόνημα, προκειμένου νὰ ἀποφευχθοῦν καταστάσεις ἀνοίκειοι πρὸς τὴν ἱερωσύνην.

Ἂν αὐτὸ ἦτο ὄχι ἁπλῶς βούλησις ἀλλὰ σχέδιον τῆς Ἐκκλησίας, πῶς σήμερα, δὲν ἀνοίγει ἡ Ἐκκλησία διάλογον περὶ τῆς «πολιτικῆς ὡς ποιμαντικῆς»; Ἱεράρχαι ἔχουν περάσει εἰς τὸ ἕτερον στρατόπεδον, «εὐλογοῦντες» κάθε ἀνίερον πολιτικήν! Ἡ ἐμμονὴ εἰς τὴν δυσφήμησιν κάθε πατριωτικῆς παρατάξεως εἶναι εὐθεῖα ὑποστήριξις τῶν συστημικῶν κομμάτων ποὺ κατευθύνουν ἀντορθόδοξα συμφέροντα καὶ δικαιώνει αὐτὸ ποὺ ὡμολόγησεν Ἕλλην Ὑπουργὸς (Ο.Τ. 2234/09.11.2018):

«Πέραν τοῦ αὐτονοήτου σεβασμοῦ στὴν Ἐκκλησία, σὲ καμιὰ περίπτωση δὲν θέλουμε νὰ δημιουργηθεῖ στὴν Ἑλλάδα πολιτικὴ ἔκφραση τοῦ θρησκευτικοῦ χώρου, ὅπως ἀπειλήθηκε νὰ γίνει κατὰ τὴν περίοδο τῆς κατάργησης τῶν ταυτοτήτων».

Previous Article

Εκτός πραγματικότητας προεκλογικές υποσχέσεις

Next Article

Οἱ Ἅγιοι μεριμνοῦν γιὰ τὴ σωτηρία μας