Γρηγόριος Ε΄ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως – 7ον

Share:

 Ο ΠΡΩΤΟΚΑΘΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ

Τῆς Μαρίας -Ἐλευθερίας Γ. Γιατράκου, Δρ. Ἱστορίας, Π.Α.

7ον

  Παρόντες κατὰ τὴν ὑπογραφὴ τοῦ ἀφορισμοῦ ἦταν καὶ Τοῦρκοι Κρητικοί, ποὺ γνώριζαν καλὰ τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, γιὰ νὰ παρατηρήσουν, ἂν ἐγράφησαν καὶ τὰ ἄλλα τὰ παραγγελθέντα, ἀ­κρι­βῶς σύμφωνα μὲ τὶς διαταγὲς τῆς ὀθωμανικῆς ἐξουσίας. Καὶ διετάχθησαν τρεῖς Ἀρχιερεῖς νὰ πᾶνε στὰ ὕποπτα μέρη τοῦ κράτους, δύο στὰ νησιά, ὁ τρίτος στὴν Ἑλλάδα, γιὰ νὰ κηρύξουν εἰρήνη καὶ νὰ ἀναγνώσουν τὸ διάταγμα τῆς ἀμνηστίας καὶ τὸ γράμμα τοῦ ἀφορισμοῦ καὶ ἐγκύκλιον συνοδικὴν ἐπιστολήν, ποὺ περιεῖχε νουθεσίες πρὸς τοὺς λαοὺς γιὰ εἰρήνη. Κατὰ τὸ βράδυ τοῦ Σαββάτου τοῦ Λαζάρου (31 Μαρτίου 1821) ἔρχεται στὴν Πύλη ἡ εἴδηση τῆς Ἐπανάστασης στὴν Πελοπόννησο. Ἐπειδὴ ἡ Πύλη ὑπώπτευεν ὅτι καὶ στὴν Κωνσταντινούπολη     ὑπῆρχε  πλῆθος Ἑταιριστῶν, προετοιμασμένων γιὰ Ἐπανάσταση,  προετοίμασε τόν ἐλλιμενίζοντα στόλον καὶ στρατὸν τῶν Γενιτσάρων γιὰ σφαγὴ τῶν Χριστιανῶν.

  Καὶ κατὰ τὸν βαθὺν ὄρθρον τῆς Κυριακῆς τῶν Βαΐων βγῆκε ἀπὸ τὰ Σχολεῖα πλῆθος Τούρκων σπουδαστῶν ἀλαλάζοντας καὶ ἔσπευσαν πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, τὴν Ζωοδόχον Πηγὴν καὶ τὴν πυρπόλησαν. Ὁ Πατριάρχης κατ’ ἐκείνην τὴν ὥραν διένειμε κατὰ τὸ σύνηθες, τὰ βάϊα, κι ὅταν κάποιος τὸν εἰδοποίησε κρυφὰ «Ἐκεῖνος ἐξακολούθησε νὰ τὸ κάνει». Μετὰ τὸ πέρας τῆς λειτουργίας κοινοποίησε τὰ συμβάντα στοὺς Ἀρχιερεῖς ποὺ παρευρίσκονταν ἐκεῖ[69]. Κι ὅταν ἐκεῖνοι ἔκπληκτοι ρωτοῦσαν τί συμβαίνει, ὁ Πατριάρχης ἀπάντησε: «Ἀρχαὶ ὠδίνων καὶ ταῦτα καὶ ἴσως «ἥκει τὸ τέλος».

  Ὕστερα ἀπὸ λίγο ἔφθασε διαταγὴ νὰ στείλει στὴν Πύλη τόν κατάλογο τῶν γραικικῶν οἰκογενειῶν ποὺ κατοικοῦσαν στὸ Φανάρι καὶ τῶν ἄλλων τῶν ἀρχοντικῶν μὲ τὸν ἀκριβῆ ἀριθμὸν τῶν προσώπων καὶ τὸ ὄνομα καὶ τὴν πατρίδα τοῦ καθ’ ἑνός. Ὁ Πατριάρχης ἀπήντησεν ὅτι δὲν ὑπῆρχε τέτοιος κατάλογος καὶ στὴ συνέχεια ἦλθε καὶ δεύτερη διαταγὴ νὰ δώσει ὁ Πατριάρχης δύο ἐφημερίους ποὺ θὰ συνόδευαν τρεῖς γενιτσάρους, ἐκ τῶν ὁποίων δύο Κρητικοὶ ποὺ θὰ γνώριζαν τὰ Ἑλληνικά, γιὰ νὰ τοὺς δείχνουν οἱ Ἐφημέριοι τὶς οἰκίες τῶν ὑπηκόων, καὶ νὰ συγκαλοῦν ὅλα τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας καὶ τοὺς ὑπηρέτες, οἱ δὲ Τοῦρκοι νὰ κάνουν τὴν καταγραφὴν[70].

Τὸ πρωὶ τῆς Μεγάλης Δευτέρας, 2 Ἀπριλίου, ἀποκεφαλίσθηκε πλησίον τῆς Μεγάλης Πύλης τοῦ παλατιοῦ (Μπάϊ Χουμαϊούν) ὁ φιλογενέστατος καὶ ἔσχατος τῶν ἐξ ἡγεμονικῶν οἰκογενειῶν ἐκλεγομένων μεγάλων Διερμηνέων, Κωνσταντῖνος ὁ Μουρούζης. Ὅταν τὸ πληροφορήθηκε ὁ Πατριάρχης ἐδάκρυσε καὶ διέταξε νὰ τελεσθεῖ ἡ συνήθης νεκρώσιμος ἀκολουθία καὶ ἐφεξῆς καὶ τὰ μνημόσυνά του καὶ παράγγειλε νὰ ἀγοράσουν ἀπὸ τὸν δήμιο τὸ σῶμα καὶ νὰ τὸ θάψουν τὴ νύκτα, ὅπου μποροῦν. Τὴν ἴδια νύκτα ἐσφάγησαν ἢ κρεμάστηκαν καὶ ἄλλοι ἐπίσημοι, μάλιστα ὅσοι κατάγονταν ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο[71] .

Ὁ Σουλτᾶνος πάντοτε ὑποψιαζόταν τὸν Πατριάρχη, γι’ αὐτὸ κλήθηκε ὁ γιατρὸς τοῦ πατριάρχη καὶ ἀρχιμανδρίτης, Πύρρος ὁ Θεσσαλὸς νὰ δώσει πληροφορίες, ἂν ὁ Πατριάρχης ἦταν φίλος τοῦ Ὑψηλάντη κι ἂν γνώριζε τὸ κίνημα. Ἐκεῖνος διαβεβαίωσε ὅτι ὁ Πατριάρχης ἦταν ἁγιώτατος καὶ διαμαρτυρήθηκε γιὰ τὶς ὑπόνοιες ποὺ διατυπώθηκαν. Ὅπως γράφει στὴν αὐτοβιογραφία του ἐνημέρωσε τὸν Πατριάρχη γιὰ ὅσα ἔμαθε, προσθέτοντας: «Ὁ Παναγιώτατος… ἠδύνατο νὰ φύγει, πλὴν δὲν ἠθέλησε, διὰ νὰ μὴ θυμώσουν οἱ Τοῦρκοι καὶ θανατώσουν τοὺς Χριστιανοὺς»[72]. Ὅ,τι ἔκανε  ὁ  Πατριάρχης τὸ ἔκανε μὲ πλήρη συνείδηση τῆς μεγάλης εὐθύνης καὶ τοῦ τρομεροῦ κινδύνου ποὺ ἀντιμετώπιζε τὸ Γένος[73].

Ὁ ἴδιος ἐξάλλου ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης σὲ ἄλλη περίπτωση, ποὺ ἐξέδωκεν ὁ Γρηγόριος ὁ Ε΄ ἀφορισμὸν προκειμένου νὰ μὴ συμπράξουν οἱ Σουλιῶτες μὲ τὸν Ἀλὴ Πασά, ἔγραφε πρὸς τοὺς Σουλιῶτες: «Ὁ Πατριάρχης βιαζόμενος ὑπὸ τῆς Πόρτας σᾶς στέλλει ἀφοριστικὰ καὶ ἐξάρχους, παρακινώντας σας νὰ ἑνωθεῖτε μὲ τὴν Πόρταν. Ἐσεῖς ὅμως νὰ τὰ θεωρεῖτε αὐτὰ ὡς ἄκυρα, καθότι γίνονται μὲ βίαν καὶ δυναστείαν καὶ ἄνευ θελήσεως τοῦ Πατριάρχου»[74]. Τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ ἅγιο χέρι τοῦ Γρηγορίου τοῦ Ε΄ ὑπέγραφε τὸν ἀφορισμό, εὐχόταν νὰ ἐπιτύχει ὁ ξεσηκωμὸς τῶν ραγιάδων. Γι’ αὐτὸ ὁ Γρηγόριος ὁ Ε΄ παίρνοντας ἕξι συνοδικοὺς μαζί του, παίρνοντας μία λαμπάδα ἀπὸ τὴν ἅγια Τράπεζα, ἀφοῦ βγῆκε ἡ κατάλληλη εὐχὴ ἀπὸ τὰ χείλη του ἔκαψε τὸ μισητὸ ἔγγραφο.

Κατὰ τὸ Μέγα Σάββατο στέλλεται διαταγὴ στὸν Πατριάρχη νὰ παραγγείλει στοὺς Χριστιανοὺς νὰ συνέλθουν κατὰ τὸ θρήσκευμά τους καὶ νὰ προσ­ευχηθοῦν κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Πάσχα κι ἔπειτα ν’ ἀναχωρήσουν ἥσυχα καθ’ ἕνας γιὰ τὸ σπίτι του. Ὁ Πατριάρχης στράφηκε τότε πρὸς ἕνα τῶν παρακαθημένων Ἀρχιερέων: «Πληροῦται», τοῦ εἶπε, «τὸ προφητικόν». «Καὶ αἱ ἑορταὶ αὐτῶν εἰς πένθος μεταστραφήσονται[75]» .

Κατὰ τὸ δειλινὸ τοῦ Σαββάτου, νήστης καὶ ἐξουθενωμένος συζητοῦσε μὲ πρόσωπα καὶ μὲ μερικοὺς ἐκ τῶν οἰκείων του. Ἀναφέρθηκαν καὶ στὸν καρατομηθέντα Κων/νον Μουρούζη καὶ ὁ Πατριάρχης στενάξας, ρώτησε: «ποῖον λέγουσιν ἠπιώτερον θάνατον, τὸν τῆς καρατομίας ἢ τὸν τῆς ἀγχόνης;» Ἐπειδὴ κανεὶς δὲν ἀπάντησε, ἐπανέλαβε τὴν ἴδια ἐρώτηση: «Ἀλλ’ ἐγώ, εἶπε κάποιος ἐξ αὐτῶν δὲν γνωρίζω, ἀφοῦ δὲν δοκίμασα οὔτε τὸν ἕνα, οὔτε τὸν ἄλλον». «Συνετῶς ἀπεκρίθης, εἶπεν ὁ Πατριάρχης. Ἀλλ’ ἐὰν ἐνθυμεῖσο τοὺς ὑπὲρ Χριστοῦ μαρτυρήσαντας, ὅτι καὶ ἐκαρατομήθησαν καὶ μυρία βιαίων θανάτων ὑπέστησαν ἤδη, δὲν ἤθελες φρίσσει πάρα πολὺ τὸ τοιοῦτον, ὡς μέγα τι κακὸν[76]» .

Καθ’ ὅλην τὴν νύκτα ὁ Πατριάρχης ἄγρυπνος προσευχόταν στὸ δωμάτιό του. Κατὰ τὸ βράδυ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου εἰδοποίησεν ὁ Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν τῆς Πύλης τὸν Μέγαν Διερμηνέα Σταυράκην τὸν Ἀριστάρχην, ὁ ὁποῖος ἀντικατέστησε τὸν καρατομηθέντα Κων/νον Μουρούζην νὰ μεταβεῖ τὸ πρωὶ στὴν Πύλη, γιὰ νὰ λάβει τὶς ἀναγκαῖες διαταγὲς[77].

10 Ἀπριλίου 1821. Ὁ Πατριάρχης δὲν νιώθει καλὰ τὶς δυνάμεις του. Ὅμως θὰ λειτουργήσει. Φρουρὰ τρισχιλίων στρατιωτῶν περιέζωσεν ἔξωθεν τὸ Πατριαρχεῖον. Ἀφοῦ φόριεσε τὴν στολὴν του προσῆλθεν εἰς τὴν προσκομιδὴν καὶ ἐμνημόνευσεν ὅλα τὰ ὀνόματα ποὺ διατηροῦσε στὸ ἀμάραντο μνημονικό του, ὅταν οἱ χοροὶ ἔψαλλαν τὸ «Ἀγαπήσω Σε Κύριε, ἡ ἰσχύς μου». Μὲ δάκρυα στὰ μάτια ἀσπαζόταν, τὸν τελευταῖον ἀσπασμὸν τοὺς ἀρχιερεῖς. Ἀρχιερεὺς ποὺ συλλειτούργησε ἐκείνη τὴ φορὰ διηγεῖται: «Ἴσως ποτὲ ἕως τώρα ὁ Γρηγόριος δὲν ἦταν πιὸ ζωηρὸς καὶ δὲν ἔκανε λαμπρότερη, κατανυκτικώτερη, πιὸ ζωντανὴ καὶ πιὸ μεγάλη θεία Λειτουργία. Ἀπὸ τὰ μάτια του ἔβγαινε θεία φεγγοβολή. Ὁ Πατριάρχης μέσα σὲ μία ἀτμόσφαιρα χαρμολύπης εὐλογεῖ τὸ ἐκκλησίασμα, κι εὔχεται τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη». Μέσα του εὔχεται καὶ τὸ «Ἀναστήτω τὸ Ἔθνος[78]».

Μετὰ τὴν θείαν Λειτουργίαν κάποιος ἐκ τῶν οἰκείων τὸν πληροφόρησε ὅτι ἡ Ἐπανάσταση στὴν Πελοπόννησο εἶναι γεγονὸς καὶ διερωτήθηκε τί θὰ γίνει; Κι ὁ Πατριάρχης ἀτάραχος ἀπάντησε: «Καὶ τώρα καὶ πάντοτε τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου γενέσθω».

Κατὰ τὴν 10ην πρωινήν τῆς 10ης Ἀπριλίου 1821 ὁ Μέγας Διερμηνέας σπεύδει νὰ συναντήσει τὸν Γρηγόριον τὸν Ε΄, διότι εἶχε λάβει ἤδη ἐντολὴν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν Ἐξωτερικῶν τῆς Πύλης γιὰ τὴν ἐκλογὴ νέου Πατριάρχη, τὴν ἔκπτωση τοῦ Γρηγορίου ὡς ἀπίστου καὶ ἐπίβουλου καὶ τὸν ἀπαγχονισμό του. Ὁ Μέγας Διερμηνέας μὲ δάκρυα ἔσπευσε νὰ συναντήσει τὸν Πατριάρχην. Μετ’ ὀλίγον ἔφθασαν στὸ Πατριαρχεῖο καὶ ὁ Κεσεδάρης τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ Τζουσλὰρ Ἐμινὴς ποὺ συνήντησαν τὸν Πατριάρχην, ὁ ὁποῖος διετάχθη νὰ ἀκολουθήσει τὸν Μουσουλμάνον. Ὁ Κεσεδάρης τὸν ὁδήγησε στὸ κατὰ τὸ Βυζάντιο Παράλιο Ἐξώστεγο (Γιαλὶ Κιόσκι) καὶ ἐν συνεχείᾳ στὰ ἐνδότερα τοῦ παλατιοῦ στὴν περιοχὴ τῶν οἰκημάτων τοῦ Βοστατζίμπαση (Ἀρχικηπουροῦ), ἕως ὅτου ἐκλεγεῖ ὁ νέος Πατριάρχης. Ἐκεῖ τοῦ ὑπέβαλαν ἐρωτήσεις μὲ μορφὴ ἀνάκρισης, τὸν βασάνισαν, τὸν ταπείνωσαν, τὸν προκαλοῦσαν νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του.

Σημειώσεις:

[69] Βλ. Ἀνώνυμα, ὅ.π., σ. 40. [70] Βλ. Ἀνώνυμα, ὅ.π., σ. 41. [71] ὅ.π. [72] Βλ. Ἀλέξ. Δεσποτόπουλο, ὅ.π., σ. 33. [73] ὅ.π., σ.34. [74] Βλ. Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀθηνῶν Χρυσόστομο, Γρηγόριος Ε΄ Πατριάρχης Κωνσταντινοπόλεως, Μεγάλη Ἑλληνικὴ Ἐγκυκλοπαίδεια Δρανδάκη, τ. Η΄, σελ. 74 [75] Βλ. Ἀνώνυμο, ὅ.π., σ. 43. [76] ὅ.π. σ. 43-44. [77] ὅ.π., σ. 44. [78] ὅ.π. σ. 45.

 

Γρηγόριος Ε΄ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως – 6ον

  Next Article

Άγιος Εδμόνδος: Ο βασιλιάς-μάρτυρας της Αγγλίας και η προφητεία για την επιστροφή της Ορθοδοξίας