† Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ
7ον.-Τελευταῖον
Ὁ π. Ἀλ. Σμέμαν ἐπισημαίνει εὔστοχα, ὅτι τὸ γεγονὸς ὅτι κάθε βαθμὸς τῆς Ἱερωσύνης σχετίζεται μὲ ἕνα ἰδιαίτερο σημεῖο τῆς Λειτουργίας – Εὐχαριστίας εἶναι γιὰ τὸν δογματολόγο -ἴσως- χωρὶς ἰδιαίτερη σημασία, «μιὰ δευτερεύουσα λειτουργική λεπτομέρεια». Στὴ ζῶσα παράδοση ὅμως αὐτὴ ἡ σχέση εἶναι πρωταρχικῆς σημασίας καὶ ἀποκαλύπτει καλύτερα τὴ φύση τῆς Ἱερωσύνης ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἀπὸ τὶς ἀναρίθμητες μελέτες, ποὺ ἔχουν γραφτεῖ γύρω ἀπὸ τὸ θέμα αὐτό. Ἔχει ἤδη λεχθεῖ, ὅτι ἡ χειροτονία τοῦ Ἐπισκόπου γίνεται «μετὰ τὴν τοῦ Τρισαγίου συμπλήρωσιν, δηλαδὴ ἀπὸ τὰ ̓Αναγνώσματα τῆς Θείας Λειτουργίας. Αὐτὸ κατὰ πρὶν μία θεολογική θεώρηση σημαίνει τὴν μετὰ τὸ βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ παρουσίαν εἰς τὸ κήρυγμα, ὅτε καὶ ἀνέδειξε τοὺς Μαθητάς του Ἀποστόλους, ἀποστείλας αὐτοὺς ἀνὰ δύο, ἵνα κηρύξωσι […] τὸ Εὐαγγέλιον· διότι καὶ ὁ χειροτονούμενος γίνεται διάδοχος τῶν Ἀποστόλων καὶ μέλλει νὰ κηρύξη τὸ Εὐαγγέλιον». Ἡ χειροτονία τοῦ Πρεσβυτέρου γίνεται «μετὰ τὸ εἰσενεχθῆναι καὶ ἀποτεθῆναι τὰ θεῖα δῶρα ἐν τῇ ἁγίᾳ τραπέζῃ, πληρωθῆναί τε τὸν μυστικὸν δεῖπνον» (χερουβικόν). Καὶ τοῦτο «διότι ἔργον τοῦ ἱερέως εἶναι νὰ τελῇ τὰ ἄχραντα μυστήρια». Ἡ χειροτονία, τέλος τοῦ Διακόνου, γίνεται «μετὰ τὸ γενέσθαι τὴν ἁγίαν ἀναφοράν, καὶ τὰς θύρας ἀνοιγῆναι, καὶ τὸν ̓Αρχιερέα ἐκφωνῆσαι τό· Καὶ ἔσται τὰ ἐλέη τοῦ μεγάλου Θεοῦ…». Αὐτὸ σημαίνει: «μετὰ τὴν τελείωσιν τῶν θείων δώρων καὶ πρὸ τῆς μεταλήψεως», «διότι δὲν εἶναι ἔργον αὐτοῦ νὰ τελῇ τὰ Μυστήρια, ἀλλὰ νὰ ὑπηρετῇ τοὺς Ἀρχιερεῖς καὶ Ἱερεῖς εἰς τὴν τελετὴν αὐτῶν τῶν Μυστηρίων». Μόνο, δηλαδή, χριστοκεντρικὰ καὶ εὐχαριστιοκεντρικὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κατανοηθοῦν τὰ σχετιζόμενα μὲ τὴ χειροτονία τῶν τριῶν βαθμῶν τῆς Ἱερωσύνης.
Ἡ συνάρτηση δὲ τῆς Ἱερωσύνης μὲ τὴν Εὐχαριστία καὶ ὅλη τὴ λειτουργικὴ πράξη τῆς Ἐκκλησίας φαίνεται καὶ ἀπὸ τὴν παρατηρουμένη διαφοροποίηση τοῦ σχετιζόμενου μὲ αὐτὴν τελετουργικοῦ ἀπὸ ἐκεῖνο τῶν κατωτέρων βαθμῶν της. Οἱ χειροτονίες, ἔτσι, τῶν ἀνωτέρω βαθμῶν γίνονται, ὅπως ἐλέχθη, μέσα στὴ Θεία Λειτουργία, ἐντὸς τοῦ ἁγίου Βήματος καὶ πάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα, «διότι τῆς ἁγίας Τραπέζης ὑπηρέται χειροτονοῦνται». Οἱ χειροθεσίες τῶν κατωτέρων κληρικῶν (Ἀναγνώστου, Ψάλτου, Ὑποδιακόνου), ἀλλὰ καὶ οἱ «προχειρίσεις» εἰς τὰ διάφορα ὀφφίκια, «γίνονται ἔξω τοῦ βήματος, διότι καὶ τὸ ἔργον αὐτῶν εἶναι ἔξω τοῦ βήματος, καὶ μετὰ τὸ τέλος τῆς Ἀκολουθίας». Χαρακτηριστικό ὅμως πάλι εἶναι ὅτι «αἱ μὲν ἄλλαι γίνονται καὶ μὴ τελουμένης Λειτουργίας, μόνη δὲ τοῦ Ὑποδιακόνου, καθ ̓ ἃς ἡμέρας τελεῖται Λειτουργία». Ὅλα αὐτὰ ἐπιβεβαιώνουν τὴ σχέση τοῦ μυστηρίου μὲ τὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη καὶ ὅλη τὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας.
Τὸ μυστήριο τῆς Μετανοίας δὲν συνδέεται μὲν ἄμεσα μὲ τὴ Θεία Εὐχαριστία, «σχετίζεται ὅμως ἄμεσα μὲ τὴν κοινωνία μέσα στὸ σῶμα». Ὡς ἐπανένταξη τοῦ ἁμαρτάνοντος στὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα, συνιστᾶ προϋπόθεση μετοχῆς στὴν εὐχαριστιακή κοινωνία τοῦ σώματος. Ἡ ἀρχαία χριστιανικὴ πράξη γιὰ τὴ συμμετοχὴ στὴν Εὐχαριστία, ἐκφραζόμενη μὲ τὴ φράση «προεξομολογησάμενοι τὰ παραπτώματα ὑμῶν», προδίδει μιὰ δυναμικὴ τοῦ μυστηρίου, ποὺ ἐνεργεῖ στὰ ὅρια τῆς εὐχαριστιακῆς συνάξεως.
Ἀλλὰ καὶ ὁ Γάμος, «ὅπως καὶ ὅλα τὰ ἄλλα μυστήρια, συνδέθηκε ἀπ̓ ἀρχῆς μὲ τὴ Θεία Εὐχαριστία». Ἡ ἀπουσία εἰδικῆς ἀκολουθίας γιά τό γάμο στοὺς πρώτους αἰῶνες εἶναι εὐεξήγητη, διότι, ὅπως ἔχει ἤδη λεχθεῖ, «ἡ πλήρωση τοῦ γάμου ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς ἦταν ἡ κοινὴ συμμετοχή τους στὴ Θεία Εὐχαριστία».
Ὅπως παρατηρεῖ ὁ καθηγ. Βλάσιος Φειδᾶς, «ἡ ἔνταξη τῆς εὐλογίας τοῦ γάμου στὸ πλαίσιο τῆς Θ. Εὐχαριστίας περιόρισε τὴν ἀνάπτυξη τῶν ἰδιαίτερων στοιχείων μιᾶς εἰδικῆς ἀκολουθίας τοῦ μυστηρίου τοῦ γάμου, ἡ ὁποία καλυπτόταν τόσο ἀπὸ τὶς εἰδικὲς εὐχὲς γιὰ τὸν ἁγιασμὸ τῆς ἐγγάμου σχέσεως, ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν ὅλη ἀκολουθία τῆς Θείας Λειτουργίας […] Βέβαια συμπληρώνει οἱ πρῶτες ἁπλὲς μορφές εὐλογίας καὶ ἁγιασμοῦ τῆς ἐγγάμου σχέσεως ἀναπτύχθηκαν μὲ τὴν ἀξιοποίηση σχετικῶν στοιχείων ἀπὸ τὴν Π. καὶ τὴν Κ. Διαθήκη, χωρὶς ὅμως καὶ νὰ αὐτονομηθοῦν ἀπὸ τὸ εὐχαριστιακό πλαίσιο καὶ χωρὶς νὰ ἐξελιχθοῦν σὲ μιὰ αὐτοτελῆ ἀκολουθία γάμου».
Εἶναι ἐνδιαφέρουσα, ἐπίσης, ἡ ἀκόλουθη θέση τοῦ (μητροπ.) Ἰωάννου Ζηζιούλα: «Ὁ Γάμος θὰ ἦτο λάθος νὰ θεωρηθῆ ὡς ἁπλῆ βεβαίωσις καὶ ἐπευλόγησις ἑνὸς βιολογικοῦ γεγονότος. Συνδεδεμένος μὲ τὴν Εὐχαριστίαν, ἀποτελεῖ ὑπόμνησιν ὅτι οἱ νεόνυμφοι, καίτοι ἔχουν τὴν εὐλογίαν νὰ δημιουργήσουν ἰδίαν οἰκογένειαν, ἐν τούτοις τὸ ἔσχατον καὶ οὐσιαστικὸν πλέγμα σχέσεων, ποὺ συνιστᾶ τὴν ὑπόστασίν τους, δὲν εἶναι ἡ οἰκογένεια, ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησία, ὅπως ἐκφράζεται εἰς τὴν εὐχαριστιακὴν σύναξιν. Ἡ ἐσχατολογικὴ αὐτὴ ὑπέρβασις τῆς βιολογικῆς ὑποστάσεως ὑποδηλοῦται καὶ ἀπὸ τὴν «στέψιν» τῶν νεονύμφων, χάνεται ὅμως οὐσιαστικὰ καὶ ὑπαρξιακὰ ἀπὸ τὴν στιγμήν, ποὺ θὰ ἀποκοπῇ ἡ τελετὴ τοῦ γάμου ἀπὸ τὴν Εὐχαριστίαν». Μέσα στὴ Θ. Λειτουργία, ὁ γάμος «βρίσκει τὸ πραγματικὸ νόημα καὶ τὴν οὐσιαστικὴ ἀποστολή του, ποὺ εἶναι ἡ βίωση ἀπὸ τοὺς συζύγους τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ μεταβολὴ τοῦ δεσμοῦ τους σὲ σημεῖο τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ […] Μέσα στὴν εὐχαριστιακή σύναξη, παρισταμένων τῆς Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν Ἁγίων, μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, οἱ πιστοὶ δέχονται ἕνα νέο ζεῦγος νὰ μετάσχει στὸ ἔλεος καὶ τὴ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ μεταμορφώσει τὴ σχέση του σὲ μυστήριο τῆς βασιλείας».
Ἡ δομὴ καὶ τῆς ἀκολουθίας τοῦ Γάμου, ἀκόμη καὶ ὅπως τελεῖται σήμερα, μαρτυρεῖ τὴ σχέση τοῦ μυστηρίου μὲ τὴ Θ. Εὐχαριστία: «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία…», εἰρηνικά, ἀναγνώσματα, ἐκτενής, πληρωτικά – αἰτήσεις, «Καὶ καταξίωσον», «Πάτερ ἡμῶν», εὐχὴ κεφαλοκλισίας, κοινὸ ποτήριο, κοινωνικό. Στὴ χειρόγραφη παράδοση ἀναγράφεται καὶ ἡ ψαλμωδία τοῦ Τρισαγίου στὴν κανονική του θέση. Ὁ γνωστὸς καὶ ἔγκριτος μουσικολόγος κ. Σίμων Καρᾶς, πρα-γματευόμενος τὸ θέμα σὲ εἰδικὴ μελέτη του, ἔχοντας ὡς βάση τὰ χειρόγραφα, ἐπισημαίνει λεπτομερῶς τὶς ἀναλογίες καὶ ὁμοιότητες καὶ μεταξὺ τῆς ἀκολουθίας τοῦ γάμου καὶ τῶν ἀκολουθιῶν τῶν ἄλλων μυστηρίων καὶ λειτουργικῶν πράξεων, ποὺ τελοῦνται μέσα στὴ Λειτουργία. Πρέπει δὲ ἀκόμη νὰ σημειωθεῖ, ὅτι μὲ βάση τὰ χειρόγραφα (ἀπὸ τὸν ια΄ αἰ. καὶ ὥς τὸν ιζ΄) ἡ ἀκολουθία τοῦ γάμου συνυφαίνεται μὲ τὴν Προηγιασμένη Θ. Λειτουργία, πού, ὅπως φαίνεται, εἶχε μεγάλη διάδοση. Θὰ ἐρωτοῦσε ὅμως κανείς, γιὰ ποιὸ λόγο; Κατὰ τὸν καθηγ. Ἰω. Φουντούλη, «ἴσως ἡ ἀνάγκη νὰ ἀποδεσμευθῆ ὁ γάμος ἀπὸ τὶς μεγάλες ἐκκλησιαστικές συνάξεις ὁλοκλήρου τῆς ἐνοριακῆς κοινότητος, ἰδίᾳ κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν Κυριακῶν καὶ τῶν ἑορτῶν ἢ πανηγύρεων· ἴσως ἡ τέλεσίς του σὲ διαφορετικὲς ὧρες ἀπὸ τὶς συνήθεις τῆς λειτουργίας. Ἴσως καὶ πολλοὶ μαζὶ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἢ ἐνδεχομένως καὶ ἄλλοι συνετέλεσαν στὴν ἀναζήτησι καὶ ἐξεύρεσι αὐτῆς τῆς πρακτικῆς λύσεως. Ὀρθὰ δὲ συμπεραίνει, ὅτι καὶ ἀπὸ τὴ λύση αὐτὴ διαφαίνεται «ἡ ἐμμονὴ στὴ σύνδεσι λειτουργίας καὶ γάμου».
Πρέπει, λοιπόν, νὰ ὑπογραμμισθεῖ, ὅτι ἐπὶ πολλοὺς αἰῶνες (ὣς τὰ μέσα τῆς τουρκοκρατίας) κατορθώθηκε ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρες νὰ κρατήσουν τόσο τὸ βάπτισμα, ὅσο καὶ τὸ γάμο συνδεδεμένα μὲ τὴ Θεία Εὐχαριστία, «ἤρκεσαν δὲ οἱ δύο ὑπόλοιποι σκοτεινοὶ αἰῶνες τῆς δουλείας νὰ τὴν ἐξαλείψουν».
Ἡ ἀκολουθία τοῦ Εὐχελαίου, τέλος, κατὰ τὴ χειρόγραφη παράδοση, ποὺ ἐρεύνησε ὁ Καθηγ. Ἰω. Φουντούλης, τελεῖται ἐν ἐκκλησίᾳ ἢ ἐν οἴκῳ». Ἀρχικὰ ὅμως ἐτελεῖτο στὸ ναό, συνδεδεμένο καὶ αὐτὸ μὲ τὴ Θ. Λειτουργία. Ἄν ὁ ἀσθενὴς μποροῦσε νὰ μετακινηθεῖ, μεταφερόταν στὸ ναό· εἰδ’ ἄλλως, μετέβαιναν οἱ Ἱερεῖς, μετὰ τὸ τέλος τῆς Θ. Λειτουργίας, στὴν οἰκία του καὶ τὸν ἔχριαν ἐκεῖ. Ἡ ἀποσύνδεση τοῦ Εὐχελαίου ἀπὸ τὴ Θ. Εὐχαριστία ὁδήγησε στὴ γενίκευση τῆς τελέσεώς του στὴν οἰκία. Ἐνδιαφέρουσα εἶναι ἡ ἀκόλουθη πληροφορία: Στὴ β΄ περίπτωση «ἡ θεία λειτουργία ἐτελεῖτο μετὰ τὴν ἀκολουθίαν τοῦ εὐχελαίου ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρας, κατὰ τὰς ὁποίας ἐλειτούργουν ἀλληλοδιαδόχως οἱ ἑπτὰ ἱερεῖς. Κατ ̓ ἄλλην διάταξιν, μετὰ τὸν ἑσπερινὸν καὶ τὴν παννυχίδα καὶ τὴν εἰδικὴν διὰ τὸ εὐχέλαιον ἀκολουθίαν τοῦ ὄρθρου, οἱ ἑπτὰ ἱερεῖς ἐλειτούργουν εἰς ἑπτὰ διαφόρους ναούς, εἶτα δὲ συναγόμενοι εἰς μίαν ἐκκλησίαν, ἐτέλουν τὴν ἀκολουθίαν τοῦ εὐχελαίου (Σινᾶ 973)».
Μὲ τὴν ἐπικράτηση ἑνὸς σχολαστικοῦ πνεύματος, μαζὶ μὲ τὴν τυποποίηση, ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴν ἐθιμοποίηση τῆς πίστεως, τὰ μυστήρια ἀποσπάσθηκαν στοὺς τελευταίους αἰῶνες ἀπὸ τὴ Θ. Εὐχαριστία, ἢ ἀποσυνδέθηκαν ἀπὸ αὐτήν, κατέληξαν δὲ νὰ γίνουν «ἰδιωτικὲς ἀκολουθίες» γιὰ τὸν ἀτομικὸ ἁγιασμὸ καὶ τὴ συμβατικὴ διευθέτηση «θρησκευτικῶν καθηκόντων». Τὸ μυστήριο τῆς Μετανοίας, ἔτσι, ἀπὸ πράξη συμφιλιώσεως μὲ τὴν Ἐκκλησία, νοεῖται σήμερα ὡς «τυπική- νομική» δικαίωση καὶ ἀτομικὴ ρύθμιση τῆς σχέσεως μὲ τὴν «ὀργισμένη» θεότητα καὶ καταλλαγὴ μαζί της, ὅρια μιᾶς συναλλαγῆς. Τὰ «ἐπιτίμια», ἐξ ἄλλου, ἀπὸ μέσα θεραπευτικὰ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἔγιναν «ποινὲς» γιὰ τὴν ἐξαγορά τῶν ἁμαρτιῶν ἢ τὴν ἐξιλέωση τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ἰσχύει καὶ γιὰ τὸ Εὐχέλαιο, ὥς ἕνα σημεῖο, ποὺ κατάντησε ὑποκατάστατο τῆς Ἐξομολογήσεως ὡς «προετοιμασία» γιὰ τὴν προσέλευση στὴ θεία Κοινωνία. Τὸ μυστήριο τοῦ Γάμου ἀποξενώθηκε, ἐπίσης, ἀπὸ τὴ δυνατότητα μεταμορφώσεως τοῦ «φυσικοῦ» γάμου στὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐκλαμβάνεται ὡς «εὐλογία» ἁπλὴ καὶ χριστιανικὴ ἐπικύρωση τοῦ γάμου γιὰ τὴ «νόμιμη» σαρκικὴ σχέση τῶν συζύγων. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀντικαταστάθηκε τὸ Ποτήριο τῆς Εὐχαριστίας μὲ ἕνα κύπελο, ποὺ «συμβολίζει» τὴν κοινὴ ζωή τους στὰ ὅρια τῆς μὴ μεταμορφωμένης «φυσικότητας». Ἔτσι ὅμως, συσκοτίσθηκε ἡ σχέση τῶν μυστηρίων μὲ τὴ ζωὴ τοῦ ὅλου σώματος, ἡ ἐκκλησιαστικότητά τους, ὑποχώρησε δὲ ἡ ἔννοια τῆς κοινότητος-κοινωνίας καί, τελικά, τῆς συνάξεως, ποὺ πραγματοποιεῖ τὴν οἰκοδομὴ καὶ αὔξηση τῆς Ἐκκλησίας.
Εἶναι ὅμως γεγονός, ποὺ πρέπει νὰ χαιρετισθεῖ μὲ αἰσιοδοξία, ὅτι στὶς τελευταῖες δεκαετίες πληθαίνουν ἐκεῖνοι, ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ τελέσουν τὸ μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος καὶ τοῦ Γάμου μέσα στὴ Λειτουργία. Καὶ ἂν ἀκόμη σὲ κάποιες περιπτώσεις δὲν πρόκειται παρὰ γιὰ «ρομαντικές» συναισθηματικότητες, ἡ «ἐπιστροφὴ» στὴν παράδοση εἶναι κάτι θετικό γιὰ τὴν ἀναζωπύρηση τοῦ φρονήματος. Ὅπως ἡ ἀποσύνδεση Γάμου καὶ Θείας Εὐχαριστίας μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ὡς «ἀπὸ μηχανῆς Θεός» γιὰ τὶς περιπτώσεις τελείας διακοπῆς ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἐπανασύνδεση, τουλάχιστον τοῦ Βαπτίσματος καὶ τοῦ Γάμου μαζί της, ἀπὸ τοὺς ἔχοντες γνώση τοῦ θεολογικοῦ ἐκκλησιολογικοῦ περιεχομένου αὐτῶν τῶν μυστηρίων καὶ ἐπιθυμοῦντες τὴν παραδοσιακὴ τέλεσή τους, εἶναι ἀληθινὴ εὐλογία καὶ γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ γίνεται καὶ ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῶν κληρικῶν ἐπαινετὰ ἀποδεκτή.
Πηγή: «Η ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ, Ἐκδόσεις Ἁρμός.




