ΜΕΡΟΣ ΙΓ΄
ΕΠΙ ΡΩΜΑΪΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ
Στὴν ἐποχὴ τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας ἡ ἀξία ποὺ εἶχε ὁ μεμονωμένος πολίτης γιὰ τὸ κράτος ἔφθινε. Ὑπὸ τὴν ἐπίδραση τῶν Στωικῶν («εὔλογος ἐκ τοῦ βίου ἐξαγωγὴ» [1]), ἡ αὐτοκτονία δὲν ἀξιολογεῖτο ὡς ἀνήθικη ἢ παράνομη πράξη, ἀλλ’ ἀντιθέτως ἀποτελοῦσε ἔνδειξη ἰσχυρᾶς θελήσεως, καὶ μάλιστα ὄχι μόνο ὅταν ἡ αὐτοκτονία ἀποσκοποῦσε στὸν τερματισμὸ μίας ἐπονείδιστης αἰχμαλωσίας ἀπὸ τὶς δυνάμεις τοῦ ἐχθροῦ (βλ. τὴν αὐτοκτονία τοῦ Κάτωνος), ἀλλὰ καὶ ὅταν ἦταν προϊὸν μίας πεσιμιστικῆς κοσμοαντίληψης [2]. Ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου, τὸ κράτος δὲν θεωροῦσε ἀναγκαῖο νὰ ἐπέμβει τιμωρητικά, παρότι ὁ ἀριθμὸς τῶν αὐτοκτονιῶν παρουσίαζε αὐξητικὴ τάση.
Ὅπως σημειώνει χαρακτηριστικὰ ὁ ἐντεταλμένος ὑφηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Μενέλαος Μπακατσούλας στὴν ὀγκώδη μονογραφία του γιὰ «τὰ αἴτια τῆς αὐτοκτονίας»: [3] «Ἡ συχνότης τῶν αὐτοκτονιῶν κατὰ τὴν δημοκρατικὴν καὶ τὴν αὐτοκρατορικὴν περίοδον ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ διατυπωθῆ ἡ γνώμη καθ’ ἥν ἡ ρωμαϊκὴ κοινωνία, ὑπὸ τὴν ἐπίδραση τῶν Στωικῶν ἀντιλήψεων, ἀνεζήτει εἰς τὸν ἑκούσιον θάνατον τὸ φάρμακον κατὰ τῆς ἀνίας καὶ τῆς διαφθορᾶς· οὕτω δὲ μικρὸν κατὰ μικρὸν ἡ ἐκ τοῦ βίου φυγὴ προσέλαβε μορφὴν ἀληθοῦς ἐπιδημίας».
Ὡστόσο, ὁ συγγραφέας διευκρινίζει ὅτι «τὸν ἐπιδημικὸν τῶν αὐτοκτονιῶν χαρακτήρα κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν δὲν δυνάμεθα νὰ σταθμίσωμεν, ἐπειδὴ ἡ ἀνώμαλος ἀνέλιξις κοινωνικοῦ τινος φαινομένου δὲν προσδιορίζεται ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν περιπτώσεων, ἀλλ’ ἀπὸ τὸν ρυθμὸν καθ’ ὅν αὖται αὐξάνονται ἐν τῷ διαστήματι τοῦ χρόνου. Ὑπόθεσιν μόνον δυνάμεθα νὰ ἐκφέρωμεν ἐκ τοῦ ὅτι κατὰ τὴν ἐπακολουθήσασαν περίοδον τοῦ χριστιανισμοῦ τὰ κρούσματα τῶν ἑκουσίων θανάτων ἐμειώθησαν αἰσθητῶς» [4].
Πάντως, σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴν συχνότητα τῶν αὐτοκτονιῶν ποὺ διαπράττονταν στὶς πρῶτες χριστιανικὲς κοινότητες, ὁ Μπακατσούλας σημειώνει: [5] «Κατὰ τὴν ἡμετέραν γνώμην, ὁ Χριστιανισμός, διασώσας ἐκ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἴχνη ἀπαισιοδόξου τοῦ βίου θεωρήσεως, ὑπελάμβανε τὸν μὲν ἐπίγειον κόσμον ὡς κλαυθμῶνα, τὸν δὲ οὐρανὸν ὡς ἀληθῆ τῆς ψυχῆς οἴκησιν. Ἡ διδασκαλία αὕτη ἐδημιούργησε κατὰ τὴν περίοδον τῶν διωγμῶν τοὺς μάρτυρας, οἵτινες μὲ ἀκαταμάχητον ὁρμὴν καὶ ἐνθουσιασμὸν θυσιαζόμενοι ὑπὲρ τῆς πίστεως παρεῖχον ἑαυτοὺς θαυμαστὸν παράδειγμα».
ΤΖΩΝ ΝΤΑΝ: Ο ΧΡΙΣΤΟΣ (ΔΕΝ) ΑΥΤΟΚΤΟΝΗΣΕ!
Σύμφωνα, ὅμως, μὲ τὴν θέση ποὺ διετύπωσε στὸ περὶ αὐτοκτονίας βιβλίο του «Biathanatos» [6] ὁ ἱερέας τῆς Ἀγγλικανικῆς Ἐκκλησίας Τζὼν Ντὰν (John Donne), ὁ νομοθέτης κηρύσσει τὴν αὐτοκτονία ἀπαγορευμένη πράξη, ὁσάκις λαμβάνει ἐπιδημικὲς διαστάσεις. Κατ’ ἐφαρμογὴν τοῦ ἀποφθεγματικοῦ κανόνα ὅτι, «ἂν σ’ ἕνα τόπο βρεῖτε πολλοὺς κι αὐστηροὺς νόμους ἐναντίον μίας παράβασης, δὲν εἶναι ἀσφαλὲς νὰ συμπεράνετε ἀπὸ αὐτὸ τὸ γεγονὸς ὅτι πρόκειται γιὰ βαρύτατο καὶ στυγερὸ παράπτωμα, ἀλλὰ μᾶλλον ὅτι ὁ λαὸς ἔχει ἰδιαίτερη τάση πρὸς αὐτὸ τὸ παράπτωμα ἐκείνη τὴν ἐποχή», εἶχε ἐκδοθεῖ «τὸ διάταγμα τοῦ Tarquinius Priscus, ὁ ὁποῖος ἀντιμετώπισε τὴν ἐπιθυμία τοῦ θανάτου ποὺ εἶχε ἐνσκήψει στοὺς ἄνδρες του σὰν ἐπιδημία μὲ τὸ ὀνειδιστικὸ κρέμασμα καὶ τὴν ἔκθεση τῶν σωμάτων τους στὰ ὄρνια καὶ τὰ ἄγρια ζῶα».
Μὲ τὴν ἴδια ἀφορμή, ὁ Ντὰν ἐπικαλεῖται καὶ «τὸ παράδειγμα τῶν παρθένων τοῦ Milesium, ποὺ κυριεύτηκαν ἀπὸ τὴ λαγνεία ἑνὸς τέτοιου θανάτου κι ἀκολουθώντας τὸν συρμὸ τὸν ἐπιδίωξαν, ἀλλὰ ὅπως ὅριζε τὸ διάταγμα ποὺ ἐκδόθηκε τότε, ἐκτέθηκαν δημοσίως γυμνές, γιὰ νὰ ἀτιμαστοῦν». Τὸ παράδειγμα αὐτὸ ἀποδεικνύει ὅτι «κάθε πολιτεία ἐπιζητᾶ μὲ κάθε τρόπο νὰ ἀποτρέψει τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τούτη τὴ φυσικὴ ἀγάπη τοῦ εὔκολου θανάτου, ὁ ὁποῖος θὰ ἐξασθένιζε πολὺ τὴν ἀριθμητική τους δύναμη».
Στὴν προαναφερθεῖσα πραγματεία του, ὁ Ντὰν ὑπονοεῖ ὅτι ὁ Χριστὸς αὐτοκτόνησε, καθὼς γράφει ὅτι «αἰτία του θανάτου του τὴ δεδομένη στιγμὴ ἦταν ἀποκλειστικὰ ἡ δική του θέληση», υἱοθετώντας τὸ «ἐπιχείρημα τῆς παράλειψης» τοῦ Θωμᾶ τοῦ Ἀκινάτη, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο «ὁ Χριστὸς ἔγινε ὁ ἴδιος αἰτία τοῦ θανάτου του, ἔτσι ὅπως γίνεται αἰτία νὰ βραχεῖ ὅποιος μποροῦσε νὰ κλείσει τὸ παράθυρο στὴ βροχή, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔκανε» [7].
Πρόκειται, ὅμως, γιὰ ἕνα βλάσφημο, καθότι διαβολικὰ ἀνάποδο πρὸς τὴν πραγματικότητα, ἰσχυρισμὸ τοῦ Ντάν, ἀφοῦ, βεβαίως, ὁ Χριστὸς δὲν αὐτοκτόνησε, ἀλλά, προκειμένου νὰ λυτρώσει ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα ποὺ κατέστησε τὸν ἄνθρωπο πλάσμα θνητό, ὑπέμεινε αὐτοθυσιαστικὰ τὴν Σταύρωσή του, ἡ ὁποία ἀποφασίσθηκε ἀπὸ τὸν ἑβραϊκὸ λαὸ καὶ ἐκτελέσθηκε ἀπὸ τὴν ρωμαϊκὴ ἐξουσία, ἀναστὰς δὲ ὁ ἴδιος, προσέφερε καὶ σὲ κάθε ἄνθρωπο τὴν χαρμόσυνη προοπτική τῆς ἀναστάσεως. Ἂν ὁ Χριστὸς εἶχε ἀξιοποιήσει τὴν θεϊκή Του δύναμη, θὰ εἶχε καταλύσει τὸ αὐτεξούσιο τῶν ἀνθρώπων ποὺ Τὸν ἔκριναν καὶ Τὸν κατεδίκασαν τόσο κατάφωρα ἄδικα καὶ ἐν τέλει ἀπάνθρωπα.
Στὸν ἰσχυρισμὸ τοῦ Ντὰν ἀναφέρεται καὶ ὁ Χόρχε Λουὶς Μπόρχες στὸν Α΄ Τόμο τῶν Δοκιμίων του [8], σημειώνοντας ὅτι ὁ ἀγγλικανὸς ἱερέας ἔγραψε τὴν εἰκασία (ὀρθότερα: τὴν πλάνη) περὶ αὐτοκτονίας τοῦ Χριστοῦ τὸ 1608, ἐνῶ «τὸ 1631, σχεδὸν ἑτοιμοθάνατος, τὴν περιέλαβε σ’ ἕνα κήρυγμά του στὸ παρεκκλήσι τοῦ ἀνακτόρου τοῦ Οὐάιτχωλ».
ΜΑΛΘΟΥΣΙΑΝΗ ΘΕΩΡΙΑ
Πρὸς τὴν ἀντίθετη κατεύθυνση σὲ σχέση μὲ ἐκείνη ποὺ περιγράφει ὁ Ντὰν στὸ προαναφερθὲν μελέτημά του, ὁδηγεῖ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς, μέχρι σήμερα ἄκρως ἐπιδραστικῆς, μαλθουσιανῆς θεωρίας, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας διαμορφώθηκε ἡ ἀρχὴ ὅτι μία ὑπερβολικὴ παραγωγή, ὅπως καὶ μία ὑπερβολικὴ κατανάλωση, μποροῦν εὔκολα νὰ φέρουν τὴν κοινωνία ἐνώπιον σοβαρῆς καταστάσεως ἀνάγκης, ὁπότε τὸ κράτος εἶναι ἀναμενόμενο νὰ μὴ νοιάζεται γιὰ τὸν κίνδυνο ἀπωλείας ἑνὸς ὁρισμένου ἀριθμοῦ πολιτῶν [9]. Ὅσο περισσότεροι ἄνθρωποι ζοῦν στοὺς κόλπους ἑνὸς κράτους, τόσο μικρότερο εἶναι τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν διατήρηση καθενὸς ἐξ αὐτῶν στὴν ζωή, ἀφοῦ δὲν δικαιολογεῖται ὁ φόβος ὅτι ἡ μείωση τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ πληθυσμοῦ θὰ ἔχει βλαπτικὲς ἐπιπτώσεις [10]. Κάτι ἀντίστοιχο συμβαίνει καὶ στοὺς κόλπους μίας οἰκογένειας: ὅσο πιὸ πολυάριθμη, τόσο μεγαλύτερο εἶναι τὸ οἰκονομικὸ βάρος ποὺ τῆς προσθέτει τὸ κάθε μέλος της.
ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΝ
Ἀπὸ τὸν 19ο αἰώνα καὶ μετά, ὑπὸ τὴν ἐπίδραση τοῦ Διαφωτισμοῦ (ἡ πρώτη χώρα ποὺ κατήργησε τὸ ἔγκλημα τῆς αὐτοκτονίας ἦταν ἡ ἐπαναστατικὴ Γαλλία τοῦ 1790 καὶ ἀκολούθησε ἕξι χρόνια ἀργότερα ἡ Πρωσία [11], τὸ 1850 ἡ Αὐστρία, ἐνῶ ἡ Ἰρλανδία ἦταν ἡ τελευταία χώρα ποὺ τὸ 1986 κατήργησε τὸ ἀξιόποινο τῆς ἀπόπειρας αὐτοκτονίας), ἄρχισε νὰ ἐπικρατεῖ ἡ φιλελεύθερη ἀντίληψη ὅτι ὁ πολίτης πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζεται περισσότερο ὡς ἕνα αὐτόνομο ἄτομο καὶ λιγότερο ὡς τροχὸς τῆς κρατικῆς μηχανῆς (Rad an der Staatsmaschine) [12].
«Ἡ ἀποποινικοποίηση τῆς αὐτοκτονίας ὑπῆρξε ἐν τέλει καρπὸς τόσο τῆς προϊούσας διάκρισης τοῦ δικαίου ἀπὸ τὴν ἠθικὴ καὶ τῆς ἐκκοσμίκευσης τοῦ κράτους ὅσο καὶ κατάληξη σκέψεων σκοπιμότητας: ἡ τιμώρηση τοῦ ἐπίδοξου αὐτόχειρα ἀντέβαινε στὴν ἀντίληψη γιὰ μία ἀντεγκληματικὴ πολιτικὴ ποὺ θὰ ὄφειλε νὰ στηρίζεται στὴν ἀποτελεσματικὴ ἀποθάρρυνση διὰ τῆς ποινῆς καὶ στὸν προσωπικὸ χαρακτήρα της. Στὰ πλαίσια τῶν σύγχρονων ἐννόμων τάξεων συλλαμβάνεται πλέον ἡ αὐτοκτονία ὡς ποινικὰ ἀδιάφορη πράξη, ἐξέλιξη τὴν ὁποία ἐπέβαλε ἡ σταδιακὴ ἀτομικοποίηση τοῦ ἐννόμου ἀγαθοῦ τῆς ζωῆς, σύμφωνα μὲ τὶς νεότερες κοινωνικὲς ἀξιολογήσεις γιὰ τὴν προστασία του» [13].
Ὅπως γίνεται εὐρέως δεκτὸ στὴν σύγχρονη ποινικὴ ἐπιστήμη, «μολονότι μὲ βάση τὴν χριστιανικὴ ἠθική, ἡ αὐτοκτονία ἀποδοκιμάζεται, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος καταλύει τὸ δῶρο ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ μὲ βάση τὴν καντιανὴ ἠθικὴ ἡ αὐτοκτονία ἀποτελεῖ παραβίαση τοῦ ἀρεταϊκοῦ καθήκοντος (Tugendpflicht) τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτό, ἐν τούτοις τὸ δικαιικὸ καθῆκον (Rechtspflicht) δὲν παραβιάζεται ἀπὸ τὸν αὐτόχειρα, διότι ἡ αὐτοκτονία δὲν συνιστᾶ προσβολὴ τῆς σφαίρας ἐλευθερίας ἑνὸς ἄλλου ἀνθρώπου» [14].
Συνακολούθως, «ὁ διαχωρισμὸς τοῦ Δικαίου ἀπὸ τὴν Ἠθικὴ ἐξακολουθεῖ νὰ ἰσχύει στὸ σημερινὸ Ποινικὸ Δίκαιο, ἀφοῦ αὐτὸ δὲν ἐπιβάλλει κυρώσεις γιὰ τὴν παραβίαση καθηκόντων ποὺ ὑφίστανται πρὸς τὸν Θεὸ ἢ τὸν ἑαυτό μας, ἀλλὰ μὲ γνώμονα τὴν ἀρχὴ neminem laede, ποὺ σημαίνει: δὲν ἐπιτρέπεται νὰ βλάπτουμε κανένα, ἤτοι κανένα ἄλλον ἄνθρωπο» [15]. Ἐν εἴδει ἀποφθέγματος: «Ὁ πολίτης ἔχει χρέος ἀπέναντι στὴν κοινότητά του, ἀλλὰ μόνο ἐφ’ ὅσον εἶναι ἐν ζωῇ· ἀντιθέτως, δὲν ἔχει χρέος ἀπέναντι στὴν κοινότητά του νὰ παραμένει ἐν ζωῇ» [16]. Ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει, «αἱ κατὰ τῶν αὐτοκτονούντων ποιναὶ εἰσιν ἄδικοι καὶ παράλογοι, ἀπάνθρωποι καὶ ἀλυσιτελεῖς» [17].
Ὡς ἐκ τούτου, «ἄν […] στὴν προστασία τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς κρύβεται καὶ τὸ κοινωνικὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν διατήρηση τῆς ζωῆς τῶν μελῶν τῆς κοινωνίας χάριν τῆς ὕπαρξης καὶ εὔρυθμης λειτουργίας αὐτῆς […], [θ]ὰ δημιουργοῦνταν ἔτσι ὑποχρέωση σὲ κάποιον ὄχι μόνο νὰ μὴ μπορεῖ νὰ ἀρνηθεῖ τὴν ἀναγκαία πρὸς διάσωση τῆς ζωῆς ἢ τῆς σωματικῆς ἀκεραιότητάς του ἰατρικὴ ἢ ἄλλου εἴδους ἐπέμβαση, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποφεύγει κάθε ἐνέργεια ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ προσβάλλει τὴν ὑγεία του (ἀλκοόλ, τσιγάρο κ.λπ.). Αὐτὸ ὅμως θὰ ἦταν […] τὸ τέλειο ἀστυνομικὸ κράτος» (perfekter Polizeistaat) [18].
Ὅπως, ὅμως, ἤδη σημειώθηκε, ὁ ἑλληνικὸς Ποινικὸς Κώδικας, ἀπὸ τὸ 1950 ποὺ πρωτοθεσπίσθηκε, ἀκολούθησε τὸ μοντέλο τοῦ ἤπιου πατερναλισμοῦ, ἀπαγορεύοντας στοὺς τρίτους νὰ ἐμπλέκονται σὲ μία αὐτοκτονία, προκειμένου νὰ ἀποφευχθεῖ τὸ ἐνδεχόμενο ὁ αὐτόχειρας νὰ μὴ εἶναι σὲ θέση νὰ λάβει μία καλοζυγισμένη ἀπόφαση τερματισμοῦ τῆς ζωῆς του. Ὡστόσο, ἡ ἀπαγόρευση αὐτὴ ἀφοροῦσε δύο πολὺ συγκεκριμένους τρόπος συμμετοχῆς στὴν αὐτοκαταστροφικὴ πράξη τοῦ αὐτόχειρος: τὴν καταπείση σὲ αὐτοκτονία καὶ τὴν βοήθεια ποὺ δόθηκε κατὰ τὴν τέλεσή της. O ἀποκλεισμὸς τῆς βοήθειας ποὺ δίδεται πρὸ τῆς αὐτοκτονίας ἀπὸ τὴν ἀντικειμενικὴ ὑπόσταση τοῦ ἐγκλήματος τῆς συμμετοχῆς σὲ αὐτοκτονίας –ἐὰν ὁ νομοθέτης ἤθελε νὰ εἶναι συνεπὴς πρὸς τὴν ἀντεγκληματικὴ λογικὴ ποὺ υἱοθέτησε, προνοώντας γιὰ μία αὐξημένη προστασία τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς στὶς περιπτώσεις ποὺ τρίτος συμμετέχει σὲ αὐτοκτονία–, δὲν φαίνεται εὔστοχος, ἀφοῦ καὶ βοηθητικὲς πράξεις ποὺ τελοῦνται πρὸ τῆς αὐτοκτονίας μποροῦν κάλλιστα νὰ ἐμφανίζουν ἀπαξία-ἐπικινδυνότητα ἀνάλογη τῶν βοηθητικῶν πράξεων ποὺ τελοῦνται κατὰ τὴν αὐτοκτονία: π.χ. ὁ Α δίνει στὸν Β τὰ κλειδιὰ τῆς γκαρσονιέρας του, ἡ ὁποία βρίσκεται στὸν ἕκτο ὄροφο, προκειμένου ὁ δεύτερος νὰ πραγματοποιήσει τὸ salto mortale, ὅπερ καὶ ἐγένετο – ἂν ὁ Α δὲν διέθετε τὴν γκαρσονιέρα του, ὁ Β θὰ εἶχε μείνει ἄπραγος ἢ ἡ Α βλέπει ξαφνικὰ τὸν σύζυγό της Β νὰ τὴν ἀπατᾶ καὶ στρεφόμενη πρὸς τὴν Γ, φίλη της-ἀστυνομικό, τῆς ζητᾶ «ἐδῶ καὶ τώρα» τὸ ὑπηρεσιακό της περίστροφο, γιὰ νὰ αὐτοκτονήσει· ἡ Γ δίνει τὸ ὅπλο στὴν Α, μὲ τὸ ὁποῖο ἐκείνη τινάζει τὰ μυαλά της στὸν ἀέρα.
Κατὰ μείζονα λόγο, εἶναι ἄστοχος ὁ πλέον ρητός, σύμφωνα μὲ τὸν νέο Ποινικὸ Κώδικα, περιορισμὸς τῆς εὐθύνης τοῦ συμμετόχου σὲ αὐτοκτονία μόνο ὅταν αὐτὸς παρέχει ἄμεση βοήθεια κατὰ τὴν τέλεση τῆς πράξης, ὑπὸ τὴν προϋπόθεση ὅτι, χωρὶς αὐτὴν τὴν βοήθεια, δὲν θὰ ἦταν ἐφικτὴ ἡ διάπραξη τῆς αὐτοκτονίας. Ἡ νομοθετικὴ αὐτὴ ἐξέλιξη δείχνει ὅτι, ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, μειώνεται τὸ εὖρος προστασίας τοῦ σημαντικότερου προσωπικοῦ ἀγαθοῦ, δηλ. τῆς ζωῆς καί, ἀντιστοίχως, διευρύνεται τὸ πεδίο ἐλεύθερης δράσης τοῦ ἐμπλεκομένου σὲ μία αὐτοκτονία. (Συνεχίζεται…)
Σημειώσεις:
[1] Ἐπ’ αὐτοῦ βλ. Ἠλιάδη, Εὐθανασία καὶ συμμετοχὴ εἰς αὐτοκτονίαν, Πειραιεὺς 1957, σελ. 17. [2] Unger, Der Selbstmord in der Beurteilung des geltenden Deutschen Burgerlichen Rechts, 1913, σελ. 10. [3] Τὰ αἴτια τῆς αὐτοκτονίας. Ἐγκληματολογική, κοινωνιολογικὴ καὶ στατιστικὴ μελέτη μετὰ 76 στατιστικῶν πινάκων, 17 διαγραμμάτων καὶ 2 χαρτῶν, Ἀθῆναι 1965, σελ. 16. [4] Μπακατσούλας, ὅ.π., σελ. 17. [5] Μπακατσούλας, ὅ.π., σελ. 20. [6] Μτφ.: Μαρία Γιούνη, ἐκδ. Βάνιας, 1994, σελ. 31. [7] Donne, ὅ.π., σελ. 53. Πρβλ. Critchley, Σημειώσεις περὶ αὐτοκτονίας, μτφ.: Μυρσίνη Γκανᾶ, ἔκδ. Ποταμός, Ἀθήνα 2018, σελ. 13: «ἡ σταύρωση τοῦ Χριστοῦ θὰ μποροῦσε νὰ ἑρμηνευτεῖ ὡς μία σχεδὸν αὐτοκτονικὴ πράξη» (σὲ ἄλλο σημεῖο κάνει λόγο γιὰ «ἡμι-αὐτοκτονικὴ πράξη»: σελ. 42). [8] Μτφ.: Ἀχ. Κυριακίδης, ἐκδ. Πατάκη, Ἀθήνα 1995, σελ. 362 ἑπ. [9] Unger, ὅ.π., σελ. 27. [10] Unger, ὅ.π., σελ. 28. [11] Bronisch, Der Suizid. Ursachen, Warnsignale, Pravention, 5η ἔκδ., 2007, σελ. 10. [12] Unger, ὅ.π., σελ. 31. [13] Παπαχαραλάμπους, Ἡ συμμετοχὴ σὲ αὐτοκτονία. Μία συναφὴς πρὸς τὴν ἑτεροπροσβολὴ τῆς ζωῆς ἐφεδρικὴ ἀντικειμενικὴ ὑπόσταση, ἐκδ. Δίκαιο & Οἰκονομία, Ἀθήνα 1997, σελ. 1. [14] Kuhl, »Wer einen Menschen totet« – Der objektive Tatbestand des Totschlags gema? § 212 StGB, Juristische Arbeitsbatter 2009, σελ. 321 ἑπ., 324 [15] Kuhl, ὅ.π.· Κούπης, ὅ.π., σελ. 147· Μπακατσούλα, ὅ.π., σελ. 336: ἡ αὐτοκτονία «ὡς παράβασις ἠθικοῦ καὶ κοινωνικοῦ καθήκοντος δὲν ἐμπίπτει εἰς τὴν δεσποτείαν τοῦ ποινικοῦ νομοθέτου». Πρβλ. καὶ Μπιτζιλέκη, Ἡ συμμετοχικὴ πράξη. Δογματικὴ θεμελίωση τοῦ φαινομένου τῆς συμμετοχῆς καὶ τοῦ παρακολουθηματικοῦ χαρακτήρα της, 1990, σελ. 213: «Αὐτοπροσβολὴ καὶ ἄδικη πράξη δὲν συμβιβάζονται». [16] Βλ. π.χ. Roxin, Die Mitwirkung beim Suizid – ein Totungsdelikt, εἰς: Τιμ. Τόμ. Ed. Dreher, 1977, σελ. 331 ἑπ., 338· Arthur Kaufmann, Medizinrecht 1983, σελ. 124, κατὰ παραπομπὴ Sternberg-Lieben, Σχόλιο ὑπὸ τὴν ἀπόφαση τοῦ γερμανικοῦ Ἀκυρωτικοῦ, Juristenzeitung 2002, σελ. 150 ἑπ., 155. [17] Beccaria, κατὰ παραπομπὴ Μπακατσούλα, ὅ.π., σελ. 340. [18] Μπιτζιλέκης, ὅ.π., σελ. 214 ὑποσ. 17.
Κωνσταντῖνος Βαθιώτης
Καθηγητής Νομικῆς




