Ἐπιστροφή εἰς τούς Ἱερούς Κανόνας!

Share:

Τοῦ π. Γερασίμου Βουρνᾶ, Πρεσβυτέρου

  Ἡ ἐποχή τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὁμοιάζει ὡς ἕνα βαθμό μέ τήν δική μας σύγχρονη ἐποχή. Ὅπως καί σήμερα, ἔτσι καί τῷ καιρῷ ἐκείνῳ φαίνεται νά ὑπῆρχε μία θρησκευτικότητα χωρίς ἐπίγνωση πολλές φορές, ἐπάνω στήν ὁποία πάτησε ἡ κοσμική ἐξουσία στήν προσ­πάθειά της νά ὑποτάξει τήν Ἐκκλησία.[1] Κάτι ἀνάλογο ἐκτυλίσσεται καί στίς ἡμέρες μας. Ἡ κοσμική ἐξουσία ἐκμεταλλεύεται διαρκῶς ὁρισμένα στοιχεῖα μιᾶς ἐπιφανειακῆς καί ἀρρωστημένης θρησκευτικότητας μερίδας πιστῶν, μέ σκοπό νά προκαλέσει ταραχή στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἔριδες καί ἐν τέλει νά ἐπιτύχει τήν καθυπόταξη τῆς Ἐκκλησίας. Στόχος τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας ἦταν καί εἶναι, ὄχι μόνο ἡ ὅποια ἐκκλησιαστική περιουσία ἤ οἱ ψῆφοι τῶν θρησκευομένων στίς ἐκλογές, ἀλλά, κυρίως, ἡ ἀνάληψη τῆς πνευματικῆς καθοδήγησης τῶν ἀνθρώπων, ἀποφαινόμενη κατ’ ἀποκλειστικότητα περί σωστοῦ καί λάθους, ἠθικοῦ καί ἀνήθικου καί περί ψευδοῦς καί ἀληθοῦς. Αὐτή τήν διάσταση τήν ἔχει ἐπαρκῶς ἀναδείξει ὁ Πατέρας καί Διδάσκαλός μας π. Βασίλειος Βολουδάκης μέσα ἀπό τό βιβλίο του Ἡ Πολιτική εἶναι Ποιμαντική. Μέ αὐτόν τόν τρόπο, ὅπως κατά τήν περίοδο τῆς Εἰκονομαχίας τό κράτος ἐκμεταλλεύτηκε ὁρισμένα στοιχεῖα «οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν» πίστεως ἀπό ὁρισμένους, γιά νά ἐπιβάλει τό πρόγραμμά του, ἔτσι καί σήμερα, τό κράτος συχνά ἀφορμᾶται ἀπό ἀκραῖες καί ὑπερβολικές ἀντιδράσεις πιστῶν καί ἀποφαίνεται ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά ἔχει κανένα λόγο στήν κοσμική κρατική λειτουργία. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, καθίσταται ἐπιτακτική ἡ ἀνάγκη γιά βαθειά κατανόηση τῆς Πίστεώς μας, τόσο μέ τό νοῦ, ὅσο καί μέ τήν καρδιά μας, ὥστε νά μή μπορεῖ κανείς ἐπιτήδειος νά μᾶς παρασύρει ἐκεῖ πού θέλει.

Ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος, μέ τόν Β΄ Κανόνα της, φαίνεται ὅτι αὐτό ἀκριβῶς ἐπιδιώκει, προβάλλοντας ὡς «σωτήρια» τήν ἀνάγνωση τῶν Θείων Γραφῶν ἀπό τόν Λαό καί πολύ περισσότερο τόν Κλῆρο. Μάλιστα, ὅσον ἀφορᾶ στούς Κληρικούς, θέτει τήν ἄριστη γνώση καί τήν διαρκῆ μελέτη τῶν Ἱερῶν Κειμένων ὡς ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά τήν χειροτονία τους. Ἤ, ἐπιζητεῖ, ἔστω, τήν ἀποδεδειγμένη στήν πράξη προθυμία τους γι’ αὐτήν τήν μετ’ ἐπιστήμης Ἱερή μελέτη.

Ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος ἔχει δικαίως χαρακτηριστεῖ ὡς ἡ κατ’ ἐξοχήν Σύνοδος τῆς Παραδόσεως, ἀφοῦ ἀποτελεῖ ἀνακεφαλαίωση καί περιφρούρηση ὅλων τῶν προηγουμένων. Αὐτό ἐπιβεβαιώνει πανηγυρικά καί ὁ ἐν λόγῳ Β΄ Κανών, χαρακτηρίζοντας ὡς «σωτήρια» τήν μελέτη τῶν Θείων Γραφῶν. Διά τῆς μελέτης αὐτῆς ὁ ἄνθρωπος καθίσταται σῶος, δηλαδή ὁλόκληρος, (ὅπως συχνά ἑρμήνευε ὁ π. Βασίλειος τήν ἔννοια τῆς σωτηρίας). Κατ’ ἐπέκτασιν, καθίσταται σῶο, δηλαδή ὁλόκληρο, πᾶν τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ ὁ κατ’ ἐπίγνωσιν πιστός δέν παρασύρεται ἀπό ἐσωτερικούς ἤ ἐξωτερικούς πλάνους, ἀλλά ἔχει ἐκπαιδευτεῖ στό νά ἀναγνωρίζει τό ποῦ ὑπάρχει τό πνεῦμα καί τό ἦθος τοῦ Χριστοῦ, ὅπως αὐτό ἀποτυπώνεται στήν Ἁγία Γραφή, τούς Ἱερούς Κανόνες καί στά κείμενα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας. Μάλιστα, οἱ Πατέρες τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς χρησιμοποιοῦν τό χωρίο τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου πού χαρακτηρίζει «οὐσία τῆς καθ’ ἡμᾶς ἱεραρχίας […] τά θεοπαράδοτα λόγια» (α΄ κεφ. τῆς Ἐκκλ. Ἱεραρχ.). Θά πρέπει ὡστόσο νά διακρίνουμε ὅτι ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας δέν χαρακτηρίζεται ἀπό μιά στρατιωτικοῦ τύπου πειθαρχία, ἀλλά εἶναι συνώνυμη τῆς Ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας ἐν Χριστῷ. Ἄν προσ­έξει κανείς θά διαπιστώσει ὅτι ἡ ἄγνοια τῶν Θείων Γραφῶν εἶναι ἡ αἰτία τῶν αἱρέσεων καί τῶν σχισμάτων.

Οἱ πιστοί ἐν πολλοῖς σήμερα δέν μελετοῦν. Παρά ταῦτα, μετά ἀπό ἀκρόαση μερικῶν βίντεο στό διαδίκτυο αἰσθάνονται ἐπαρκεῖς νά διδάξουν τούς πάντες! Ὁ Κανών πού μᾶς ἀπασχολεῖ σέ αὐτές τίς γραμμές, προβάλλει τήν μελέτη τῶν Θείων Γραφῶν, ἀλλά «ἐρευνητικῶς» καί ὅχι «παροδευτικῶς». Αὐτό σημαίνει μέ μεγάλη ἐπιμέλεια, ὄχι ἀποσπασματικά καί ἐπιπόλαια.

Ἐδῶ ἀξίζει νά σημειώσουμε τό ἑξῆς: ὁ Β΄ Κανόνας εἶναι αὐστηρός μόνο ὡς πρός τούς Κληρικούς, ἐμποδίζοντας τήν χειροτονία τους στήν περίπτωση πού ἀγνοοῦν καί, πολύ περισσότερο, ἀρνοῦνται νά ἐπιδείξουν τήν ἀπαραίτητη προθυμία νά ἀναπληρώσουν τά κενά, ἐργαζόμενοι πρός αὐτήν τήν κατεύθυνση (Ὠσηέ δ΄, 6: «σύ ἐπίγνωσιν ἀπώσω· κἀγώ ἀπώσομαί σε τοῦ μή ἱερατεύειν μοι»). Ἀντιθέτως, γιά τούς Λαϊκούς δέν προβλέπει κάποιο ἐπιτίμιο ἤ περιορισμό. Αὐτό ἀπό μόνο του μᾶς ἀποκαλύπτει, ἀφ’ ἑνός μέν τό μέγεθος τῆς εὐθύνης ἡμῶν τῶν Κληρικῶν, ἀφ’ ἑτέρου δέ τήν ἀνάγκη ἐκ μέρους τοῦ Λαοῦ νά μή προσπαθεῖ αὐτόνομα νά ἐμβαθύνει στά Θεῖα λόγια, ἀλλά νά ἐρωτᾶ καί νά καταφεύγει στούς Ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ μας ἐκείνους, πού θά φροντίσουν νά τόν καθοδηγήσουν στήν ἀπόκτηση τῆς ὁρατότητας τῶν πραγμάτων διά τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ ἑρμηνεία τοῦ παρόντος Κανόνος, ἡ ὁποία παρατίθεται στό Πηδάλιον, ἀναφέρεται μεταξύ ἄλλων καί στό Δευτερονόμιον (ιζ΄, 18) τό ὁποῖο προβλέπει ὅτι ὁ ἄρχων τοῦ λαοῦ ὑποχρεοῦται διαρκῶς νά τό μελετᾶ καί νά τό ἀντιγράφει μέ τό χέρι του. Μέ αὐτόν τόν τρόπο ἐντυπώνονται καλύτερα τά νοήματα στήν μνήμη του καθώς, γράφοντας, δίδει στόν ἑαυτό του περισσότερο χρόνο γιά κατανόηση. Συνιστᾶ ἀκόμη, νά μή προχωρεῖ στόν ἑπόμενο νόμο, ἐάν δέν καταλάβει καλά τόν πρῶτο.

Βάσει τῶν ἀνωτέρῳ, θά μπορούσαμε νά προσ­θέσουμε ἀκόμα μία σκέψη. Τόν περασμένο αἰῶνα, μέ πρωταγωνιστή τόν μακαριστό π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ, τονίσθηκε ἡ ἀνάγκη γιά «ἐπιστροφή στούς Πατέρες». Αὐτό εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τήν ἔκδοση καί μετάφραση πολλῶν Πατερικῶν κειμένων. Ἐν τούτοις, ἕως σήμερα δέν φαίνεται νά ἔχει ἐπιτευχθεῖ καί ἡ υἱοθέτση τοῦ πνεύματος τῶν Πατέρων. Ἴσως στίς μέρες μας, ἀφορμώμενοι καί ἀπό τόν Β΄ Κανόνα τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, θά πρέπει νά ἐπιστρέψουμε στήν μετά προσοχῆς μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν Ἱερῶν Κανόνων.

Θά ἦταν πολύ χρήσιμο ἐάν κηρύτταμε σήμερα τήν ἐπιστροφή στούς Ἱερούς Κανόνες. Αὐτό τονίζει ἄλλωστε καί ὁ μακαριστός π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος, σημειώνοντας ὅτι: «Ἡ ἐνασχόλησις περί τούς ἱερούς Κανόνας ἀποτελεῖ ἐπείγουσαν ἀνάγκην διά τήν Ἐκκλησίαν».[2]

Ἰδιαιτέρως στήν σύγχρονη ἐποχή, ὅπου παντοῦ ἐπικρατεῖ μία – ἴσως πρωτοφανής στά χρονικά – πνευματική ἀποσύνθεση, ἡ ἐξοικείωσή μας μέ τήν ἀκρίβεια τῶν Ἱερῶν Κανόνων θά μᾶς ἀνασυγκροτήσει ὡς προσωπικότητες ἐπιστρέφοντάς μας στό «πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖτε» (Ἐφ. ε΄, 15-16) τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἡ ἐπιστροφή αὐτή ὅμως θά πρέπει νά γίνει ὄχι μέ τόν ἀνόητο νομικισμό τοῦ παρελθόντος (ὁ ὁποῖος διέπρεψε καί διαπρέπει στόν Παπισμό ἕως σήμερα), ἀλλά κατά τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων μας, ὅπως ὁ π. Ἐπιφάνιος πού δίδασκε ὅτι ἡ παραβίαση τῶν Ἱερῶν Κανόνων δέν ἀποτελεῖ μιά ἄδικη πράξη τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό, ἀλλά στέρηση τῆς «εὐλογίας τοῦ Οὐρανοῦ».

Τί εἶναι αὐτή ἡ εὐλογία τοῦ Οὐρανοῦ; Κάτι πού τό ἐβίωσαν στήν πληρότητά του μόνον οἱ Πατέρες μας καί μόνον ἐκεῖνοι μποροῦν νά μᾶς τό περιγράψουν. Ἐμεῖς αὐτό πού εἴδαμε κοντά τους καί ὀφείλουμε νά μαρτυροῦμε πανταχοῦ καί πάντοτε, εἶναι ὅτι ἀπό ὅπου περνοῦσαν ἡ ἀτμόσφαιρα ἄλλαζε. Ἄνθρωποι σκληροί πρίν, ταραγμένοι, φοβισμένοι, κουρασμένοι, κοντά τους κατενύσσοντο. Ὁδηγοῦντο στή συνειδητοποίηση ὅτι ἄν κοντά σέ ἕνα ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ ὑπάρχει τόση εὐλογία, δηλαδή κατά Θεόν χαρά, πόση ἄραγε θά βροῦν εὑρισκόμενοι κάποτε κοντά στόν ἴδιο τόν Χριστό;

Ἀλλά καί τό γενικότερο καλό διακυβεύεται ἀνάλογα μέ τήν στάση πού θά κρατήσουμε ἀπέναντι στούς Ἱερούς Κανόνες. Ἀντλοῦμε ἄλλη μία φορά ἀπό τόν π. Ἐπιφάνιο, ὁ ὁποῖος μᾶς θυμίζει τόν «θεόπνευστον ἐπίλογον τῶν Ἀποστολικῶν Κανόνων», τόν ὁποῖον παραθέτουμε αὐτούσια καί κατόπιν σέ μετάφραση, γιατί εἶναι ἴσως πιό ἐπίκαιρος ἀπό ποτέ:

«Ταῦτα καί περί Κανόνων ὑμῖν διατετάχθω παρ’ ἡμῶν, ὦ Ἐπίσκοποι. Ὑμεῖς δέ ἐμμένοντες μέν αὐτοῖς σωθήσεσθε καί εἰρήνην ἕξετε˙ ἀπειθοῦντες δέ κολασθήσεσθε καί πόλεμον μετ’ ἀλλήλων ἀΐδιον ἕξετε, δίκην τῆς ἀνηκοΐας τήν προσήκουσαν τιννύντες» (Βιβλιοθήκη Ἑλλήνων Πατέρων», ἐκδ. «Ἀποστ. Διακονίας», τόμ. 2, σελ. 180)».[3]

«Αὐτά λοιπόν ἄς εἶναι τά ὁρισμένα ἀπό ἐμᾶς γιά ἐσᾶς σχετικά μέ τούς Κανόνες, ὦ Ἐπίσκοποι. Ἐσεῖς, ἐάν ἐμμένετε (πειθαρχεῖτε) σέ αὐτούς, θά σωθεῖτε καί θά ἔχετε εἰρήνη· ἐάν ὅμως ἀπειθεῖτε, θά κολασθεῖτε καί θά ἔχετε αἰώνιο πόλεμο μεταξύ σας, πληρώνοντας τήν τιμωρία πού ἁρμόζει στήν ἀνυπακοή σας».

[1] Βλ. Διαδικτυακή ὁμιλία τοῦ π. Βασιλείου Βολουδάκη μέ τίτλο: ΠΩΣ ΤΟΛΜΟΥΝ ΝΑ ΔΙΑΣΤΡΕΦΟΥΝ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ ΧΡΙΣΤΟΥ; (Κυριακή 15/10/2023), στό κανάλι «Ἐκδόσεις Ὑπακοή» στό youtube. Πρβλ. Ἁγ. Νεκταρίου Πενταπόλεως, Αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἐκδ. Ρηγοπούλου, Θεσ/νίκη, 1972, σελ. 174 κ.ἑ. Πρβλ. Αἰκατερίνης Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή Ἱστορία, Β΄ 1, ἐκδ. Βάνιας, Θεσ/νίκη, 1998, σελ. 108. [2] Ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Ι. Θεοδωροπούλου, Ἄρθρα, Μελέται, Ἐπιστολαί, Ἀθήνα, 1986, Τόμος Α΄, σελ. 231. [3] ὅ. π., σελ. 232.

  Next Article

Ο άγιος Δημήτριος έδωσε την καλή ομολογία της πίστεως μέχρι θανάτου.