Κριτικὴ προσέγγισις τοῦ Ἐπισκόπου Ἀνδίδων

Share:

Τοῦ κ. Δημητρίου Λογοθέτη, θεολόγου

  Ἡ πρόσφατη ἀνακοίνωση τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως σχετικὰ μὲ τὴν ἐκλογή τοῦ Ἀρχιμανδρίτη Ἰσιδώρου ὑπὸ τὸν ψιλὸν τίτλον τῆς πάλαι ποτὲ διαλαμψάσης Ἐπισκοπῆς Ἀνδίδων, ὡς βοηθοῦ ἐπισκόπου παρὰ τῷ Πατριάρχῃ, προκάλεσε ποικίλα σχόλια στοὺς θεολογικοὺς καὶ ἐκκλησιαστικοὺς κύκλους. Ἐνῷ οἱ ἐπίσημοι ἐκκλησιαστικοὶ δίαυλοι ἔσπευσαν νὰ χαιρετήσουν τὴν ἐκλογὴ ὡς «ἐπιστέγασμα καὶ ἀναγνώριση πολυετοῦς διακονίας», μιὰ προσεκτική, κριτικὴ ἀνατομὴ τῶν γεγονότων, τῆς ἀκαδημαϊκῆς πορείας τοῦ νεοεκλεγέντος καὶ τῆς ἴδιας τῆς διαδικασίας, καθὼς καὶ ἡ ἐπιλογὴ τοῦ χρόνου ἐκτελέσεώς της, ἐγείρει βαθύτατα ἐρωτήματα ποὺ δὲν μποροῦν νὰ ἀποσιωπηθοῦν.

  Ἡ ἐπιλογὴ τῶν προσώπων ποὺ θὰ στελεχώσουν τὴν ἀνώτατη βαθμίδα τῆς ἱεραρχίας δὲν μπορεῖ νὰ ἀποτελεῖ προϊόν παρασκηνιακῶν διευθετήσεων, ἀκαδημαϊκῶν ἰσορροπιῶν ἢ διπλωματικῶν ἑλιγμῶν. Ὁ ἀρχιερεύς, κατὰ τὴν πατερικὴ παράδοση, εἶναι τύπος καὶ τόπος Χριστοῦ, καὶ ἐπωμίζεται μιὰ διακονία ποὺ ἀπαιτεῖ αἷμα, θυσία καὶ ἀπόλυτη ταύτιση μὲ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα. Ὅταν αὐτὴ ἡ βιβλικὴ καὶ χαρισματικὴ διάσταση ὑποχωρεῖ μπροστά σὲ κοσμικὰ κριτήρια, τότε ὁ θεολογικὸς λόγος ὀφείλει νὰ γίνει ἐλεγκτικός, ὄχι ἀπὸ ἐμπάθεια, ἀλλὰ ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὴν κανονικὴ τάξη καὶ τὴν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας.

  Tὸ πρῶτο καὶ πλέον προφανὲς ἐρώτημα ποὺ ἀναφύεται αὐθορμήτως στὴν συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ  καὶ  τῶν  ἑκατοντάδων  κληρικῶν  ποὺ  μο­χθοῦν καθημερινὰ στὸν ἀμπελώνα τοῦ Κυρίου, ἀφορᾶ τὰ πραγματικὰ κριτήρια τῆς ἐπιλογῆς αὐτῆς. Τί ἀκριβῶς ἔχει προσφέρει ὁ Ἀρχιμανδρίτης Ἰσίδωρος περισσότερο ἀπὸ ἄλλους ἀρχιμανδρίτες, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦν τὴν Ἐκκλησία ἐπὶ πολλὲς δεκαετίες παραπάνω, φέροντες τὸ βάρος τῆς ἐνοριακῆς μέριμνας, τῆς φιλανθρωπίας, τῆς κατήχησης καὶ τῆς πνευματικῆς καθοδήγησης σὲ ἀντίξοες συνθῆκες, χωρὶς ποτὲ νὰ τιμηθοῦν μὲ παρόμοιους τίτλους;

  Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἕνας κοσμικὸς ὀργανισμὸς ἢ μιὰ πολυεθνικὴ ἑταιρεία, ὅπου οἱ τίτλοι ἀπονέμονται ὡς βραβεῖα ἀκαδημαϊκῶν δημοσιεύσεων ἢ διεθνῶν δημοσίων σχέσεων. Ἡ ἱερωσύνη καὶ ἡ ἀρχιερωσύνη ἀποτελοῦν πρωτίστως διακονία θυσίας καὶ καθημερινοῦ πνευματικοῦ μαρτυρίου. Ὅταν παρατηρεῖται τὸ φαινόμενο κληρικοί μὲ ἐλάχιστα χρόνια πραγματικῆς, μάχιμης ἐνοριακῆς καὶ ποιμαντικῆς προσφορᾶς νὰ ἀνυψώνονται μὲ τόση εὐκολία στὸ βαθμὸ τοῦ ἐπισκόπου, δημιουργεῖται ἕνα αἴσθημα κατάφωρης ἀδικίας, ἀξιοκρατικῆς ἀπαξίωσης καὶ πνευματικῆς ἀσυνέχειας. Ποῦ εἶναι ἡ ποιμαντική του τριβὴ μὲ τὸν πόνο τοῦ ἁπλοῦ λαοῦ; Ποῦ εἶναι οἱ δεκαετίες πνευματικῆς πατρότητας στὰ ἐξομολογητήρια; Ποιὸ εἶναι τὸ ἀποτύπωμά του στὴν κοινωνικὴ καὶ φιλανθρωπικὴ δράση τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας;

Πολλά ἄξια στελέχη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ποὺ ἔχουν λιώσει τὰ ράσα τους στὴν ἑλληνικὴ ἐπαρχία ἢ στὶς ὑποβαθμισμένες συνοικίες τῶν ἀστικῶν κέντρων, παραμένουν ἀρχιμανδρίτες, ξεχασμένοι ἀπὸ τὰ κέντρα λήψης ἀποφάσεων, ἐπειδὴ προτίμησαν τὴν σιωπηλὴ διακονία ἀπὸ τὸ κυνήγι τῆς ἐπιρροῆς. Κληρικοὶ ποὺ ἔχουν ἀναλώσει τὴν νιότη καὶ τὴν ὑγεία τους, γιὰ νὰ κρατήσουν ζωντανὲς τὶς ἐνορίες τους, νὰ κτίσουν ναούς, νὰ στηρίξουν πεινασμένους καὶ ἀστέγους, βλέπουν νὰ προσπερνῶνται ἀπὸ τὴν «θεολογικὴ ἐλίτ» τῶν σαλονιῶν καὶ τῶν διεθνῶν συνεδρίων.

Τίθεται, λοιπόν, ἀμείλικτο τὸ ἐρώτημα: Μήπως ἡ ἀρχιερωσύνη ἔχει μετατραπεῖ σὲ ἀντάλλαγμα γιὰ τὴν προώθηση συγκεκριμένων θεολογικῶν καὶ ἰδεολογικῶν σκοπιμοτήτων;

Ἡ αἴσθηση τοῦ «προνομιούχου» κληρικοῦ, ὁ ὁποῖος κινεῖται περισσότερο στὰ σαλόνια τῶν ξένων πανεπιστημίων καὶ σὲ διεθνῆ fora παρὰ στὸ ἱερὸ θυσιαστήριο καὶ τὸ ἐξομολογητήριο, πληγώνει τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα. Ἡ ἀπάντηση ὅτι πρόκειται γιὰ «ἀκαδημαϊκὴ ἀναγνώριση» δὲν εὐσταθεῖ κανονικά, καθὼς ἡ Σύνοδος δὲν εἶναι πανεπιστημιακὸ συμβούλιο, γιὰ νὰ ἀπονέμει τίτλους μὲ βάση τὸ ὅποιο βιογραφικό.

Προχωρώντας βαθύτερα στὰ παρασκήνια αὐτῆς τῆς ἐκλογῆς, εἶναι ἀδύνατον νὰ προσπεράσει κανεὶς τὴν περίεργη ἀκαδημαϊκὴ κατάσταση τοῦ νεοεκλεγέντος στὸ Ἐθνικὸ καὶ Καποδιστριακὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν (ΕΚΠΑ), ὅταν μάλιστα ὁ συγκεκριμένος καθηγητὴς ἐπέλεξε νὰ μὴ καταθέσει τὰ χαρτιά του γιὰ τὴν διαδικασία τῆς μονιμοποίησης, ἀλλὰ κατέθεσε ἀπευθείας αἴτηση γιὰ προαγωγὴ στὴν ἑπόμενη βαθμίδα!

Αὐτὴ ἡ κίνηση στερεῖται ἀκαδημαϊκῆς λογικῆς καὶ κοινῆς πρακτικῆς. Ἡ συντριπτικὴ πλειονότητα τῶν πανεπιστημιακῶν ἐπιδιώκει πρῶτα τὴν ἀσφάλεια τῆς μονιμοποίησης, ὥστε νὰ διασφαλίσει τὴν θέση του στὸ ἵδρυμα. Ἡ παράκαμψη αὐτῆς τῆς βαθμίδος κρύβει τεράστιους κινδύνους, δεδομένου ὅτι ἡ ἀποτυχία σὲ μιὰ διαδικασία προαγωγῆς, χωρὶς προηγούμενη μονιμοποίηση, ἀνοίγει de facto τὸν δρόμο γιὰ τὴν ἀποπομπὴ ἀπὸ τὸ πανεπιστήμιο.

Γιατί ἕνας ἐπίκουρος καθηγητὴς νὰ ρισκάρει τὴν ἴδια του τὴν παρουσία στὸ πανεπιστήμιο, ἐπιδεικνύοντας παράτολμη σιγουριά γιὰ τὴν διατήρηση τῆς πανεπιστημιακῆς του ἕδρας;

Ἡ ἐκλογή αὐτὴ φαίνεται σὰν νὰ λειτουργεῖ ὡς ἕνα ἰδανικὸ «σωσίβιο» καὶ ὡς ἀσπίδα προστασίας ἀπέναντι σὲ μιὰ πιθανὴ ἀκαδημαϊκὴ ἀποτυχία ἢ ἀποπομπή. Ἐὰν τὸ ἐκλεκτορικό σῶμα τοῦ πανεπιστημίου ἀπέρριπτε τὴν αἴτησή του γιὰ προαγωγή, ὁ π. Ἰσίδωρος θὰ βρισκόταν ἐκτὸς ἀκαδημαϊκοῦ χάρτη. Τώρα ὅμως, ὡς ἐψηφισμένος Ἐπίσκοπος τοῦ Κωνσταντινουπολίτικου Θρόνου, ἀποκτᾶ ἕνα θεσμικὸ καὶ ἐκκλησιαστικὸ status ποὺ καθιστᾶ τὴν ὅποια ἀκαδημαϊκὴ ἀπόρριψη πολὺ πιὸ δύσκολη πολιτικὰ καὶ ἐπικοινωνιακά. Ποιὸ πανεπιστημιακὸ ἐκλεκτορικὸ σῶμα θὰ συγκρουστεῖ εὔκολα μὲ ἕνα ἐν ἐνεργείᾳ Ἐπίσκοπο τοῦ Φαναρίου;

Ποιὸς ἀκριβῶς τὸν προστατεύει καὶ τὸν καθοδηγεῖ σὲ αὐτὲς τὶς μεθοδεύσεις; Ποῖα πολιτικὰ ἢ ἐκκλησιαστικὰ κέντρα ἐξουσίας, ἐντὸς ἢ ἐκτὸς Ἑλλάδος, ἔχουν ἐπενδύσει πάνω του, ὥστε νὰ τοῦ παρέχουν τέτοια πλήρη ἀσυλία;

Ἡ μεταχείριση τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀξιωμάτων, ὡς μέσων γιὰ τὴν ἐπίλυση προσωπικῶν ἀκαδημαϊκῶν ἐμπλοκῶν ἢ γιὰ τὴν ἄσκηση πίεσης σὲ πανεπιστημιακὰ ἐκλεκτορικὰ σώματα, ἀποτελεῖ εὐτελισμὸ τῆς ἀρχιερωσύνης. Ἡ Θεολογκὴ Σχολὴ Ἀθηνῶν ὀφείλει νὰ ἀπαντήσει, ἂν θὰ δεχτεῖ αὐτὴ τὴν ἀπροκάλυπτη πίεση, ἢ ἂν θὰ κρίνει τὸν συγκεκριμένο καθηγητὴ μὲ βάση τὸ πραγματικό του ἔργο, τὴν διδακτική του προσφορὰ καὶ τὴν συγγραφική του παραγωγή, καὶ ὄχι μὲ βάση τὸ νέο του ἀρχιερατικὸ ἀξίωμα καὶ τὶς ὑψηλές του γνωριμίες στὸ Φανάρι.

Πέρα ὅμως ἀπὸ τὰ προσωπικά, διαδικαστικὰ καὶ πανεπιστημιακὰ ζητήματα, ἡ ἐκλογὴ τοῦ π. Ἰσιδώρου ἀγγίζει τὸν σκληρὸ πυρήνα τῆς ὀρθόδοξης δογματικῆς καὶ ἐκκλησιολογίας. Ὁ νεοεκλεγεὶς ἐπίσκοπος θεωρεῖται ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπίσημους συνεχιστὲς τῆς γραμμῆς τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννη Ζηζιούλα. Ἐδῶ ἀκριβῶς ἔγκειται καὶ ὁ μεγαλύτερος θεολογικὸς κίνδυνος γιὰ τὴν Ἐκκλησία.

Ἡ θεολογία τοῦ Ἰωάννη Ζηζιούλα, παρὰ τὴν ὑπέρμετρη προβολή της, ἔχει δεχθεῖ δριμύτατη, συστηματικὴ καὶ τεκμηριωμένη κριτικὴ ἀπὸ κορυφαίους σύγχρονους ὀρθόδοξους θεολόγους καὶ δογματολόγους. Οἱ θέσεις του ἔχουν χαρακτηριστεῖ ἀπὸ μεγάλο μέρος τοῦ θεολογικοῦ κόσμου ὡς σαφὴς ἀλλοτρίωση τῆς πατερικῆς παράδοσης, ἂν ὄχι ὡς μιὰ μορφὴ σύγχρονης αἵρεσης μὲ φιλοσοφικό, ὑπαρξιακὸ μανδύα.

Ὁ ἐκκλησιαστικὸς κόσμος, τὸ ζωντανὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, οἱ μοναστικὲς κοινότητες καὶ οἱ πιστοὶ ἔχουν στὴν πράξη προσπεράσει καὶ ἀπορρίψει αὐτὴ τὴν φιλοσοφίζουσα θεολογία. Μήπως, λοιπόν, ἕνας ἀπὸ τοὺς στόχους τῆς ἐκλογῆς τοῦ πατρὸς Ἰσιδώρου εἶναι νὰ ξεφυτρώσει μέσα στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας ἕνας «νέος Ζηζιούλας»; Μήπως βρισκόμαστε μπροστά σὲ μιὰ συντονισμένη, καλὰ σχεδιασμένη προσπάθεια συντήρησης, ἀναπαραγωγῆς καὶ διάδοσης αὐτῆς τῆς ἀλλοτριωμένης καὶ αἱρετικῆς νοοτροπίας, ἡ ὁποία ἀπέτυχε νὰ ριζώσει στὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν καὶ τώρα ἐπιχειρεῖ νὰ ἐπιβληθεῖ ἄνωθεν, μέσῳ τῆς κατάληψης ἐπισκοπικῶν θρόνων καὶ πανεπιστημιακῶν ἑδρῶν;

Ἕνα ἀκόμα ζήτημα ποὺ ἔχει προκύψει, ἀφορᾶ τὰ θεσμικὰ ὅρια δικαιοδοσίας τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ Ἀρχιμανδρίτης Ἰσίδωρος ὑπηρετεῖ στὴν Ἀθήνα, ὡς προϊστάμενος τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος στὴν Πλάκα. Δὲν ἀνήκει στὸ κληρικολόγιο τοῦ Πατριαρχείου, οὔτε ὑπηρετεῖ στὶς λεγόμενες «Νέες Χῶρες» (Βόρεια Ἑλλάδα καὶ Νησιὰ τοῦ Ἀνατολικοῦ Αἰγαίου), ὅπου τὸ Πατριαρχεῖο διατηρεῖ πνευματικὰ δικαιώματα βάσει τῆς Πατριαρχικῆς καὶ Συνοδικῆς Πράξης τοῦ 1928. Ὑπηρετεῖ στὴν καρδιὰ τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, δηλαδὴ στὴν κανονική, γεωγραφικὴ καὶ διοικητικὴ δικαιοδοσία τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.

Μὲ ποία δικαιοδοσία καὶ μὲ βάση ποίους Ἱεροὺς Κανόνες τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως παρεμβαίνει στὴν ἐσωτερικὴ δικαιοδοσία μιᾶς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας καὶ ἀπονέμει τὸ ἀρχιερατικὸ ἀξίωμα σὲ κληρικοὺς ποὺ δὲν τοῦ ἀνήκουν κανονικά; Προφανῶς, ἔχει γίνει συνεννόηση, ὅμως πουθενὰ δὲν ἀναφέρεται ὅτι ἔλαβε κανονικὸ ἀπολυτήριο ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος.

Ἡ ἀνοχὴ τέτοιων ἐνεργειῶν φοβούμεθα ὅτι ἀνοίγει τὸν ἀσκὸ τοῦ Αἰόλου γιὰ μελλοντικές, ἀκόμη πιὸ σοβαρὲς παρεμβάσεις.

Ποῦ ὁδηγεῖ αὐτὴ ἡ συνεχὴς παραγωγὴ τίτλων χωρὶς πραγματικὸ ποίμνιο; Ὅταν γεμίζουμε τὴν Ἐκκλησία μὲ τιτουλάριους ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν οὔτε μία ἐνορία ὑπὸ τὴν ἄμεση εὐθύνη τους, ἀλλὰ χρησιμοποιοῦν τὸν τίτλο ὡς μέσο κοινωνικῆς καὶ ἀκαδημαϊκῆς ἀνέλιξης, ὑποβαθμίζουμε τὸ ἴδιο τὸ μυστήριο τῆς ἐπισκοπικῆς διακονίας. Ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι κεφαλὴ τοπικῆς Ἐκκλησίας, εἶναι συνδεδεμένος μὲ ἕνα συγκεκριμένο ποίμνιο. Ὅταν μετατρέπεται σὲ «σφάλμα τῆς ἱστορίας» ἢ σὲ «τίτλο τιμῆς» γιὰ πανεπιστημιακούς, τότε ἡ ἐκκλησιολογία μας ἔχει ἤδη ὑποστεῖ σοβαρή, δομικὴ ἀλλοίωση.

Ἀλλὰ περὶ αὐτῶν σὲ ἑπόμενο…

  Next Article

Κων/πολη: Τούρκοι αξιωματούχοι εκβίαζαν εκπροσώπους ελληνορθοδόξου ιδρύματος