Ὅταν τὸ Μυστήριον τοῦ Γάμου γίνεται θέαμα

Share:

  Τὰ τελευταῖα ἔτη παρατηρεῖται μία νέα καὶ ἰδιαιτέρως προβληματικὴ συνήθεια κατὰ τὴν τέλεσιν τοῦ Μυστηρίου τοῦ Γάμου. Τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν ψάλλεται τὸ «Δόξα σοι, Χριστὲ ὁ Θεός, Ἀποστόλων καύχημα καὶ Μαρτύρων ἀγαλλίαμα», ὁρισμένοι ἱερεῖς ἀρχίζουν νὰ κινοῦνται ρυθμικά, σχεδὸν νὰ χορεύουν, μετατρέποντες μίαν ἀπὸ τάς πλέον ἱεράς στιγμάς τοῦ Μυστηρίου εἰς θέαμα εὐθυμίας καὶ ἐλαφρότητος.

  Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ Γάμου. Ἡ Ἐκκλησία κάθε ἄλλο παρὰ ἀρνεῖται τὴν χαράν. Ὁ Γάμος εἶναι χαρὰ καὶ εὐλογία, ἀλλὰ ἡ ἐκκλησιαστικὴ χαρὰ δὲν ταυτίζεται μὲ τὴν κοσμικὴν διασκέδασιν. Ἄλλο εἶναι τὸ γαμήλιον γεῦμα, τό ὁποῖον ἀκολουθεῖ καὶ ἄλλο ἡ τέλεσις τοῦ ἱεροῦ Μυστηρίου. Ὁ ναὸς δὲν εἶναι αἴθουσα δεξιώσεων καὶ ὁ λειτουργὸς τοῦ Μυστηρίου δὲν εἶναι διασκεδαστὴς τῶν παρευρισκομένων.

  Ἀκόμη σοβαρώτερον γίνεται τὸ ζήτημα, ἐὰν προσέξωμεν τί ἀκριβῶς συμβαίνει τὴν συγκεκριμένην στιγμήν. Τὸ ζευγάρι περιάγεται κυκλικὰ γύρω ἀπὸ τὸ τραπέζι, ἐνῶ προηγεῖται ὁ ἱερεύς, κρατῶν τὸ Εὐαγγέλιον. Ἡ κίνησις αὐτὴ δὲν εἶναι κάποιος λαϊκὸς γαμήλιος χορός. Εἶναι λειτουργικὴ πρᾶξις, ἐνταγμένη εἰς τὸ Μυστήριον καὶ συνδεδεμένη μὲ ὕμνους, οἱ ὁποῖοι παραπέμπουν εἰς τὴν πίστιν, εἰς τὴν μαρτυρίαν καὶ εἰς τὸ μαρτύριον.

Ἀμέσως μάλιστα μετὰ τὸ «Ἡσαΐα χόρευε» ἀκούγεται τὸ «Ἅγιοι Μάρτυρες, οἱ καλῶς ἀθλήσαντες καὶ στεφανωθέντες». Τὰ στέφανα τοῦ Γάμου συνδέονται ἔτσι λειτουργικὰ μὲ τὴν αὐταπάρνησιν, τὴν θυσίαν καὶ τὴν μαρτυρίαν. Καὶ ἡ ἀκολουθία κορυφώνεται μὲ τὸ «Δόξα σοι, Χριστὲ ὁ Θεός, Ἀποστόλων καύχημα, Μαρτύρων ἀγαλλίαμα, ὧν τὸ κήρυγμα Τριὰς ἡ ὁμοούσιος». Πρόκειται διὰ ὁμολογίαν πίστεως εἰς τὴν ὁμοούσιον Τριάδα, ὄχι διὰ μουσικὸν σύνθημα τό ὁποῖον προσφέρεται διὰ χορευτικάς κινήσεις.

Ὅταν, λοιπόν, ὁ ἴδιος ὁ ἱερεύς ἀρχίζει νὰ χορεύη, νὰ κάνη θεατρικάς κινήσεις ἢ νὰ προκαλῆ τήν θυμηδίαν τῶν παρευρισκομένων, ἀλλοιώνεται ἡ σοβαρότης τῆς λειτουργικῆς πράξεως. Καὶ τὸ πρόβλημα γίνεται μεγαλύτερον εἰς τὴν ἐποχὴν τῶν μέσων κοινωνικῆς δικτυώσεως, ὅπου μία τέτοια στιγμή δύναται εὔκολα νὰ μετατραπῆ εἰς βίντεο ὀλίγων δευτερολέπτων, σχεδιασμένον νὰ προκαλέση γέλωτα, ἐντυπώσεις καὶ προβολήν.

Ἡ Ἐκκλησία δὲν χρειάζεται νὰ μετατρέψη τὰ Μυστήριά της εἰς θέαμα, διὰ νὰ γίνη «προσιτή». Οὔτε ὁ ἱερεύς χρειάζεται νὰ ὑποδύεται τὸν διασκεδαστὴν, διὰ νὰ δείξη ὅτι εὑρίσκεται πλησίον τῶν νέων. Ἡ πραγματικὴ ποιμαντικὴ οἰκειότης δὲν καταργεῖ τὴν ἱεροπρέπειαν.

Ὑπάρχει χρόνος διὰ διασκέδασιν, ὅμως προηγεῖται ἡ προσ­ευχή, ἡ κατάνυξις καὶ ἡ λειτουργικὴ εὐπρέπεια. Ὅταν τελεῖται τὸ Μυστήριον τοῦ Γάμου, ὁ ἱερεύς δὲν παρευρίσκεται, διὰ νὰ πρωταγωνιστήση, ἀλλὰ διὰ νὰ διακονήση. Καὶ ὅταν ψάλλεται «ὧν τὸ κήρυγμα Τριὰς ἡ ὁμοούσιος», τὸ ἁρμόζον δὲν εἶναι ἡ θεατρικότης, ἀλλὰ ὁ σεβασμὸς πρὸς τὸ Μυστήριον τό ὁποῖον ἐκείνην τὴν στιγμήν τελεῖται.

  Next Article

Ἡ Θεολογία τῆς Ἀπελευθερώσεως: πίστις, ἱστορία, πτωχεία καὶ κοινωνικὸς μετασχηματισμός