Τὸ «πρωτεῖον τοῦ Λόγου» καὶ ἡ εὐθύνη τῆς θεολογίας (Μέρος Β΄)

Share:

Τοῦ κ. Δημητρίου Λογοθέτη, θεολόγου

  Ὁ κεντρικὸς ἄξονας τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Βενιζέλου ὑπῆρξε ἡ εἰσήγηση ἑνὸς νέου προσδιορισμοῦ τοῦ πρωτείου τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως: ὄχι ὡς πρωτείου ἐξουσίας, οὔτε κἄν ὡς πρωτείου μὲ τὴν παραδοσιακὴ κανονικὴ καὶ ἐκκλησιολογικὴ ἔννοια, ἀλλὰ ὡς «πρωτείου τοῦ λόγου μὲ λάμδα μικρό» —δηλαδὴ τοῦ δημοσίου λόγου, τῆς ἐπιτελεστικῆς παρέμβασης (discourse) καὶ τοῦ διαλόγου μέσα στὸν σύγχρονο ἐμπερίστατο κόσμο.

  Ἡ τοποθέτηση αὐτή, ἐνῷ ἐκ πρώτης ὄψεως μοιάζει νὰ ἐξαίρει τὴν ἀκτινοβολία τοῦ Φαναρίου ἀπεκδύοντάς το ἀπὸ τὶς κατηγορίες περί ἡγεμονισμοῦ, στὴν πραγματικότητα ἐγκλωβίζει τὴν Ἐκκλησία σὲ ἕνα καθαρὰ ἐγκόσμιο ἐπικοινωνιακὸ παίγνιο. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν ἀντλεῖ τὴν αὐθεντία καὶ τὸ κῦρος της ἀπὸ τὴν ἱκανότητά της νὰ παράγει ἕνα ἑλκυστικό, σύγχρονο καὶ πολιτικὰ ὀρθὸ «discourse» στὰ διεθνῆ fora. Ἡ Ἐκκλησία ὑπάρχει ὡς σῶμα τοῦ σαρκωθέντος «Λόγου μὲ λάμδα κεφαλαῖο» —τοῦ Χριστοῦ ποὺ σταυρώθηκε καὶ ἀνέστη.

Ὅταν ὁ ἐκκλησιαστικὸς λόγος ἀποκόπτεται ἀπὸ τὸ ὀντολογικὸ θεμέλιο τοῦ ἐνυπόστατου Λόγου καὶ μετατρέπεται σὲ ἐπιτελεστικὸ δημόσιο λόγο πρὸς ἄγραν ἀποδοχῆς ἀπὸ τὶς δυτικὲς ἐλίτ, τότε κινδυνεύει νὰ καταστεῖ ἁπλὴ ῥητορεία. Ὁ ἑκάστοτε Πατριάρχης δὲν εἶναι φιλόσοφος, οὔτε ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ παρμβαίνει σὲ θέματα ἐκτὸς πίστεως, οὔτε, ἐπίσης, νὰ ἐκφράζει προσωπικὲς ἢ κοινωνικὰ ἀποδεκτὲς ἀπόψεις. Μὲ τὴν ἔννοια ποὺ τὸ ἑρμηνεύει ὁ πρώην ἀντιπρόεδρος τῆς κυβερνήσεως, καλεῖ τὸν Πατριάρχη νὰ συμμετάσχει ἐνεργὰ σὲ πολιτικοὺς καὶ κοινωνικοὺς διαλόγους, γεγονὸς ποὺ θὰ ἐκδύσει τὸν Πατριαρχικὸ θρόνο καὶ τὸν ἴδιο ἀπὸ τὸν «μυστικό» τους χαρακτήρα, ὅσο ἔχει κατορθώσει αὐτὸς νὰ διασωθεῖ τὶς τελευταῖες δεκαετίες.

Ἡ Ἐκκλησία δὲν καλεῖται νὰ γίνει ἕνας ἀκόμη διεθνὴς «παίκτης» γνωμοδότησης ἐπὶ παντὸς ἐπιστητοῦ, μιμούμενη τὸ Βατικανὸ ἢ τὶς Μὴ Κυβερνητικὲς Ὀργανώσεις. Ὅταν τὸ Πατριαρχεῖο ἀγωνίζεται νὰ διατηρήσει τὸ κῦρος του, προτάσσοντας ἕνα θύραθεν ἐκκοσμικευμένο λόγο, κινδυνεύει νὰ ἀπολέσει ἐκεῖνο ποὺ συγκροτεῖ τὴν ἴδια του τὴν ταυτότητα: τὸ ὅτι εἶναι ὁ φύλακας τῶν ἱερῶν κανόνων καὶ τῆς πατερικῆς παραδόσεως, καὶ ὄχι ἕνα φιλελεύθερο think-tank διαχείρισης κρίσεων.

Τὸ ἑπόμενο κρίσιμο σημεῖο τῆς διαλέξεως τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ ἦταν ἡ ἀναφορά του στὸ Οὐκρανικὸ ἐκκλησιαστικὸ ζήτημα. Ὁ κ. Βενιζέλος ὑποστήριξε ὅτι τὸ βασικὸ πρόβλημα στὴν Οὐκρανία «δὲν ἦταν καὶ δὲν εἶναι τόσα χρόνια μετὰ ἡ χορήγηση τοῦ Τόμου τῆς Αὐτοκεφαλίας», δηλαδὴ δὲν εἶναι τὸ ἐκκλησιολογικὸ καὶ κανονικὸ ζήτημα, ἀλλὰ ἡ ἀντίσταση στὴν ἐπιθετικὴ «θεολογία τοῦ πολέμου» τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, ἀπέναντι στὴν ὁποία τὸ Φανάρι ἀντέταξε μία «θεολογία τῆς εἰρήνης» καὶ ποιμαντικῆς εὐθύνης.

Πέραν τοῦ γεγονότος ὅτι οἱ ὁρισμοὶ αὐτοὶ εἶναι ἐκ προοιμίου πλήρως ἀθεολόγητοι καὶ ἀνιστόρητοι, ταιριάζουν περισσότερο μὲ πολιτικὴ ῥητορεία καὶ δὲν ἀγγίζουν οὔτε ἐκφράζουν τὸν ῥόλο ποὺ καλεῖται νὰ διαδραματίσει τὸ Φανάρι, σύμφωνα μὲ τὴν ποιμαντορική του εὐθύνη, μέσα στὴν ἱστορία. Ἀπὸ τὴν μία πλευρὰ παρουσιάζεται ὡς ὁ ἐκπρόσωπος ὅλης τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη δημιουργεῖ μία νέα ὀργάνωση, σὲ χῶρες τὶς ὁποῖες προηγουμένως ἔθεσε τοὺς λίθους γιὰ τὴν διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου. Τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας εἶναι τέκνο τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ προσ­εγγιστεῖ ὡς οἰκογένεια καὶ ὄχι ὡς ξένος, οὔτε νὰ ἐξαπολύονται προσβολὲς πρὸς τὴν μεγαλύτερη πληθυσμιακὰ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Ἐπίσης, ἡ προσπάθεια νὰ ὑποβαθμιστεῖ τὸ κανονικὸ καὶ ἐκκλησιολογικὸ ζήτημα τοῦ Τόμου τῆς Αὐτοκεφαλίας σὲ δευτερεῦον ἢ ἀμελητέο μέγεθος, συνιστᾷ ἕνα σοβαρὸ ὀλίσθημα. Εἶναι δυνατὸν ἕνας κορυφαῖος νομομαθὴς νὰ θεωρεῖ ὅτι ἡ παραβίαση τῶν θεμελιωδῶν ἱερῶν κανόνων εἶναι ἁπλῶς μία «τυπικὴ λεπτομέρεια» ἐν ὄψει ἑνὸς γεωπολιτικοῦ στόχου;

Τὸ ἐκκλησιαστικὸ σχίσμα ποὺ ταλανίζει σήμερα τὴν παγκόσμια Ὀρθοδοξία δὲν γεννήθηκε ἀπὸ τὸ πουθενά. Θεμελιώθηκε πάνω στὴν παραγνώριση τῆς συνοδικότητας, στὴν ἀποκατάσταση καθαιρεμένων καὶ ἀχειροτόνητων προσώπων χωρὶς μετάνοια καὶ χωρὶς τὴ σύμπραξη τῆς τοπικῆς κανονικῆς Ἐκκλησίας, καθὼς καὶ στὴν ἀνάμειξη ξένων πολιτικῶν καὶ γεωπολιτικῶν δυνάμεων στὰ ἐσωτερικὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν ὁ κ. Βενιζέλος ἀναρωτιέται δημόσια «ἂν ἡ λύση στὸ Οὐκρανικὸ θὰ εἶναι πρωτίστως πολιτικὴ ἢ ἐκκλησιολογική», ὁμολογεῖ ἐμμέσως πλὴν σαφῶς αὐτὸ ποὺ ἡ ἴδια ἡ ὀρθόδοξη παράδοση ἀπορρίπτει: ὅτι οἱ ἐκκλησιαστικὲς κρίσεις ἀποφασίζονται στὰ γεωστρατηγικὰ παρασκήνια καὶ μετέπειτα ἐπενδύονται μὲ ἐκκλησιολογικοὺς μανδύες. Ὁπότε, πῶς αὐθαιρετεῖ στὸν λόγο του καὶ δὲν ἀκριβολογεῖ; Γιατὶ μιλάει γιὰ «θεολογία τοῦ πολέμου καὶ τῆς εἰρήνης» καὶ ὄχι γιὰ πολιτικὸ παρεμβατισμὸ στὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα;

Ἡ Ἐκκλησία δὲν δύναται νὰ θεραπεύσει ἕνα κακὸ (τὸν ἐθνοφυλετισμὸ καὶ τὸν πόλεμο) μέσῳ ἑνὸς ἄλλου κακοῦ (τῆς καταπάτησης τῶν Ἱερῶν Κανόνων καὶ τῆς διάσπασης τῆς διορθόδοξης ἑνότητας). Ἡ ἀληθινὴ θεολογία τῆς εἰρήνης δὲν ἐπιβάλλεται μονομερῶς, ἀλλὰ οἰκοδομεῖται μέσα ἀπὸ τὴ γνήσια συνοδικὴ συνείδηση, ὅπου ὅλες οἱ τοπικὲς Ἐκκλησίες συλλειτουργοῦν καὶ συναποφασίζουν. Ἡ ἄρνηση αὐτῆς τῆς συνοδικότητας, χάριν τῆς συμμαχίας μὲ τὰ δυτικὰ γεωπολιτικὰ συμφέροντα δὲν συνιστᾷ «πρωτεῖο διακονίας», ἀλλὰ ἐπικίνδυνη ἐκκοσμίκευση.

Τὸ τελευταῖο μεγάλο θέμα ποὺ ἀνέπτυξε ὁ κ. Βενιζέλος ἦταν ἡ πρόκληση τῆς Τεχνητῆς Νοημοσύνης, τῆς Βιοηθικῆς καὶ τοῦ ἐπερχόμενου Μετα-ανθρωπισμοῦ. Ἐδῶ, ὁ ὁμιλητὴς ἔθεσε σωστὰ τὸ δάκτυλο ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων: ἡ ραγδαία τεχνολογικὴ ἐξέλιξη, ἡ ἀπουσία δεσμευτικῶν ἠθικῶν κανόνων καὶ ἡ κυριαρχία τῶν πολυεθνικῶν τεχνολογικῶν κολοσσῶν θέτουν ὑπὸ ἀμφισβήτηση αὐτὴν ταύτην τὴν «ἀνθρώπινη κατάσταση». Τὸ πραγματικό, ὅμως, ἐρώτημα εἶναι πόσα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ λένε ἰσχύουν καὶ πόσα ἀποτελοῦν πυροτεχνήματα;

Ὁ πρώην Ὑπουργὸς προειδοποίησε ὀρθῶς ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία δὲν πρέπει νὰ ἀντιδράσει «φοβικὰ ἢ λουδδιστικά», σπάζοντας τὶς μηχανὲς καὶ καταφεύγοντας σὲ ἕνα ἄγονο ἀναχωρητισμό. Ἐν τούτοις, τὸ κρίσιμο ἐρώτημα παραμένει: μὲ ποιὰ ἐφόδια καὶ ἀπὸ ποιὸ μετερίζι θὰ ἀπαντήσει ἡ Ἐκκλησία σὲ αὐτὴν τὴν κολοσσιαία πρόκληση;

Ἂν ἡ Ἐκκλησία περιοριστεῖ στὸ νὰ εὐλογεῖ ἁπλῶς τὶς προσπάθειες «ρυθμιστικοῦ ἐλέγχου» καὶ νομικῶν κανόνων ἠθικῆς (soft law), τότε καθίσταται ἕνας βοηθητικὸς μηχανισμὸς τῆς κρατικῆς γραφειοκρατίας. Ἡ Τεχνητὴ Νοημοσύνη καὶ ὁ Μετα-ανθρωπισμὸς δὲν εἶναι ἁπλῶς τεχνολογικὰ ἐπιτεύγματα ποὺ χρειάζονται νομικὴ ρύθμιση· εἶναι ἡ ὕστατη ἔκφραση τοῦ δυτικοῦ τιτανισμοῦ, τῆς προσ­πάθειας τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου νὰ αὐτοθεωθεῖ χωρὶς τὸν Θεό, νὰ καταργήσει τὸν θάνατο μέσῳ τῶν ἀλγορίθμων καὶ νὰ ἀντικαταστήσει τὴν ἔνθεη ὑπόσταση μὲ τὴν ψηφιακὴ λειτουργικότητα.

Ξεχνάει πάλι ὁ πρώην πρόεδρος τοῦ ΠΑΣΟΚ ὅτι τὸ κόμμα ποὺ ὑπηρετοῦσε ἐπὶ δεκαετίες καὶ τοῦ ὁποίου στήριζε τὶς νομοθετικὲς ῥυθμίσεις καὶ τὶς ἔκρινε συνταγματικές, ἔλυσε τὰ ζητήματα αὐτὰ καὶ ἔβγαλε την Ἑλλάδα ἀπὸ τὸν σκοταδισμό τοῦ Μεσαίωνα. Ἔφερε στὴν χώρα μας τὶς ἐκτρώσεις, στήριξε τὸν γάμο γιὰ τὸ ὅμοιο φῦλο καὶ συνεχίζει ὅ,τι νέο καὶ αἰσχρὸ διαφημίζει ὁ δυτικὸς πολιτισμός, νὰ τὸ ὑποστηρίζει. Συνείδηση καὶ ντροπὴ δὲν ἔχει, θὰ ἀναρωτηθεῖ κανεὶς εὔλογα. Μᾶλλον ὄχι.

Κλείνοντας αὐτὴ τὴ διμερῆ κριτικὴ ἀποτίμηση, ὀφείλουμε νὰ ἐπαναλάβουμε ὅτι ἡ παρέμβαση τοῦ κ. Εὐάγγελου Βενιζέλου ὑπῆρξε ἐξαιρετικὰ χρήσιμη, διότι ἀποκάλυψε μὲ σαφήνεια τὶς τάσεις ποὺ ἐπικρατοῦν σήμερα σὲ ἕνα σημαντικὸ τμῆμα τῆς διανόησης καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοίκησης. Μέσα ἀπὸ τὰ λόγια του μπορεῖ κανεὶς νὰ δεῖ ὅτι ἡ Ἐκκλησία γιά τοὺς πολιτικοὺς τῆς Ἑλλάδος δὲν ἀποτελεῖ ταυτότητα, ἀλλὰ εὐκαιρία γιὰ προβολή. Ἡ προσπάθεια νὰ καταστεῖ ἡ Ὀρθοδοξία συμβατή, ἀρεστὴ καὶ «χρήσιμη» στὰ γεωπολιτικὰ καὶ ἰδεολογικὰ σχήματα τοῦ δυτικοῦ κόσμου ἐγκυμονεῖ τὸν κίνδυνο τῆς πλήρους ἐκκοσμίκευσης, γεγονὸς ποὺ γνωρίζει καλὰ ὁ πρώην ὑπουργός.

Ἡ Ἐκκλησία ζεῖ καὶ κινεῖται μέσα στὴν ἱστορία, συμπάσχει μὲ τὸν ἐμπερίστατο ἄνθρωπο καὶ κατανοεῖ τὶς ἀγωνίες του. Ὅμως, ἡ ἀποστολή της παραμένει αἰώνια καὶ ἐσχατολογική: νὰ εἶναι στὸν κόσμο, ἀλλὰ νὰ μὴ εἶναι «ἐκ τοῦ κόσμου». Τὸ ἀληθινὸ πρωτεῖο τῆς Ὀρθοδοξίας δὲν εἶναι τὸ πρωτεῖο ἑνὸς κοσμικοῦ λόγου ποὺ προσαρμόζεται στὶς ἐπιταγὲς τῆς ἑκάστοτε ἐξουσίας, ἀλλὰ τὸ πρωτεῖο τοῦ Σταυροῦ, τῆς Ἀναστάσεως καὶ τῆς ἀκαινοτόμητης Ἀληθείας. Καὶ αὐτὴν τὴν Ἀλήθεια ἡ θεολογία ἔχει χρέος νὰ τὴν ὑπερασπίζεται ἀπέναντι σὲ κάθε ἀπόπειρα ἰδεολογικῆς ἢ πολιτικῆς χειραγώγησης.

 

Τὸ «Πρωτεῖον τοῦ Λόγου» καὶ ἡ εὐθύνη τῆς Θεολογίας (Μέρος Α΄)

 

  Next Article

«Θέλεις να τους ταΐσουμε όλους;» Μαθήματα αγάπης από τον γέροντα Γαβριήλ (Ουργκεμπάτζε)