ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ
Δευτερολογία διὰ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν τοῦ Χριστοῦ
Γράφει ὁ κ. Μιχαήλ Βασ. Γαλενιανός, Δρ Θεολογίας, Δρ Φιλοσοφίας
Δέν θά ἐπανερχόμασταν στόν διάλογο μέ τόν π. Βασίλειο Βολουδάκη, ἐφόσον δήλωσε ὅτι εἶναι βεβαρημένος μέ τή σύνταξη ἐπειγόντων κειμένων αὐτόν τόν καιρό, ἐπειδή ὅμως μᾶς ἔθεσε κάποια ἐρωτήματα στήν ἀπάντησή του, αἰσθανόμαστε ὑποχρεωμένοι νά ἀνταπαντήσουμε (ἔστω καί κάπως ἐπιγραμματικά, γιά νά μή κουράζουμε τούς ἀναγνῶστες τοῦ Ο.Τ. μέ ἐκτενεῖς ἀναλύσεις), ἄν καί μερικά ἀπό αὐτά ἔχουν οὐσιαστικά ἤδη ἀπαντηθεῖ στήν προηγούμενη παρέμβασή μας.
Στό καίριο ἐρώτημα, ἄν ἡ λειτουργία τῶν ἀδιάβλητων παθῶν τοῦ Χριστοῦ ἔγινε κατ’ ἀκολουθία τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ἡ ἀπάντηση εἶναι: ναί. Στήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ τά ἀδιάβλητα πάθη ὑπῆρχαν καί λειτουργοῦσαν κατά τούς φυσικούς νόμους. Ὡς Θεός δέν τά ὑφίστατο ὑποχρεωτικά καί ἀναγκαστικά, ἀλλά ἐπέτρεπε τή λειτουργία τους σύμφωνα μέ τίς ἰδιότητες τῆς ἀνθρώπινης φύσης («κατά φύσιν ἐκινεῖτο ἐν αὐτῷ ὅτε παρεχώρει τῇ σαρκί πάσχειν τά ἴδια», ἀναφέρει, ὅπως εἴδαμε, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός [PG 94,1084 A]). Αὐτό λέει καί ἡ ἐπιστολή τοῦ Σωφρονίου Ἱεροσολύμων πού ἐπικαλεῖται ὁ π. Βασίλειος («Θεός γάρ ἦν ὁ ταῦτα πάσχειν σαρκικῶς ἀνεχόμενος»).
Ἡ «κένωση» ἄλλωστε ἔγκειται στό γεγονός ὅτι ὁ Θεός Λόγος καταδέχτηκε νά γίνει ἄνθρωπος («ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων . . . ἑαυτόν ἐκένωσε μορφήν δούλου λαβών», γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος) (Φιλιπ. 2,6-7).
Στό ἐρώτημα, πῶς ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἑκούσιος, ἄν ἦταν ἀναγκασμένος ἀπό τή μεταπτωτική φθαρτότητά Του νά ἀποθάνει, ἡ ἀπάντηση εἶναι, σύμφωνα καί μέ τά παραπάνω, ὅτι τό ἀναγκαστικό τῆς λειτουργίας τῶν ἀδιάβλητων παθῶν, συμπεριλαμβανομένου τοῦ θανάτου, ἔχει νά κάνει μέ τήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ καθεαυτή καί ὄχι μέ τόν Θεό Λόγο πού «παρεχώρει τῇ σαρκί πάσχειν τά ἴδια».
Ὁ θάνατος τοῦ Κυρίου ἦταν ἑκούσιος, γιατί αὐτό ἦταν τό θεῖο θέλημα καί γιατί πρός αὐτό συμμορφώθηκε καί τό ἀνθρώπινο θέλημα τοῦ Χριστοῦ, σύμφωνα μέ τό «οὐχ ὡς ἐγώ θέλω, ἀλλ’ ὡς σύ» (Ματθ. 26,39) καί τό «ἐταπείνωσεν ἑαυτόν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου» (Φιλιπ. 2,8). Στόν Σταυρό πέθανε κατά τούς βιολογικούς νόμους τῆς μεταπτωτικῆς φύσης Του, χωρίς αὐτό νά ἀναιρεῖ τό ἑκούσιο τοῦ θανάτου Του.
Σωστά γράφει στόν τίτλο τῆς ἀπάντησής του ὁ π. Βασίλειος ὅτι «δέν ἔχει προτεραιότητα τό εἶδος τῆς σαρκός, ἀλλά ὁ φορέσας αὐτήν, Θεός Λόγος!», διστάζει ὅμως στή συνέχεια νά ὑποστηρίξει αὐτή τή θέση, φοβούμενος ὅτι οἱ ἀναγκαιότητες τῆς μεταπτωτικῆς ἀνθρώπινης φύσης ἀναιροῦν τό ἑκούσιο τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ. Ἐπιλέγοντας ἔτσι τήν ἐξ ἀρχῆς ἀφθαρσία, γιά νά μή ὑπόκειται ὁ Χριστός στίς ἀναγκαιότητες τῆς μεταπτωτικῆς φύσης, δίνει τελικά προτεραιότητα στό εἶδος τῆς σάρκας ἔναντι τοῦ Λόγου, ἔστω καί ἀσυναίσθητα.
Τό θεῖο θέλημα τοῦ Χριστοῦ ὅμως ἦταν ὑπεράνω τῶν λειτουργιῶν τῆς ἀνθρώπινης φύσης Του. Γι’ αὐτό ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἔγραψε ὅτι στόν Χριστό τά ἀδιάβλητα πάθη ὑπῆρχαν «κατά φύσιν» (μέ ἀναφορά στήν ἀνθρώπινη φύση Του) καί «ὑπέρ φύσιν» (μέ ἀναφορά στή θεότητά Του, ἡ ὁποία τά εἶχε ὑπό τήν ἐξουσία της) (PG 94,1084 A). Δέν ὑπάρχει ἑπομένως ἀντίθεση μεταξύ μεταπτωτικῆς φύσης καί ἑκουσίου θανάτου τοῦ Κυρίου.
Στό ἐρώτημα, ἄν εἶναι θαῦμα τό ὅτι ὁ Χριστός περπάτησε στά κύματα, ἡ ἀπάντηση εἶναι καί πάλι: ναί. Ἀπόδειξη ὅτι καί ὁ ἀπόστολος Πέτρος μέ τή βοήθεια τοῦ Κυρίου περπάτησε γιά λίγο πάνω στά κύματα, μέχρι πού φοβήθηκε καί ἄρχισε νά βουλιάζει. Δέν νομίζουμε νά πιστεύει ὁ π. Βασίλειος ὅτι καί ἡ σάρκα τοῦ ἀποστόλου Πέτρου ἦταν τεθεωμένη καί γι’ αὐτό περπάτησε, ἔστω γιά λίγο, στή θάλασσα.
Θαῦμα ἦταν καί τό ὅτι ὁ Χριστός δέν ἔφθειρε κατά τή γέννησή Του τήν παρθενία τῆς Θεοτόκου. Γιά τήν ὑπερφυσική σύλληψη τοῦ Κυρίου στά σπλάγχνα τῆς Θεοτόκου δέν χρειάζεται νά ποῦμε κάτι, γιατί δέν ὑπάρχει διαφωνία σέ αὐτό τό θέμα.
Τά περί ἀπροϋπόθετης σάρκωσης τοῦ Λόγου, πού ἀναφέρθηκαν εὐκαίρως ἀκαίρως στόν διάλογο, εἶναι ὑποθετικά καί τό μόνο σχόλιο, πού θά θέλαμε νά κάνουμε ἐδῶ, εἶναι ὅτι γιά τήν καθ’ ὑπόσταση ἕνωση δέν χρωστᾶμε χάρη στούς πρωτοπλάστους πού ἔπεσαν, ἀλλά στόν Θεό, γιατί, ἄν ἤθελε, θά μᾶς ἄφηνε στήν κατάσταση τῆς πτώσης καί τό σφάλμα τῶν πρωτοπλάστων θά ἔμενε ἀδιόρθωτο.
Τή συνέχεια τοῦ κειμένου τοῦ ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Δαμασκηνοῦ γιά τούς ἀφθαρτοδοκῆτες δέν τήν παραθέσαμε, ἀκριβῶς ἐπειδή ὁ π. Βασίλειος θέλει νά διαχωρίσει τή θέση του ἀπό τή διδασκαλία τους. Ἔπρεπε ὡστόσο νά ἐπισημανθεῖ ὅτι κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ ἦταν θνητή καί φθαρτή καί εἶναι ἀσεβές νά λέμε τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἄφθαρτο πρίν τήν Ἀνάσταση.
Ἄν ὑπῆρχε στήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μία διδασκαλία θετική στό νά λέγεται ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Κυρίου ἄφθαρτη καί ἀθάνατη ἐξ ἀρχῆς, ὁ ἅγιος Ἰωάννης θά τήν κατέγραφε, γιά νά τήν ἀντιπαραθέσει καί πρός τή διδασκαλία τῶν ἀφθαρτοδοκητῶν, ὅπως κάνει τώρα ὁ π. Βασίλειος μέ τή δική του.
Κατανοοῦμε τίς ἀνησυχίες τοῦ π. Βασιλείου γιά τή «νεορθόδοξη» καί τή «μεταπατερική» θεολογία τῆς ἐποχῆς μας, ἀλλά τά σφάλματά τους δέν διορθώνονται μέ ἄλλα σφάλματα.
ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ
«Μὴ τὰ ἀσύγκριτα συγκρίνῃ, ψιλοῖς ἀνθρώποις Φύσιν Ὁµόθεον»! (Ἅγ. Γρηγόριος Παλαµᾶς)
Γράφει ὁ Πρωτοπρεσβύτερος π. Βασίλειος Βολουδάκης
Μέ ἐξέπληξε ἡ δευτερολογία τοῦ κ. Γαλενιανοῦ, µετά τήν λεπτοµερῆ ἀπάντησή µου, πρῶτον γιατί ἐνῶ, ὅπως γράφει, δευτερολόγησε γιά νά ἀπαντήσῃ σέ ἐρωτήµατα, πού τοῦ ἔθεσα, ἀπήντησε µέ δικό του τρόπο, χωρίς νά λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του Πατερικά χωρία, πού παρέθεσα, δηµιουργῶντας νέα ἐρωτήµατα καί, κυρίως, – ἐµµέσως, πλήν σαφῶς – ἄφησε νά ἐννοηθῇ ὅτι δέν δέχεται τήν ἀπροϋπόθετη Σάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου (χαρακτηρίζοντάς την ὑποθετική), ἀλλά ὑποστηρίζει τήν ἐµπροϋπόθετη, ὅτι, δηλαδή, ὁ Θεός Λόγος Σαρκώθηκε µόνο, γιά νά µᾶς σώσῃ ἀπό τήν Πτώση τῶν Πρωτοπλάστων, ὑπονοῶντας ὅτι ἄν ἐκεῖνοι δέν ἔπεφταν, δέν χρειαζόταν ἡ Σάρκωσή Του!
Δυστυχῶς δέν θά ἀποφύγω τήν µακρηγορία, γιατί τά θέµατα, ποὺ προέκυψαν ἀπό τήν ἀπάντηση τοῦ κ. Γαλενιανοῦ, εἶναι πολλά καί σοβαρά καί, δέν εἶχα περισσότερο χρόνο στή διάθεσή µου, γιά νά µπορέσω νά γράψω λιγότερα!
Θά ἀρχίσω, λοιπόν, ἀπό τό ἀπροϋπόθετον τῆς Σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου, παρ’ ὅτι αὐτό τό ἀνέφερα ἐν παρόδῳ, σάν παράδειγµα καί σάν γέφυρα συνεννοήσεώς µας, πώς ἄν κάτι ὑποθετικά Θεολογικό προσκρούει στή Λογική, ἀποκλείεται νά εἶναι Θεολογικό. Τό ἀνέφερα, προσφέροντας µιά κοινή βάση γιά τή συνεννόησή µας, διότι αὐτό εἶναι τό ΚΛΕΙΔΙ τοῦ θέµατος, πού συζητοῦµε. Φαίνεται, ὅµως, ὅτι ὁ κ. Γαλενιανός, ἀκολουθεῖ τήν συλλογιστική τοῦ µακαρίτου Ἀνδρέα Θεοδώρου, ὁ ὁποῖος δέν ἐπείσθη οὔτε ἀπό τήν Λογική, οὔτε ἀπό τήν Θεολογία τοῦ Ἁγίου Μαξίµου τοῦ Ὁµολογητοῦ, οὔτε ἀπό τήν ἀνάλυση τοῦ µεγαλυτέρου ’Ορθοδόξου Θεολόγου τοῦ 18 αἰῶνος, Ἁγίου Νικοδήµου τοῦ Ἁγιορείτου στό «Συµβουλευτικόν Ἐγχειρίδιον», ἀποκαλῶν στό βιβλίο του «Cum Deus Homo» τήν ἀπροϋπόθετη Σάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου «θεολογούµενον», σάν νά ὑπάρχουν θεολογούµενα στήν Ὀρθόδοξη Θεολογία! Θεολογούµενα δέν ἔχει ἡ Ὀρθοδοξία. Μόνο ἀγνοούµενα ἀπό τούς θεολόγους, ὑπάρχουν!
Αὐτό, ὅµως, τό «ἀπροϋπόθετον» ἔφερε στήν ἐπιφάνεια καί µιά ἐπί πλέον δυσκολία στήν ἐπικοινωνία µας. Μέ ἄφησε κυριολεκτικά ἄφωνο τό ὅτι στό ρητορικό µου ἐρώτηµα, «ἄν ἡ Σάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου ἦταν ἐµπροϋπόθετη, ἔγινε, δηλαδή, µόνο καί µόνο ἐπειδή οἱ Πρωτόπλαστοι ἔπεσαν, τότε πρέπει νά τούς χρωστοῦµε χάρη πού ἔπεσαν, διότι µᾶς ἐξασφάλισαν τελειοτέρα σχέση µέ τόν Θεό, τήν καθ’ Ὑπόστασιν (ἑνωθήκαµε µέ τό Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου!), ἐνῶ πρίν εἴχαµε µόνο τήν κατ’ ἐνέργεια σχέση µαζί Του!» θεώρησε λογικό καί Θεολογικό ὁ κ. Γαλενιανός νά µοῦ ἀπαντήσῃ ὅτι «γιά τήν καθ’ ὑπόσταση ἕνωση δέν χρωστᾶµε χάρη στούς πρωτοπλάστους πού ἔπεσαν ἀλλά στόν Θεό, γιατί, ἄν ἤθελε, θά µᾶς ἄφηνε στήν κατάσταση τῆς πτώσης καί τό σφάλµα τῶν πρωτοπλάστων θά ἔµενε ἀδιόρθωτο»! Εἶναι αὐτό ἀπάντηση στόν εὔλογο συλλογισµό µου, ἤ διάλογος κωφῶν;
Βεβαίως καί δέν χρωστᾶµε χάρη στούς Πρωτοπλάστους, ἐφ’ ὅσον ἡ Σάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου ἦταν ἡ προαιώνια Βουλή τοῦ Θεοῦ. Θά τούς χρωστούσαµε, ὅµως χάρη, ἄν κατά τούς ἀρνητάς τῆς ἀπροϋποθέτου Σαρκώσεως, ἡ Σάρκωση ἐγίνετο µόνο καί µόνο γιά τήν ἀνόρθωσή µας ἀπό τήν Πτώση. Εἶναι τόσο δύσκολα κατανοητό αὐτό πού ἐρώτησα, γιά νά καταδειχθῇ τό πῶς ἡ Λογική ἐπαληθεύει ἤ διαψεύδει τίς θεολογικές ἀπόψεις;
Ἄς τό συλλαβίσουµε, ὅµως, καί πάλι:
Ἡ Ὑποστατική ἕνωση ὑπῆρχε πρό τῆς Πτώσεως τῶν Πρωτοπλάστων κ. Γαλενιανέ, ὥστε νά µή ἀσχολούµεθα γιά τό µετά ταῦτα; Βεβαίως ὄχι! Θά γινόταν ἡ Ὑποστατική ἕνωσή µας µέ τό Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἄν δέν ἔπεφταν οἱ Πρωτόπλαστοι; Ἐµεῖς λέµε, βεβαίως θά γινόταν, γιατί αὐτό εἶναι τό «καθ’ ὁµοίωσιν». Οἱ ἀκόλουθοι, ὅµως, τῆς ἐµπροϋποθέτου ἐκδοχῆς, λένε ὅτι δέν θά γινόταν. Ἄρα, δέν θά ὀφείλαµε χάριτας στούς Πρωτοπλάστους, πού ἀνάγκασαν τόν Θεό µέ τήν Πτώση τους νά ἑνωθῇ Ὑποστατικά µαζί µας, ἐνῶ αὐτό δέν θά γινόταν ἄν δέν πέφταµε; Τί νόηµα ἔχει ἡ ἀπάντησή σας ὅτι τό ὀφείλουµε στόν Θεό καί ὄχι στούς Πρωτοπλάστους; Η ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ, πού ἐπηκολούθησε τῆς Πτώσεως, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΩΤΕΡΗ ΤΗΣ ΚΑΤ’ ΕΝΕΡΓΕΙΑΝ ΣΧΕΣΕΩΣ, πού ἔχασαν οἱ Πρωτόπλαστοι; Συµφώνως πρός τήν συλλογιστική σας, ὁ Θεός δέν τό εἶχε προαιώνια Βουλή Του νά Σαρκωθῇ, ἀλλά ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά διορθώσῃ τήν Πτώση µας. Ἄν, λοιπόν, κατά τήν λογική πού ὑπαγορεύει ἡ συλλογιστική σας, δέν ἔπεφταν οἱ Πρωτόπλαστοι, δέν θά χρειαζόταν νά Σαρκωθῇ ὁ Θεός καί νά γίνῃ Ὑπόστασή µας! Προκύπτει, ναί ἤ ὄχι, αὐτό ἀβίαστα, ἀπό ἐκεῖνο πού γράψατε, ὅτι ἡ Σάρκωση τοῦ Θεοῦ ἔγινε µόνο γιά τήν διόρθωση τῆς Πτώσεώς µας; Αὐτό, λοιπόν, πού µέ τήν συλλογιστική σας, δέν θά γινόταν ἄν δέν πέφταµε, τότε ἔγινε χάριν τοῦ πεσίµατός µας. Δέν εἶναι ξεκάθαρο; Γιατί γίνεται δύσκολη ἡ συνεννόησή µας;
Ὅµως, πέραν τοῦ λογικῶς ἀτόπου τῆς ἐµπροϋποθέτου Σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἡ Σάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου γιά τήν Ἐκκλησία µας εἶναι ΑΠΡΟΫΠΟΘΕΤΗ! Δέν ἀκούσατε στήν Ὑµνολογία µας κατά τόν Εὐαγγελισµό τῆς Θεοτόκου «Βουλήν προαιώνιον ἀποκαλύπτων σοι Κόρη, Γαβριήλ ἐφέστηκεν ὁ Ἀρχάγγελος»; Ἡ Προαιώνια βουλή τοῦ Θεοῦ εἶναι ΠΡΟΠΤΩΤΙΚΗ, ὄχι ΜΕΤΑΠΤΩΤΙΚΗ! «Σήµερον τῆς Σωτηρίας ἡµῶν τό Κεφάλαιον καί τοῦ ἀπ’ αἰῶνος Μυστηρίου ἡ Φανέρωσις…», «Τό ἀπ’ αἰῶνος Μυστήριον ἀνακαλύπτεται σήµερον καί ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, υἱός ἀνθρώπου γίνεται..». Τό «ἀπ’ αἰῶνος» εἶναι ΠΡΟΑΙΩΝΙΟΝ , ὄχι ἁπλῶς ΠΡΟΠΤΩΤΙΚΟ!
Καί ἔρχοµαι στό θέµα πού, κυρίως, ἀπασχολεῖ τόν κ. Γαλενιανό. Τό νά δεχθοῦµε, δηλαδή, ὅτι ἡ Ἀνθρώπινη Φύση τοῦ Χριστοῦ µας εἶχε ἀναγκαστικά τά ἀδιάβλητα πάθη. Δέν τοῦ ἀρκεῖ ὅτι τά ἐνήργησε ἀπόλυτα, σέ ὅλη τους τήν ἔνταση, µέ τήν φυσική ἀνθρώπινη λειτουργία, ὅποτε καί ὅσο ἤθελε Ἐκεῖνος, καί ὄχι κατ’ ἀνάγκην τῶν πεπερασµένων δυνατοτήτων τῆς µεταπτωτικῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, θεωρῶντας, ὅτι µόνο ἄν ὑπῆρχαν αὐτά ἀναγκαστικά στή φύση, πού ἔλαβε, θά νοεῖται πραγµατικός ἄνθρωπος ὁ Χριστός µας! Παραθεωρεῖ στήν ἀπάντησή του τήν προτεραιότητα τοῦ Φορέσαντος τήν Ἀνθρώπινη Φύση Θεοῦ Λόγου καί µέ κατηγορεῖ, ὅτι, ἐνῶ ἔβαλα ὡς τίτλο τῆς ἀπαντήσεώς µου ὅτι ἔχει προτεραιότητα ὁ Φορέσας τήν Ἀνθρώπινη Φύση Θεός Λόγος, στή συνέχεια δέν ὑποστηρίζω αὐτή τή θέση! Γράφει: «διστάζει ὅµως στή συνέχεια (ὁ π. Βασίλειος) νά ὑποστηρίξει αὐτή τή θέση, φοβούµενος ὅτι οἱ ἀναγκαιότητες τῆς µεταπτωτικῆς ἀνθρώπινης φύσης ἀναιροῦν τό ἑκούσιο τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ. Ἐπιλέγοντας ἔτσι τήν ἐξ ἀρχῆς ἀφθαρσία, γιά νά µήν ὑπόκειται ὁ Χριστός στίς ἀναγκαιότητες τῆς µεταπτωτικῆς φύσης, δίνει τελικά προτεραιότητα στό εἶδος τῆς σάρκας ἔναντι τοῦ Λόγου, ἔστω καί ἀσυναίσθητα». Ἀπορῶ µέ αὐτήν τήν συλλογιστική! Τό εἶδος τῆς Σαρκός, βεβαίως δέν ἔχει προτεραιότητα, ὁ Φορέσας, ὅµως, δέν προσδιορίζει τήν Σάρκα; Γιατί παρέκαµψε ὅλα ἐκεῖνα πού τοῦ παρέθεσα καί ἐκράτησε µόνο ἐκεῖνα πού θεωρεῖ ὅτι συµφωνοῦν µέ τίς ἀρχικές του διατυπώσεις; Γιατί δέν ἔλαβε ὑπ’ ὄψιν του τήν τρεπτότητα τῆς Ἀνθρωπίνης Φύσεως τοῦ Χριστοῦ, πού ἔθεσα, προσδιορίζοντας τό πῶς ἐννοῶ τήν ἀφθαρσία; Γιατί δέν ἀπαντᾶ σ’ αὐτά πού τοῦ παρέθεσα ἀπό τόν Λεόντιο Βυζάντιο περί τῆς «ἀφθαρσίας» τοῦ «παράφρονος Ἰουλιανοῦ», ἀλλά ἐξακολουθεῖ νά χρησιµοποιῇ λανθασµένα τόν ἅγιον Δαµασκηνόν ἐναντίον µου, γιά νά ἔχῃ τήν εὐχέρεια νά ἐπαναλαµβάνῃ ὅτι «εἶναι ἀσεβές νά λέµε τό σῶµα τοῦ Χριστοῦ ἄφθαρτο πρίν τήν Ἀνάσταση»;
Θά ἀπαριθµήσω αὐτά πού παρέθεσα καί ἄφησαν ἀδιάφορον τόν κ. Γαλενιανό (γιατί ἄραγε;), ὅπως, ἐπίσης, καί αὐτά, πού παραθέτει ἐσφαλµένως.
1. Γράφει: « Στήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ τά ἀδιάβλητα πάθη ὑπῆρχαν καί λειτουργοῦσαν κατά τούς φυσικούς νόµους. Ὡς Θεός δέν τά ὑφίστατο ὑποχρεωτικά καί ἀναγκαστικά, ἀλλά ἐπέτρεπε τή λειτουργία τους σύµφωνα µέ τίς ἰδιότητες τῆς ἀνθρώπινης φύσης («κατά φύσιν ἐκινεῖτο ἐν αὐτῷ ὅτε παρεχώρει τῇ σαρκί πάσχειν τά ἴδια», ἀναφέρει, ὅπως εἴδαµε, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαµασκηνός [PG 94,1084 A]). Αὐτό λέει καί ἡ ἐπιστολή τοῦ Σωφρονίου Ἱεροσολύµων πού ἐπικαλεῖται ὁ π. Βασίλειος (Θεός γάρ ἦν ὁ ταῦτα πάσχειν σαρκικῶς ἀνεχόµενος)».
Αὐτά, πού παρέθεσα, ὅµως, δέν εἶναι µόνο ἕνα κολοβωµένο ἀπόσπασµα τοῦ ἁγίου Δαµασκηνοῦ, οὔτε µόνο ἡ τελευταία φράση τῆς Ἐπιστολῆς τοῦ Σωφρονίου Ἱεροσολύµων ἀλλά ὁλόκληρη ἡ συγκλονιστική του διατύπωση, πού δέν ἀφήνει περιθώρια παρανοήσεων: «Ἐδίδου (ὁ Ὁρατός στούς ἀνθρώπους Χριστός) ὅτε καί ἤθελε φύσει τῇ ἀνθρωπείᾳ καιρὸν ἐνεργεῖν καί πάσχειν τά ἴδια, ἵνα µή φαντασία τις καί θέα διάκενος ἡ αὐτοῦ περιώνυµος κρίνοιτο σάρκωσις. Οὐ γάρ ἀκουσίως ταῦτα ἢ ἀναγκαστικῶς προσεδέχετο, κἄν φυσικῶς αὐτά καί ἀνθρωπίνως προσίετο, καί ἀνθρωπίναις κινήσεσιν ἐποίει καί ἔπραττεν· ἄπαγε τῆς βδελυκτῆς ἐνθυµήσεως· Θεός γάρ ἦν ὁ ταῦτα πάσχειν σαρκικῶς ἀνεχόµενος, καί σώζων ἡµᾶς τοῖς οἰκείοις παθήµασι, καί βραβεύων ἡµῖν δι’ αὐτῶν τήν ἀπάθειαν·ἀλλ’ ὅτε πάσχειν καί πράττειν καί ἐνεργεῖν ἀνθρωπίνως αὐτός ἐβεβούλητο, καί τούς ὁρῶντας ὠφελεῖν ἐψηφίζετο, δι’ οὕς καί ἄνθρωπος κατά ἀλήθειαν γέγονε, καί οὐχ ὅτε αἱ φυσικαὶ κινήσεις καί σαρκικαὶ κινεῖσθαι φυσικῶς πρός ἐνέργειαν ἤθελον, εἰ καί οἱ ἐπιβουλεύοντες ἄθεοι τάς ἐπιβουλὰς πληροῦν παντόλµως ἐγλίχοντο… Καί διά τοῦτο ἦν ὑπέρ ἄνθρωπον αὐτοῦ τά ἀνθρώπινα· οὐκ ἐπειδήπερ φύσις ἦν οὐκ ἀνθρώπειος, ἀλλ’ ἐπειδήπερ ἑκουσίως γέγονεν ἄνθρωπος, καί ἄνθρωπος γεγονώς ἑκουσίως αὐτά προσεδέχετο· καί οὐ τυραννικῶς ἢ ἀναγκαστικῶς ἔστιν ὅτε καθ’ ἡµᾶς καί ἀβουλήτως, ἀλλ’ ἡνίκα καί ὅσον ἐβούλετο, καί συγχωρεῖν αὐτός τοῖς τά πάθη προσφέρουσι, τοῖς τε παθήµασιν αὐτοῖς ἐνεργουµένοις κατά φύσιν ἐπένευσε». Αὐτά ὅλα γιατί τά ἀπεσιώπησε; Συµφωνοῦν, ἄραγε µαζί του;
Καί συνεχίζει ὁ κ. Γαλενιανός, ὑποστηρίζοντας τήν ἀναγκαστική λειτουργία τῶν ἀδιαβλήτων παθῶν, διχοτοµῶντας τόν Ἕνα Χριστόν, σέ Θεό καί Ἄνθρωπο: « τό ἀναγκαστικό τῆς λειτουργίας τῶν ἀδιάβλητων παθῶν, συµπεριλαµβανοµένου τοῦ θανάτου, ἔχει νά κάνει µέ τήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ καθεαυτή καί ὄχι µέ τόν Θεό Λόγο πού “παρεχώρει τῇ σαρκί πάσχειν τά ἴδια”»! Δέν ἀναχαιτίσθηκε ἀπό τά προαναφερθέντα «Οὐ γάρ ἀκουσίως ( Ὁ Χριστός) ταῦτα ἢ ἀναγκαστικῶς προσεδέχετο, κἄν φυσικῶς αὐτά καί ἀνθρωπίνως προσίετο, καί ἀνθρωπίναις κινήσεσιν ἐποίει καί ἔπραττεν· ἄπαγε τῆς βδελυκτῆς ἐνθυµήσεως»; Δέν τόν ἀναχαίτισε ἡ «βδελυκτή» αὐτή ἡ ἀναφορά; Λειτουργοῦσε ποτέ ἡ Ἀνθρώπινη Φύση τοῦ Χριστοῦ αὐτή καθ’ ἑαυτήν, χωρίς νά τήν λειτουργῇ ὁ Θεός Λόγος; Τήν λειτουργοῦσε ὁ ἄνθρωπος Χριστός ξεχωριστά; Μή γένοιτο τέτοια βλασφηµία! Καί κατόπιν τούτου, µοῦ προσάπτει τήν µοµφή ὅτι ἐγώ δίδω προτεραιότητα στό εἶδος τῆς Σαρκός τοῦ Χριστοῦ!
Ἄν πρόσεχε λίγο περισσότερο τόν ἅγιο Δαµασκηνό, πού κατ’ ἀποκλειστικότητα ἐπικαλεῖται, χωρίς, ὅµως, νά πείθεται µέ αὐτά πού ἤδη τοῦ παρέθεσα, θά ἀπέφευγε νά ὑποστηρίξῃ τό «ἀναγκαστικό»: «Οὐ προηγεῖτο ἐν τῷ Κυρίῳ τῆς θελήσεως τὰ φυσικά· οὐδὲν γὰρ ἠναγκασµένον ἐπ’ αὐτοῦ θεωρεῖται, ἀλλὰ πάντα ἑκούσια· θέλων γὰρ ἐπείνασε, θέλων ἐδίψησε, θέλων ἐδειλίασε, θέλων ἀπέθανεν» (Ἔκδ. Ἀκριβής, ΡG 94, 1084). Δέν ἀξιοποίησε, ὅµως τά λόγια τοῦ ἁγίου Δαµασκηνοῦ, διότι θεωρεῖ τήν διατύπωση «τῆς θελήσεως», ὅτι ἀναφέρονται µόνο στήν Θεία Θέληση καί γι’ αὐτό θεωρεῖ τίς λειτουργίες τῆς Ἀνθρωπίνης Φύσεως τοῦ Χριστοῦ ἀναγκαστικές!
2. Τά τοῦ Συνοδικοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας «Τῶν λεγόντων ὅτι ἡ σάρξ τοῦ Κυρίου ἐξ αὐτῆς τῆς ἑνώσεως ὑπερυψωθεῖσα καί ἀνωτάτῳ πάσης τιµῆς ὑπερκειµένη ὡς ἐξ ἄκρας ἑνώσεως ὁµόθεος γενοµένη, ἀµεταβλήτως, ἀναλλοιώτως, ἀσυγχύτως καί ἀτρέπτως διά τήν καθ’ ὑπόστασιν Ἕνωσιν καί ἀχωρίστως καί ἀδιασπάστως µένουσα τῷ προσλαβοµένῳ Αὐτήν Θεῷ Λόγῳ… Αἰωνία ἡ µνήµη», σηµαίνουν ὅτι ὁ Θεός ἅπαξ καί ἐσαρκώθη ἦταν ἀναγκασµένος νά φυλακισθῇ καί νά ἐξαναγκασθῇ στήν κακοµοιριά τῆς µεταπτωτικῆς µας φύσεως, γιά νά θεωρηθῇ πραγµατικός ἄνθρωπος, ἤ ὅτι ἑκουσίως καί χωρίς καταναγκασµό ἤ ὁποιαδήποτε ὑποχρέωσή Του ἐνήργησε καί γεύθηκε τήν κακοµοιριά µας στό ἔπακρον;
3. Τά λόγια τοῦ ἁγίου Μαξίµου: «Ὅθεν τό κατ’ αὐτόν ἀνθρώπινον, οὐ διά τόν λόγον τῆς φύσεως, ἀλλά διά τόν καινοπρεπῆ τῆς γενέσεως τρόπον, πρός τό ἡµέτερον παραλλάττει · ταὐτόν µέν ὑπάρχον κατά τήν οὐσίαν · οὐ ταὐτόν δέ κατά τήν ἀσπορίαν · ἐπεί µή ψιλή, ἀλλ’ αὐτοῦ κατ’ ἀλήθειαν τοῦ δι’ ἡµᾶς ἐνανθρωπήσαντος ἦν» (PG 91, 60C) δέν σηµαίνουν τίποτα; Τό ὅτι τό τοῦ Χριστοῦ “ἀνθρώπινον”«πρός τό ἡµέτερον παραλλάττει · ταὐτόν µέν ὑπάρχον κατά τήν οὐσίαν · οὐ ταὐτόν δέ κατά τήν ἀσπορίαν» ἀφήνει ἀδιάφορη τήν συζήτησή µας;
4. Τά τοῦ Μ. Ἀθανασίου «οὐ γάρ δὴ περικεκλεισµένος ἦν ἐν τῷ σώµατι· οὐδὲ ἐν σώµατι µέν ἦν, ἀλλαχόσε δέ οὐκ ἦν, οὐδὲ ἐκεῖνο µέν ἐκίνει, τά ὅλα δέ τῆς τούτου ἐνεργείας καί προνοίας κεκένωτο· ἀλλά τό παραδοξότατον, Λόγος ἦν, οὐ συνείχετο µέν ὑπό τινος, συνεῖχε δέ τά πάντα µᾶλλον αὐτός… Οὐ γάρ συνεδέδετο τῷ σώµατι, ἀλλά µᾶλλον αὐτός ἐκράτει τοῦτο…Καί τό θαυµαστόν τοῦτο ἦν, ὅτι καί ὡς ἄνθρωπος ἐπολιτεύετο, καί ὡς Λόγος τά πάντα ἐζωογόνει, καί ὡς Υἱὸς τῷ Πατρὶ συνῆν» (ΒΕΠΕΣ 30, 88) , µποροῦµε νά τά παραβλέψουµε;
5. Τά λόγια τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου «Ἡ Ἰησοῦ θεοπλαστία καί ἄρρητός ἐστι λόγῳ παντί, καί ἄγνωστος νῷ παντὶ καί αὐτῷ τῷ πρωτίστῳ τῶν πρεσβυτάτων ἀγγέλων. Καί τό µέν ἀνδρικῶς αὐτόν οὐσιωθῆναι, µυστικῶς παρειλήφαµεν· ἀγνοοῦµεν δέ ὅπως ἐκ παρθενικῶν αἱµάτων ἑτέρῳ παρά τήν φύσιν θεσµῷ διεπλάττετο,καί ὅπως ἀβρόχοις ποσί, σωµατικὸν ὄγκον ἔχουσι καί ὕλης βάρος ἐπεπόρευτο τήν ὑγρὰν καί ἄστατον οὐσίαν καί τά ἄλλα ὅσα τῆς ὑπερφυοῦς ἐστιν Ἰησοῦ φυσιολογίας» (ΡG 3,648). Τά περί τῆς ὑπερφυοῦς Θεοπλαστίας τοῦ Χριστοῦ δέν ἔχουν, ἄραγε, σχέση µέ τό θέµα πού συζητοῦµε; Τό ὅτι ὁ Χριστός περπάτησε στά κύµατα δέν µᾶς λέει τίποτα; Θά µιλήσουµε, ὅµως, ἐπ’ αὐτοῦ ἐν συνεχείᾳ.
6. Ἔγραψα ὅτι «ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαµᾶς µᾶς καθιστᾶ πολὺ προσεκτικοὺς ἐνώπιον τῆς Ἀνθρωπίνης Φύσεως τοῦ Χριστοῦ, διότι, ὅπως λέγει, «οὐ µόνον ἡ θεότης ἀνεξιχνίαστος, ἀλλά καί ὁ πρός τήν σάρκα τῆς ἑνώσεως τρόπος ἀπερινόητος καί ἡ συγκατάβασις ἀνυπέρβλητος καί τό τοῦ προσλήµµατος θεῖον καί ἀπόρρητον ὕψος ὑπερεξηρηµένον καί νοῦ καί λόγου παντός, ὡς µηδὲ πρός σύγκρισιν ὅλως πρός τήν κτίσιν ἐπιδέχεσθαι δύνασθαι. Εἰ γάρ καί κατά σάρκα βλέπεις τόν νῦν ἐξ ἀπειράνδρου τεχθέντα κόρης, ἀλλά καί οὕτω τήν σύγκρισιν ὑπερήλασεν· «ὡραῖος» γάρ, φησι, «κάλλει παρά τούς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων». Οὐκ εἶπεν “ὡραιότερος”, ἀλλ’ ἁπλῶς “ὡραῖος”, ἵνα µή τά ἀσύγκριτα συγκρίνῃ, ψιλοῖς ἀνθρώποις “φύσιν ὁµόθεον”» (Ε.Π.Ε. τ. 11, 456-458). Τί ἀποκοµίζουµε ἀπό αὐτά;
7. Προσθέτω καί τό τοῦ Ἁγίου Νικοδήµου τοῦ Ἁγιορείτου ὅτι ὁ Χριστός , «ἦτο ὄχι µόνον ἀνώτερος ἀπὸ κάθε προσβολὴν ἐµπαθοῦς καὶ ἡδονικοῦ λογισµοῦ καὶ κλίσεως ἁµαρτητικῆς, ἀλλὰ οὔτε ἐκ σπέρµατος ἐγεννήθη, οὔτε σπέρµα εἶχεν ὁλότελα». (ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ ΚΑ α΄). Μᾶς θυµίζει αὐτό τό «οὔτε σπέρµα εἶχεν ὁλότελα» τόν Προπτωτικό Ἀδάµ;
8. Γράφει ὁ κ. Γαλενιανός: «Στό ἐρώτηµα, ἄν εἶναι θαῦµα τό ὅτι ὁ Χριστός περπάτησε στά κύµατα, ἡ ἀπάντηση εἶναι καί πάλι: ναί. Ἀπόδειξη ὅτι καί ὁ ἀπόστολος Πέτρος µέ τή βοήθεια τοῦ Κυρίου περπάτησε γιά λίγο πάνω στά κύµατα, µέχρι πού φοβήθηκε καί ἄρχισε νά βουλιάζει. Δέν νοµίζουµε νά πιστεύει ὁ π. Βασίλειος ὅτι καί ἡ σάρκα τοῦ ἀποστόλου Πέτρου ἦταν τεθεωµένη καί γι’ αὐτό περπάτησε, ἔστω γιά λίγο, στή θάλασσα.
Θαῦµα ἦταν καί τό ὅτι ὁ Χριστός δέν ἔφθειρε κατά τή γέννησή Του τήν παρθενία τῆς Θεοτόκου»!
Ὁ Χριστός µας περπάτησε στά κύµατα, λόγῳ τῆς Θεώσεως τῆς Ἀνθρωπίνης Του Φύσεως, τήν ὁποία Θέωση ἄφηνε νά φανῇ πρός τά ἔξω, ὅπου καί ὅσο ἤθελε. Ἡ Μεταµόρφωσή Του εἶναι Φανέρωση τῆς Θεότητός Του «καθώς ἠδύναντο οἱ Μαθηταί Του». Ὁ ἅγιος Ἀπόστολος Πέτρος περπάτησε στά κύµατα, πάσχων τήν Θέωση, ὅσο διήρκεσε ἡ δύναµη τῆς ψυχῆς του νά τήν δεχθῇ. Ἡ µή φθορά τῆς Παρθενίας τῆς Θεοτόκου δέν εἶναι ἀπόδειξη τῆς Θεότητος τοῦ Χριστοῦ; Ἡ Ἀνάστασή Του «ἐσφραγισµένου τοῦ µνήµατος», δέν εἶναι ἀπόδειξη τῆς Θεότητός Του; Τό ὅτι «ἐξῆλθε ἐκ τοῦ µνήµατος καθώς ἐτέχθη ἐκ τῆς Θεοτόκου» δέν δηλώνει ταυτότητα Φύσεως πρό καί µετά τήν Ἀνάσταση; Καί ἐπί τέλους! Τί εἶναι γιά τόν κ. Γαλενιανό τό θαῦµα, τό ὁποῖο χρησιµοποιεῖ, γιά νά ὑποβιβάσῃ αὐτά, πού προανέφερα; Τό θαῦµα δέν εἶναι ἐπίδειξη τοῦ Θεοῦ, δέν εἶναι κάτι ὑποδεέστερο, ἀλλά εἶναι, ἤ ἀποκατάσταση καί συµπλήρωση τοῦ φθαρέντος ὁρατοῦ ἤ φανέρωση καί ἀποκάλυψη τοῦ ὑπάρχοντος ἀλλά ἀφανοῦς στούς µή κεκαθαρµένους πεπτωκότες ἀνθρώπους. Ἄλλως, ἄν δέν ἦταν ἀποκαλυπτικό τῶν ἰδιοτήτων τῆς Τελείας Ἀνθρωπίνης Φύσεως, τό ὅτι ὁ Χριστός περπάτησε στά κύµατα θά ἦταν µιά κενόδοξη ἐπίδειξη φιγούρας, µιά ἐπίδειξη, πού δέν ἀποκαλύπτει µιά πραγµατικότητα, ἀλλά ἀποβλέπει στόν ἐντυπωσιασµό τῶν ἀνθρώπων! Κάτι τέτοια κόλπα, ὅµως, κάνουν οἱ µάγοι, µέ ἀποκορύφωµα τόν Ἀντίχριστο! Γι’ αὐτό ἔγραψα, πώς εἶναι ἀπαραίτητο νά προηγεῖται ἡ Λογική (logosnost, κατά τόν ἅγιο Ἰουστῖνο Πόποβιτς), γιά τόν ἔλεγχο τῶν θεολογικῶν διατυπώσεων!
9. «Πολλὲς ἀκόµη εὐαγγελικὲς διατυπώσεις εἶναι ἄξιες προσοχῆς, διότι ἀποκαλύπτουν τὴν «ὑπερφυᾶ φυσιολογία» τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἡ ἀπάντηση τοῦ Κυρίου στὴν παράκληση τῶν Μαθητῶν Του «ραββί, φάγε. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἥν ὑµεῖς οὐκ οἴδατε» (Ἰω. δ’, 31-32). Αὐτά καί ἄλλα ἔγραφα τό 1990 ἀλλά καί στήν συζήτησή µας εἶναι ἐπίκαιρα, διότι σηµαίνουν πολλά γιά τήν «φυσιολογία»τῆς Ἀνθρωπίνης Φύσεως τοῦ Χριστοῦ.(Βλέπε: π. Βασιλείου Βολουδάκη, Ὁ Χριστός ἀνθρώπων ἐπέκεινα, Ἀθῆναι, 1990).
10. Περίεργη ἀντίληψη ἔχει καί γιά τόν θάνατο τοῦ Χριστοῦ ὁ κ. Γαλενιανός. Γράφει: «Ὁ θάνατος τοῦ Κυρίου ἦταν ἑκούσιος, γιατί αὐτό ἦταν τό θεῖο θέληµα καί γιατί πρός αὐτό συµµορφώθηκε καί τό ἀνθρώπινο θέληµα τοῦ Χριστοῦ, σύµφωνα µέ τό «οὐχ ὡς ἐγώ θέλω, ἀλλ’ ὡς σύ» (Ματθ. 26,39) καί τό «ἐταπείνωσεν ἑαυτόν γενόµενος ὑπήκοος µέχρι θανάτου» (Φιλιπ. 2,8). Στόν Σταυρό πέθανε κατά τούς βιολογικούς νόµους τῆς µεταπτωτικῆς φύσης Του, χωρίς αὐτό νά ἀναιρεῖ τό ἑκούσιο τοῦ θανάτου Του»!
Συνεχῶς µεταθέτει τό ἑκούσιον µόνον στή Θεία Φύση τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ δέν τό βλέπει νά ἐνεργεῖται στήν Ἀνθρώπινη Φύση Του. Ἡ Ἐκκλησία µας , ὅµως, δέν συµφωνεῖ, καθόλου µαζί του, οὔτε διαιρεῖ τίς Φύσεις τοῦ Χριστοῦ, οὔτε τίς συγχέει. Ἡ φράση τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου, ποὺ περιγράφει τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ· «καὶ κλίνας τὴν κεφαλήν παρέδωκε τὸ πνεῦµα» (Ἰω. 19, 30), σηµαίνει πολλά. Γιατί πρῶτα «ἔκλινε τὴν κεφαλήν» ὁ Κύριος καὶ ὕστερα παρέδωσε ἑκουσίως τὴν Παναγία ψυχή Του, ἀντίθετα ἀπὸ τοὺς φυσικοὺς νόµους, σύµφωνα µὲ τοὺς ὁποίους ἡ κλίση τῆς κεφαλῆς ἀκολουθεῖ µετά τὸν θάνατο. Ὁ Μ. Ἀθανάσιος ἀποκαλύπτοντας τὴν δογµατικὴ σηµασία τοῦ γεγονότος αὐτοῦ λέγει: «Ἐπειδὴ πάντα ἐτέλεσεν ὁ Κύριος τὰ γεγραµµένα, τὴν σάρκωσιν, τὴν γέννησιν, τὴν βάπτισιν, τὴν τῶν σηµείων ἐπίδειξιν, τῆς διδασκαλίας τὴν ἐνέργειαν, τῶν µαθητῶν τὴν οἰκείωσιν, τὰ ἀνθρώπινα πάντα, τὸ πάθος, τὴν σταύρωσιν, τοὺς ἐµπαιγµούς, τάς τρώσεις τῶν ἥλων, µετὰ τὸ πληρῶσαι ταῦτα, ἅπερ ἔδει παθεῖν ἐλείπετο µόνον ὁ θάνατος. Καὶ φοβούµενος (ὁ θάνατος) οὐκ ἐτόλµα προσεγγίσαι αὐτῷ· διὰ τοῦτο ἔκλινε ὁ Χριστὸς τὴν κεφαλήν, κράζων αὐτόν. Ἕως γὰρ µὴ ἔκλινε τὴν κεφαλήν, οὐκ ἐτόλµα προσεγγίσαι αὐτῷ. Διὰ τοῦτό φησιν ὁ εὐαγγελιστής· “καὶ κλίνας τὴν κεφαλήν παρέδωκε τὸ πνεῦµα”»! (ΒΕΠΕΣ 35, 50)
Αὐτά πιστεύει ἠ Ἐκκλησία µας καί αὐτά προσπαθῶ νά ἐπαναλαµβάνω. Ὁ κ. Γαλενιανός, ὅµως, τελειώνοντας τήν Δευτερολογία του ἰσχυρίσθηκε ὅτι αὐτά, πού ὑποστηρίζω, εἶναι σφάλµατα. Γράφει: «Κατανοοῦµε τίς ἀνησυχίες τοῦ π. Βασιλείου γιά τή «νεορθόδοξη» καί τή «µεταπατερική» θεολογία τῆς ἐποχῆς µας, ἀλλά τά σφάλµατά τους δέν διορθώνονται µέ ἄλλα σφάλµατα»!
Τελικά, ὅµως ὑπάρχει τό ἀδέκαστο Κριτήριο: «Οὐκ οἴδατε ὅτι οἱ ἅγιοι τόν κόσµον κρινοῦσι;» (1Κορ. 6,2). Καί τόν κόσµο καί ὅλους µας!




