Τὸ στήριγμα ὅλων μας

Ἡ Παναγία μας εἶναι ἡ Μητέρα μας, ἡ Βασίλισσα τῆς καρδιᾶς μας. Τὴν ἀγαποῦμε, διότι πιὸ πολὺ μᾶς ἀγαπᾶ ἐκείνη. Ποιὸς ἄνθρωπος πιστὸς μετὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου δὲν τὴν ἐπικαλέσθηκε; Ποιὸς δὲν τὴν ὕμνησε; Ποιὸς θεοφόρος Πατέρας δὲν μίλησε γιὰ Αὐτήν. Εἶναι ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ καὶ ἡ Μητέρα μας. Ἦταν τὸ στήριγμα τῶν Ἀποστόλων. Τὸ στήριγμα τῶν Ἁγίων. Τὸ στήριγμα ὅλων τῶν πιστῶν. Εἶναι ἡ μεσίτρια μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς. Εἶναι ἡ μόνη, ποὺ ὑπερβαλλόντως εὐχαρίστησε τὸν Θεόν.
Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης τονίζει: «Ἂν καθ᾽ ὑπόθεσιν ὅλα τὰ ἐννέα τάγματα τῶν Ἀγγέλων ἤθελαν κρημνισθοῦν ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ γίνουν δαίμονες· ἂν ὅλοι οἱ ἀπὸ τοῦ αἰῶνος ἄνθρωποι ἤθελαν γίνει κακοὶ καὶ ὅλοι νὰ ὑπάγουν εἰς τὴν κόλασιν χωρὶς νὰ γλυτώσῃ τινάς· ἂν ὅλα τὰ κτίσματα, οὐρανός, φωστῆρες, ἄστρα, στοιχεῖα, φυτά, ζῶα ἤθελαν ἀποστατήσουν κατὰ Θεοῦ, νὰ εὔγουν ἀπὸ τὴν τάξιν των καὶ νὰ ὑπάγουν εἰς τὸ μὴ ὄν. Μὲ ὅλον τοῦτο, ὅλαις αὐταῖς αἱ κακίαι τῶν κτισμάτων, συγκρινόμεναι μὲ τὸ πλήρωμα τῆς ἁγιότητος τῆς Θεοτόκου, δὲν ἐδύναντο νὰ λυπήσουν τὸν Θεόν· διατί, μόνη ἡ Κυρία Θεοτόκος ἦτον ἱκανὴ νὰ τὸν εὐχαριστήσῃ κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα, καὶ νὰ μὴ τὸν ἀφήσῃ νὰ λυπηθῆ διὰ τὸν χαϊμὸν καὶ τὴν ἀπώλεια τῶν τόσων καὶ τόσων κτισμάτων του· ὅσον ἤθελεν τὸν κάμει νὰ χαίρῃ ὑπερβαλλόντως διὰ λόγου της μόνον· ἤγουν, διατὶ αὐτὴ μόνη ἀσυγκρίτως τὸν ἠγάπησεν ὑπὲρ πάντα· διότι Αὐτὴ μόνη ὑπὲρ πάντα ὑπήκουσεν εἰς τὸ θέλημά Του· καὶ διατὶ μόνη ἐστάθη χωρητικὴ καὶ δεκτικὴ ὅλων ἐκείνων τῶν φυσικῶν, τῶν προαιρετικῶν καὶ τῶν ὑπερφυσικῶν χαρισμάτων, ὁπού ὁ Θεὸς διεμοίρασεν εἰς ὅλην τὴν κτίσιν… ὅλος ὁ νοητὸς καὶ αἰσθητὸς κόσμος ἔγινε διὰ τὴν Κυρίαν Θεοτόκον· καὶ πάλιν ἡ Κυρία Θεοτόκος, ἔγινε διὰ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν. Καὶ οὕτως ἐτελειώθη ἡ ἀρχαία βουλὴ καὶ ὁ σκοπὸς ὁ πρῶτος τοῦ Θεοῦ, μὲ τὸ νὰ ἀνακεφαλαιώθησαν τὰ πάντα ἐν τῷ Χριστῷ, καὶ ἡνώθη ἡ Κτίσις μὲ τὸν Κτίστιν, οὐχὶ φυσικῶς, οὐχὶ προαιρετικῶς καὶ κατὰ χάριν, ἀλλὰ κατ’ αὐτὴν τὴν ὑπόστασιν· ὅστις εἶναι ὁ ἀνώτατος βαθμὸς τῆς ἑνώσεως, ὕστερα ἀπὸ τὸν ὁποῖον, ἄλλος ἀνώτερος, οὔτε εὑρέθη, οὔτε εὑρεθήσεται».
● Ποιὸν δὲν στήριξε ἡ Παναγία μας; Τὴν Πατρίδα μας πόσες φορὲς τὴν βοήθησε. Ἀπό τό βιβλίο: «ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ» Ἔκδοση 33η Ἱερὰ Μονὴ Παρακλήτου – Ὠρωπὸς Ἀττικῆς παραθέτομε ἕνα γεγονὸς ἀπὸ τὸν πόλεμο τοῦ ’40.
Ὁ Ν. Ντραμουντανὸς διηγεῖται μία θαυμαστὴ ἐμπειρία του.
«Ὁ λόχος μας πῆρε διαταγὴ νὰ καταλάβει ἕνα προχωρημένο ὕψωμα γιὰ προγεφύρωμα. Στήσαμε ταμπούρι μέσα στὰ βράχια. Μόλις τακτοποιηθήκαμε, ἄρχισε νὰ πέφτει πυκνὸ χιόνι. Ἔπεφτε ἀδιάκοπα δύο μερόνυχτα κι ἔφτασε σὲ πολλὰ μέρη τὰ δύο μέτρα. Ἀποκλειστήκαμε ἀπὸ τὴν ἐπιμελητεία. Καθένας εἶχε τροφὲς στὸ σακκίδιό του γιὰ μία ἡμέρα. Ἀπὸ τὴν πεῖνα καὶ τὸ κρύο δὲν λάβαμε πρόνοια «διὰ τὴν αὔριον» καὶ τὶς καταβροχθίσαμε.
Ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ἄρχισε τὸ μαρτύριο. Τὴ δίψα μας τὴ σβήναμε μὲ τὸ χιόνι, ἀλλὰ ἡ πεῖνα μᾶς θέριζε. Περάσαμε ἔτσι πέντε μερόνυχτα. Σκελετωθήκαμε. Τὸ ἠθικό μας τὸ διατηρούσαμε ἀκμαῖο, ἀλλὰ ἡ φύση ἔχει καὶ τὰ ὅριά της. Μερικοὶ ὑπέκυψαν. Τὸ ἴδιο τέλος περιμέναμε ὅλοι «ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος».
Τότε μία ἔμπνευση τοῦ λοχαγοῦ μας ἔκανε τὸ θαῦμα! Ἔβγαλε ἀπ’ τὸν κόρφο του μία χάρτινη εἰκόνα τῆς Παναγίας, τὴν ἔστησε στὸ ψήλωμα καὶ μᾶς κάλεσε γύρω του: …
— Παλληκάρια μου! εἶπε, Στὴν κρίσιμη αὐτὴ περίσταση ἕνα θαῦμα μόνο μπορεῖ νὰ μᾶς σώσει. Γονατίστε, παρακαλέστε τὴν Παναγία, τὴ μητέρα τοῦ Θεανθρώπου, νὰ μᾶς βοηθήσει!
Πέσαμε στὰ γόνατα, ὑψώσαμε τὰ χέρια, παρακαλέσαμε θερμά. Δὲν προλάβαμε νὰ σηκωθοῦμε κι ἀκούσαμε κουδούνια. Παραξενευτήκαμε καὶ πιάσαμε τὰ ὅπλα. Πήραμε θέση «ἐπὶ σκοπόν».
Δὲν πέρασε ἕνα λεπτὸ καὶ βλέπουμε ἕνα πελώριο μουλάρι νὰ πλησιάζει κατάφορτο. Ἀνασκιρτήσαμε! Ζῷο χωρὶς ὁδηγὸ νὰ περνᾶ τὸ βουνό, μ’ ἕνα μέτρο χιόνι — τὸ λιγώτερο — ἦταν ἐντελῶς ἀφύσικο. Καταλάβαμε: Τὸ ὁδηγοῦσε ἡ Κυρία Θεοτόκος. Τὴν εὐχαριστήσαμε ὅλοι μαζὶ ψάλλοντας σιγανά, μὰ ὁλόκαρδα, τὸ «Τῇ ὑπερμάχῳ» καὶ ἄλλους ὕμνους της. Τὸ ζῷο εἶχε πάνω του μία ὁλόκληρη ἐπιμελητεία ἀπὸ τρόφιμα: κουραμάνες, τυριά, κονσέρβες, κονιὰκ καὶ ἄλλα.
Πολλὲς κι ἀπίστευτες κακουχίες πέρασα στὸν πόλεμο. Ἀλλ’ αὐτὴ μοῦ μένει ἀξέχαστη, γιατί δὲν εἶχε διέξοδο. Τὴν ἔδωσε ὅμως ἡ Παναγία».

Παντοκράτορας