Εἶναι ὁ Ἅγ. Γρηγόριος Παλαμᾶς ὁ Γιλβέρτος Πορρετανὸς τοῦ 12ου αἰώνα;

Share:

Τοῦ κ. Παντελῆ Τομάζου, ὑπ. Διδάκτ. Δογματικῆς Θεολογίας

Ἀρκετοὶ Λατῖνοι δογματικοὶ θεολόγοι ἔχουν παραλληλίσει τὸν Ἅγ. Γρηγόριο Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος διακρίνει στὸ Θεὸ μεταξὺ θείας οὐσίας καὶ ἀκτίστου θείας ἐνεργείας, μὲ τὸν καταδικασμένο ἐκ τῶν Λατίνων θεολόγο καὶ φιλόσοφο Γιλβέρτο Πορρετανό, οὕτως ὥστε νὰ δείξουν τὸν αἱρετικὸ χαρακτήρα τῆς θεολογίας καὶ τῶν δύο. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα παραλληλισμοῦ, ἀτυχοῦς, ὅπως θὰ δείξουμε παρακάτω, Πορρετανοῦ καὶ Παλαμᾶ, εἶναι οἱ Γερμανοὶ ρωμαιοκαθολικοὶ J. Pohle (J. Pohle, God: His Knowability, Essence, and Attributes, Dogmatic Theology I, B. Heirder: Freiburg-London 1911, 145-146) καὶ Λουδοβῖκος Ott (L. Ott, Compendio di Teologia Dogmatica, Zovvo Releaser, σσ. 51-52).

Προκειμένου νὰ ἀπαντήσουμε στὶς κατηγορίες τῶν κλασσικῶν ρωμαιοκαθολικῶν δογματολόγων, θὰ παρουσιάσουμε τὴ θεολογικὴ σκέψη τοῦ Πορρετανοῦ, οὕτως ὥστε νὰ καταδείξουμε ὅτι δὲν εἶναι καθόλου συμβατὸς μὲ τὸν Ἅγ. Γρηγόριο Παλαμᾶ.

Ὁ Γιλβέρτος Πορρετανὸς (1070-1154 μ. Χ.) διακρίνει μεταξὺ θεολογικῶν προσώπων καὶ φυσικῶν προσώπων (Γιλβέρτος Πορρετανός, Expositio in Boecii De Trinitate 1.5.42–44). Τὰ θεολογικὰ πρόσωπα εἶναι τὰ ἄκτιστα, ἐνῶ τὰ φυσικὰ εἶναι τὰ κτιστά. Ἂς δοῦμε τώρα τὶς βασικές τους διαφορές.

Οὐσία: Τὰ φυσικὰ πρόσωπα (κτιστὰ) ἔχουν τὸ καθένα τὴ δική του ξεχωριστὴ οὐσία, ἐνῶ τὰ θεῖα Πρόσωπα μοιράζονται τὴν ἴδια ἄκτιστη οὐσία. Γιὰ τοὺς Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅμως, ἡ οὐσία εἶναι πάντοτε κοινή, τόσο γιὰ τὰ ἄκτιστα ὅσο καὶ γιὰ τὰ κτιστά. Κάθε ἐπιμέρους ὂν δὲν κατέχει ἀτομικὴ οὐσία, ἀλλὰ ἡ οὐσία εἶναι ἐν ἀτόμῳ, ἡ ὁποία εἶναι κοινὴ τουλάχιστον στὰ ὁμοειδῆ ὄντα.

Διάκριση: Τὰ φυσικὰ πρόσωπα διαφέρουν κυρίως στὴν οὐσία καὶ στὴ συνέχεια στὶς ἰδιότητες ἢ συμβεβηκότα, ἐνῶ τὰ θεῖα Πρόσωπα διαφέρουν μόνο στὶς σχέσεις (π.χ. γεννᾶν, γέννηση, ἐκπόρευση).

Ἰδιότητες/Συμβεβηκότα: Στὰ φυσικὰ πρόσωπα οἱ ἐξωτερικὲς ἰδιότητες ὑπάρχουν, ἀλλὰ δὲν καθορίζουν τὴν (ὑποστατικὴ) διάκριση, ἐνῶ στὰ θεῖα Πρόσωπα, ὁτιδήποτε «προστίθεται» πρέπει νὰ εἶναι πάντοτε ἐξωτερικὸ (σχέσεις) καὶ ὄχι οὐσία.

Ἁπλότητα: Τὰ φυσικὰ πρόσωπα δὲν εἶναι ἀπόλυτα ἁπλὰ (μπορεῖ νὰ ἔχουν σύνθεση οὐσίας καὶ ἰδιοτήτων), ἐνῷ τὰ θεῖα Πρόσωπα εἶναι ἀπόλυτα ἁπλά.

Ἑνότητα: Κάθε φυσικὸ πρόσωπο εἶναι ξεχωριστό, χωρὶς κοινὴ οὐσία, ἐνῶ τὰ θεῖα Πρόσωπα εἶναι ἕνα στὴν οὐσία, ἡ ἑνότητα διατηρεῖται πλήρως.

Τὸ προβληματικὸ σημεῖο στὸν Πορρετανό, κατὰ τὴν Λατινικὴ σύνοδο τοῦ Reims1 ποὺ καταδίκασε τὶς θέσεις τοῦ Γιλβέρτου, εἶναι τὸ ἑξῆς: Τὰ θεῖα Πρόσωπα, ὅμως, ἐπειδὴ εἶναι ἕνα λόγῳ τῆς μοναδικότητας αὐτοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ὑπάρχουν καὶ εἶναι ἁπλὰ ὡς πρὸς αὐτὸ ποὺ εἶναι, δὲν μποροῦν νὰ εἶναι διαφορετικὰ μεταξύ τους μὲ ἀντίθεση στὶς οὐσίες (εἴδαμε πρὶν ὅτι τὸ κάθε κτιστὸ πρόσωπο ἔχει καὶ δική του οὐσία). Ἀλλὰ μέσῳ τῆς ἀντίθεσης αὐτῶν τῶν πραγμάτων πού, ὅπως ἀναφέρθηκε, προστίθενται ἐξωτερικά, ἀποδεικνύεται ὅτι εἶναι καὶ πράγματι εἶναι διαφορετικὰ μεταξύ τους (Γιλβέρτος Πορρετανός, Expositio in Boecii De Trinitate 1.5, 43).

Σύνοψις τοῦ ἀνωτέρω χωρίου μὲ ἁπλᾶ λόγια:

Ἑνότητα: Τὰ θεῖα Πρόσωπα εἶναι ἐντελῶς ἕνα κατὰ τὴν οὐσία.

Ἁπλότητα: Κάθε Πρόσωπο εἶναι πλήρως ὁ ἑαυτός του, χωρὶς καμία σύνθεση.

Διάκριση: Τὰ Πρόσωπα διαφέρουν ὄχι στὴν οὐσία, ἀλλὰ στὶς σχέσεις ἢ ἰδιότητες ποὺ προσ­τίθενται ἐξωτερικὰ (ὁ Πατέρας γεννᾶ, ὁ Υἱὸς γεννᾶται, τὸ Πνεῦμα ἐκπορεύεται).

Οἱ ἰδιότητες τῶν Θείων προσώπων θεωρούμενες ὡς προερχόμενες ἐξωτερικά, κατὰ τὸν Γιλβέρτο Πορρετανό, δὲν ἐπηρεάζουν τὴν ἁπλότητα τῆς θείας οὐσίας. Ἡ θεώρηση τῶν προσωπικῶν ἰδιοτήτων ὡς ἐξωτερικὲς τῆς οὐσίας, θὰ ὁδηγήσει τὸν Γιλβέρτο στὴν ὑποστήριξη τῆς διάκρισης μεταξὺ Θεότητας καὶ Θεοῦ.

Θεότητα (Deitas / Divinitas): 1) Ἀναφέρεται στὴν μία κοινὴ θεία οὐσία. 2) Εἶναι τὸ «τί» — ἡ μοναδικὴ καὶ ἁπλῆ πραγματικότητα ποὺ μοιράζονται καὶ τὰ τρία Πρόσωπα. 3) Εἶναι ἀπόλυτα ἁπλῆ, χωρὶς μέρη ἢ σύνθεση.

Θεὸς (Deus) ἢ τὰ θεῖα Πρόσωπα: 1) Ἀναφέρεται στὸ «ποιὸς» — στὴν ἀτομικὴ πραγματικότητα τοῦ κάθε θεϊκοῦ Προσώπου. 2) Κάθε θεῖο Πρόσωπο (Πατέρας, Υἱός, Ἅγιο Πνεῦμα) ὑπάρχει σὲ σχέση ἢ σὲ ἀναφορὰ μὲ τὰ ἄλλα: ὁ Πατέρας γεννᾶ, ὁ Υἱὸς γεννᾶται καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται. Αὐτὲς οἱ σχέσεις εἶναι ἐσωτερικές, πραγματικὲς καὶ οὐσιώδεις γιὰ τὴ διάκριση τῶν ὑποστάσεων, ἀλλὰ δὲν διαιροῦν τὴν οὐσία.

Ὅμως, πρὶν δὲν εἴπαμε ὅτι οἱ σχέσεις στὸ Θεὸ εἶναι ἐξωτερικές; Πῶς, λοιπόν, ἰσχυριζόμαστε τώρα ὅτι εἶναι ἐσωτερικές; Ὁ Πορρετανὸς θὰ μᾶς ἀπαντοῦσε ὅτι χαρακτηρίζει τὶς σχέσεις στὸ Θεὸ «ἐξωτερικές», ἐπειδὴ τὶς διακρίνει ἀπὸ τὴν οὐσία. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, αὐτὸ ποὺ θέλω νὰ μείνει στὸν ἀναγνώστη εἶναι ἡ διάκριση τοῦ Πορρετανοῦ μεταξὺ Θεοῦ καὶ Θεότητας. Αὐτὴ ἡ διάκριση εἶναι ποὺ ὁδήγησε ὁρισμένους σύγχρονους δογματολόγους τοῦ κλασσικοῦ ρωμαιοκαθολικοῦ χώρου νὰ χαρακτηρίσουν ἐσφαλμένα τὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ ὡς διακρίνοντα πραγματικὰ τὸν Θεὸ ἀπὸ τὴ Θεότητα, διαιρώντας τον σὲ δύο “θεότητες”, ὅπως τὸ πράττει ὁ Γιλβέρτος Πορρετανός.

Ὁ Πορρετανός, ὅμως, δὲν μίλησε ποτὲ γιὰ διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν ἤ, ἀλλιῶς, γιὰ τὶς λεγόμενες κοινὲς διακρίσεις ἢ οὐσιώδεις προόδους, διδασκαλία ποὺ δὲν εἶναι τοῦ Παλαμᾶ μόνο, ὅπως ὑποστηρίζουν οἱ κλασικοὶ ρωμαιοκαθολικοὶ δογματολόγοι, ἀλλὰ ὅλης τῆς προγενέστερής του ἑλληνικῆς πατερικῆς θεολογίας. Τὸ μόνο ποὺ ἀπασχόλησε τὸν Γιλβέρτο ἦταν νὰ διακρίνει μεταξὺ τῆς θείας οὐσίας καὶ τῶν θείων προσώπων.

Ἡ διάκριση θεότητας καὶ Θεοῦ δὲν εἶναι μόνο λογική, ἀλλὰ καὶ πραγματικὴ γιὰ τὸν Πορρετανό. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν καταδικάστηκε στὴ λατινικὴ Σύνοδο τοῦ Ρεϊμς, ὅπως εἴπαμε ἤδη. Ὅπως γνωρίζουμε, ἡ κλασσικὴ λατινικὴ θεολογία θεωρεῖ ὅτι ἡ θεία οὐσία καὶ τὰ πρόσωπα ταυτίζονται πραγματικὰ στὸ Θεό, ἐνῶ διακρίνονται μόνο κατὰ τὸν λόγο. Οἱ σχέσεις ἢ πρόσωπα διακρίνονται μεταξύ τους πραγματικά, ἐπειδὴ ἀναφέρονται σὲ διακριτοὺς ὅρους, ἀλλὰ ὄχι σὲ σχέση μὲ τὴ θεία οὐσία.

Ἔχοντας δεῖ ὅλα τὰ ἀνωτέρω ἐκτεθέντα, μποροῦμε νὰ ἀπαντήσουμε ὅτι ὁ Ἅγ. Γρηγόριος Παλαμᾶς δὲν μπορεῖ νὰ παραλληλιστεῖ μὲ τὸν Γιλβέρτο Πορρετανοῦ τοῦ 12ου αἰώνα καὶ ὅποιος τὸ πράττει δὲν ἔχει διαβάσει μὲ σοβαρότητα οὔτε τὸν Γιλβέρτο οὔτε τὴν παλαμικὴ θεολογία.

Σημείωσις:

1. Ἡ παπικὴ σύνοδος τοῦ Ρέϊμς τὸ 1148, ποὺ ἔλαβε χώρα στὴ Γαλλία, καταδίκασε θεολογικὲς διατυπώσεις ποὺ θεωρήθηκαν αἱρετικές, ἰδίως τὶς ἀπόψεις τοῦ Γιλβέρτου Πορρετανοῦ σχετικὰ μὲ τὴν Ἁγία Τριάδα. Συγκεκριμένα, καταδικάστηκε ἡ πραγματικὴ διάκριση μεταξύ τῆς οὐσίας καὶ τῶν προσώπων στὸ Θεό, ἡ ὁποία θεωρήθηκε ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ ὁδηγήσει σὲ διάσπαση τῆς θείας οὐσίας, καθὼς καὶ ἡ ὑπερβολικὰ φιλοσοφικὴ καὶ λογικὴ ἀνάλυση τῆς Τριάδας, ποὺ φαινόταν ἀντίθετη στὴν παραδοσιακὴ λατινικὴ θεολογία. Ὡς συνέπεια, ὁ Πορρετανὸς ἀναγκάστηκε νὰ ὑπαναχωρήσει σὲ ὁρισμένες διατυπώσεις του, ἐνῶ ἡ Σύνοδος ἐνίσχυσε τὴν ἄποψη ὅτι ἡ διάκριση οὐσίας καὶ προσώπων πρέπει νὰ γίνεται μὲ μεγάλη προσοχὴ καὶ μὲ βάση τὴν πίστη, ὄχι μόνο μὲ λογικὴ ἀνάλυση.

  Next Article

Ἡ προσπάθεια νομιμοποίησης τῶν ψευδοεπιστημῶν μέσα ἀπό τό λεξιλόγιο τῆς κβαντικῆς φυσικῆς