Εἰκονογραφία: «Τέχνη νηστευτική»-

Share:

Τοῦ κ. Ἰωάννου Β. Κωστάκη

1ον

Ἡ ἔννοια τῆς εἰκόνος

   Ἡ λέξη «εἰκὼν» προέρχεται ἀπ’ τὸ «ἐοικέναι» ποὺ σημαίνει τὴν ἐξωτερικὴ ὁμοιότητα ἑνὸς πράγματος πρὸς τὸ πρωτότυπο. Γιὰ παράδειγμα τὸ πρωτότυπο εἶναι ἔμψυχος καὶ ζωντανὸς ἄνθρωπος, ἡ δὲ εἰκόνα του εἶναι ἄψυχος καὶ νεκρὰ ὕλη. Αὐτὸ διευκρινίζει ἡ σχετικὴ ἀπόφαση τῆς 7ης Οἰκουμενικῆς Συνόδου: «Ἡ εἰκὼν κατὰ τὴν οὐσίαν τοῦ πρωτοτύπου ἔοικε». Ἁπλῶς, μιμεῖται τὴν πραγματικὴ μορφὴ τῆς ὑπόστασης τοῦ εἰκονιζόμενου. Δηλαδὴ εἶναι τὸ ἴδιο ἡ ὑπόσταση τοῦ πρωτοτύπου μὲ τὴν εἰκόνα του. Γιατί τὸ μὲν πρωτότυπο τὸ βλέπουμε στὴν εἰκόνα, ἡ δὲ εἰκόνα ὑπάρχει μέσα στὸ πρωτότυπο. Ὅπως ἡ σκιὰ ἀκολουθεῖ τὸ σῶμα χωρὶς νὰ μπορεῖ νὰ χωριστεῖ ἀπ’ αὐτό. Ἡ διαφορὰ ἔγκειται στὸ ὅτι στὴν εἰκόνα περιγράφεται ἡ ὑλικὴ ὑπόσταση τοῦ πρωτοτύπου καὶ ὄχι ἡ φύση του (θεία ἢ ἀνθρώπινη).

Ἐπίσης σὲ κάθε εἰκόνα δὲν γράφεται τὸ ὄνομα τῆς φύσεως, ἀλλὰ τῆς ὑπόστασης (φυσικῆς, ὑλικῆς μορφῆς), π.χ. τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Ἰωάννου, τοῦ Παύλου κ.λ.π. Ἡ εἰκόνα μοιάζει μὲ τὸ πρόσωπο (πρωτότυπο) μόνο κατὰ τὸ ὄνομά της. Ἔτσι αὐτὴ ἡ εἰκόνα λέγεται νοητὴ καὶ συμβολική.

Ἑορτὴ τῆς Ὀρθοδοξίας

  Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τὴν πρώτη Κυριακὴ τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς πανηγυρικὰ ἑορτάζει τὴ νίκη της κατὰ τῶν δυνάμεων τοῦ σκότους. Μὲ τὴν ἀναστήλωση τῶν ἁγίων εἰκόνων διακηρύσσεται ἡ ἀποκατάσταση τῆς τιμῆς ποὺ ἀποδίδεται στὰ ἱερὰ ἐκτυπώματα τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναχράντου μητρός του, ἀλλὰ καὶ μορφῶν τῶν ἁγίων στὴ διαδρομὴ τῶν αἰώνων. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔχει μεγάλη σημασία. Φανερώνει τὸν στενὸ σύνδεσμο τῆς ὀρθοδοξίας μὲ τὴν ἱερὴ εἰκόνα. Καταδεικνύει τὴ νίκη τῆς πίστεως κατὰ τῆς ἀπιστίας καὶ τὸν θρίαμβο τῆς ἀλήθειας ἔναντι τῆς πλάνης, τῆς νοθείας καὶ τῆς διαστροφῆς τῶν ποικιλόμορφων αἱρετικῶν διδασκαλιῶν.

  Ἡ εἰκονομαχία, δηλαδὴ ἡ ἂρνηση προσκυνήσεως τῶν ἱερῶν εἰκόνων καὶ κυρίως τῆς εἰκόνας τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀναστάτωσε τὴ ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας γιὰ ἕνα περίπου αἰῶνα, ἦταν στὴν οὐσία ἀπιστία καὶ αἵρεση.

  Ὅταν οἱ 367 ἅγιοι Πατέρες τῆς ἑβδόμης Οἰκουμενικῆς Συνόδου καταδίκασαν τοὺς εἰκονομάχους, δὲν τὸ ἔκαναν γιὰ νὰ προστατέψουν τὶς εἰκόνες, δηλαδή, τὰ εὐσεβῆ ἔργα τῶν ταπεινῶν ἁγιογράφων. Οὔτε ἀκόμα γιὰ νὰ διατηρήσουν μία μακρόχρονη εὐ­λαβῆ παράδοση τῶν ἁπλοϊκῶν ἔστω μελῶν τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλὰ τὸ ἔκαναν, γιὰ νὰ προστατεύσουν τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεως, ποὺ ζωογονοῦσε καὶ ἔτρεφε αὐτὴ τὴν παράδοση καὶ κινοῦσε τὰ χέρια τῶν ἁγιογράφων. Καὶ ἡ ἀλήθεια αὐτὴ ἦταν ἡ πίστη ὅτι: ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἔγινε πραγματικὸς ἄνθρωπος, παραμένοντας ταυτόχρονα Θεός. Συνέχισαν ἔτσι τοὺς μακραίωνους ἀγῶνες τῆς Ἐκκλησίας, ἐναντίον τῶν διαφόρων αἱρέσεων, ποὺ στὴν οὐσία τους ἀρνιόνταν τὴ «σάρκωση τοῦ Λόγου», τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ ποὺ ἔκαναν οἱ εἰκονομάχοι, πολεμώντας τὴν ἀπεικόνιση τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ τὴν κατασκευὴ εἰκόνων Του, ἀρνούμενοι ἔτσι τὴν σωτηριώδη ἀλήθεια ὅτι ὁ Χριστὸς ἔγινε ἄνθρωπος.

«Ἔγερσις τῆς πίστεως…»

Ἡ νίκη κατὰ τῶν εἰκονομάχων, ἡ ἀποκατάσταση τῆς τιμῆς τῶν ἁγίων εἰκόνων χαρακτηρίζεται ἀπ’ τὸν ὑμνογράφο ὡς:« ζωοποιὸς δρόσος ἐξ οὐρανοῦ», ποὺ ἐστάλη «ἐπὶ τῇ ἐγέρσει τῆς πίστεως», ἀφοῦ «ἐξέλιπον πλέον αἱ ρομφαῖαι τῶν δυσσεβῶν». Ἔτσι γίνεται αἰσθητὴ ἡ νίκη τοῦ πνεύματος τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐναντίον τῶν ἀσεβῶν εἰκονομάχων, εἰδικά, ἀλλὰ καὶ γενικότερα ἐναντίον ὅλων τῶν αἱρετικῶν ποὺ λυμαίνονται τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ὀρθοδοξία συνδέεται μὲ τὴν εἰκόνα.

Ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ «βλέπεται μέσα στὸ ἀνθρώπινο καὶ νὰ ἀντανακλᾶται σ’ αὐτό», ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος «κατ’ εἰκόνα» Του. Ὁ Θεὸς λαλεῖ τὴν ἀνθρώπινη γλῶσσα, παίρνει καὶ τὴν ἀνθρώπινη μορφή, καὶ βέβαια ἡ καλύτερη εἰκόνα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Ἀφοῦ ἡ συχνότερη καὶ ὡραιότερη «μεταμόρφωσίς» Του, γίνεται ὄχι πιὰ στὴν κορυφὴ κάποιου μακρινοῦ Θαβώρ, ἀλλὰ μέσα στὶς ἀνθρώπινες κοινωνίες ὅλων τῶν ἐποχῶν, στὰ πρόσωπα τῶν «ἐλαχίστων ἀδελφῶν» Του.

Ἡ θέσις τῆς εἰκόνος εἰς τὴν Ἐκκλησίαν

  Ἐδῶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα: ποιὰ θέση καὶ ποιὸ νόημα κατέχει ἡ εἰκόνα στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ τῶν πιστῶν μελῶν της; Ἡ εἰκόνα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀποτελεῖ πνευματικὸ γεγονὸς καὶ «ὄχι μία ἁπλῆ κουλτούρα». Εἶναι ἔκφραση οὐσιαστικοῦ μηνύματος, καὶ ὄχι μία ἀκόμα διακοσμητικὴ παράσταση. Στὴν εἰκόνα φαίνεται καθαρὰ «ἡ μεταμόρφωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἡ ἔκχυση τοῦ Θαβωρείου φωτός, ἡ ἕνωση φύσεως καὶ χάριτος..».

Ἡ εἰκόνα ἔχει κεντρικὴ θέση στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία –καὶ μόνο αὐτὴ- ὑπηρετεῖ καὶ ἀπεργάζεται τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου, καθολικά. Τὰ πάντα, μέσα στὴν Ἐκκλησία, ὑπάρχουν καὶ χρησιμοποιοῦνται, ὅταν καὶ ἐφόσον ὑπηρετοῦν τὸν ἁγιασμὸ καὶ τὴ σωτηρία ἀνθρώπων καὶ κτίσης. Οἱ αἰσθήσεις, μὲ τὶς ὁποῖες ἐρχόμαστε σὲ ἐπαφὴ καὶ ἐπικοινωνία μὲ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὴν κτίση, εἶναι καὶ γίνονται θυρίδες εἰσόδου στὸν ἄνθρωπο τῆς ζωῆς ἢ τοῦ θανάτου. Γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία μὲ τὰ μέσα καὶ τοὺς τρόπους ποὺ διαθέτει ἀποβλέπει στὸν ἐξαγιασμὸ , ὥστε νὰ ὑπηρετοῦν, νὰ γίνονται ὄργανα τῆς σωτηρίας του.

Μὲ τὴ λατρεία ἐκφράζουμε αἰσθήματα σεβασμοῦ, εὐλάβειας καὶ εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν Θεό. Στὴ λατρεία γίνεται χρήση τοῦ λόγου: μὲ τὴν ψαλμῳδία, τὰ ἀναγνώσματα, τὸ κήρυγμα, μὲ στόχο νὰ ἐξαγιάσουν τὴν ψυχὴ τοῦ πιστοῦ μὲ τὴν αἴσθηση τῆς ἀκοῆς. Ἡ εἰκόνα ἐξαγιάζει πάλι τὴν ψυχὴ μὲ τὴν αἴσθηση τῆς ὁράσεως, ἡ ὁποία θεωρεῖται ὡς ἡ πρώτη ἀνάμεσα στὶς αἰσθήσεις, γι’ αὐτὸ ἀποκαλεῖται «ἡ βασίλισσα τῶν αἰσθήσεων». Ἀφοῦ ἄλλωστε καὶ ὁ Κύριος διαβεβαιώνει πώς: «Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός…» (Ματθ. 6,22). Καὶ «ὅπερ ἐστὶν ὁ ὀφθαλμὸς τῷ σώματι, τοῦτο ὁ νοῦς τῇ ψυχῇ…».

Ὁ ρόλος τῆς εἰκόνος

Τὸ νοητὸ περιεχόμενο τῶν εἰκόνων εἶναι δογματικό. Ἡ εἰκόνα, ὁ ρόλος της δὲν εἶναι «ἀναπαραστατικὸς ἢ διακοσμητικός». Δηλαδὴ μὲ τὴν εἰκόνα ὁ ἁγιογράφος δὲν θέλει νὰ ἀναπαραστήσει ἕνα πρόσωπο ἢ ἕνα γεγονός, ὅπως γίνεται μὲ μία φωτογραφία, οὔτε ἁπλῶς νὰ στολίσει-διακοσμήσει μία ἐπιφάνεια τοῦ ναοῦ. Ἔχει μία βαθύτερη καὶ οὐσιαστικότερη ἀποστολὴ ὡς «λατρευτικὸ ἀντικείμενο». Ἀποτελεῖ ἀναπόσπαστο μέρος, μέσο τῆς λατρείας. Ἐξυπηρετεῖ τὴν Ἐκκλησία ὡς Θεανθρώπινη κοινωνία ἀγάπης. Εἶναι μέσο-ὄργανο ἔκφρασης τῆς πίστεως καὶ τοῦ δόγματος. Ἡ εἰκόνα δὲν ἐπιδιώκει νὰ δώσει «χαρὰ στὰ μάτια», ἀλλὰ νὰ μιλήσει στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Γὶ αὐτὸ δὲν λογίζεται καὶ «ὡραία ὡς ἔργο τέχνης», ἀλλὰ γιὰ τὴν ἀλήθεια ποὺ ἐκφράζει. Ἡ ἀναγνώριση ὡραιότητας μίας εἰκόνας ἀπαιτεῖ πνευματικὴ ὡριμότητα.

«Ἡ πηγὴ τοῦ φωτὸς δὲν βρίσκεται ποτὲ μέσα στὴν εἰκόνα. Τὸ θέμα της εἶναι αὐτὸ τὸ φῶς. Δὲν φωτίζει κανεὶς τὸν ἥλιο». Σ’ ἕνα Ἁγιορείτικο χειρόγραφο ὁρίζεται ὅτι:

«ὁ τὴν ζωγραφικὴν ἐπιστήμην μαθεῖν βουλόμενος», πρέπει νὰ προσεύχεται μὲ δάκρυα. Ἡ ἁγιογραφία ὡς θεία τέχνη πρέπει νὰ γίνεται «μετὰ φόβου Θεοῦ».

Previous Article

Ἡ ἀπὸ μακροῦ ὁλομέτωπος ἐπίθεσις τοῦ Σκοτεινοῦ Κόσμου

Next Article

Το παπικό «πρωτείο» και η παπική «συνοδικότητα» ολέθρια κατάλοιπα του φραγκικού φεουδαρχισμού