Τοῦ κ. Παντελεήμονος Τομάζου,
ὑπ. Διδάκτωρος Δογματικῆς Θεολογίας
Ὁ Ἰωάννης Σκότος Ἐριγένης, Ἰρλανδὸς στὴν καταγωγή, ἀπεβίωσε τὸ 877 μ. Χ., ἀφήνοντας πίσω του ἕνα σημαντικὸ φιλοσοφικὸ καὶ θεολογικὸ ἔργο. Γνώριζε τὰ ἑλληνικὰ καὶ μετέφρασε στὰ λατινικὰ τὸ Περὶ τῆς Οὐρανίου Ἱεραρχίας τοῦ Ἁγ. Διονυσίου Ἀρεοπαγίτη, καθὼς καὶ τὶς Ἀπορίες πρὸς Θαλάσσιον τοῦ Ἁγ. Μάξιμου τοῦ Ὁμολογητῆ. Ἐπίσης, μετέφρασε διάφορα ἔργα τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου Νύσσης καὶ σχολίασε τὸ ἔργο τοῦ Βοθίου Μικρὰ Ἱερὰ Κείμενα. Παράλληλα, παρενέβη στὴν εὐχαριστιακὴ διένεξη ὑπὲρ τοῦ Ratrammo τοῦ Corbie, ὁ ὁποῖος τόνιζε μία πνευματικὴ ἢ συμβολικὴ καὶ ὄχι τόσο ρεαλιστικὴ παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὴ Θεία Εὐχαριστία, καὶ ἔγραψε τὸ Περὶ τοῦ Θείου Προορισμοῦ. Τὸ πιὸ γνωστό του ἔργο εἶναι τὸ Περὶ Φύσεων (De Divisione Naturae), στὸ ὁποῖο συναντῶνται πλατωνικὲς καὶ νεοπλατωνικὲς ἰδέες.
Ἂς δοῦμε τώρα μερικὰ βασικὰ σημεῖα τῆς διδασκαλίας του. Ὁ Ἐριγένης βλέπει τὸν Θεὸ ὡς ἀρχὴ καὶ τέλος ὅλων τῶν ὄντων: τὰ ὄντα ἐξέρχονται ἀπὸ τὸν Θεό, μέσῳ μίας διαδικασίας πολλαπλασιασμοῦ, καὶ στὴ συνέχεια ἐπιστρέφουν σὲ αὐτόν. Βλέπουμε ὅτι στὴ σκέψη τοῦ Ἐριγένη κυριαρχεῖ τὸ πλατωνικῆς καταβολῆς σχῆμα μονὴ – πρόοδος – ἐπιστροφή. Σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴν διαίρεση τῶν φύσεων, ὁ Ἐριγένης διακρίνει τέσσερα εἴδη φύσεως: 1) τὴ φύση ποὺ δημιουργεῖ καὶ δὲν δημιουργεῖται, 2) τὴ φύση ποὺ δημιουργεῖται καὶ δημιουργεῖ, 3) τὴ φύση ποὺ μόνο δημιουργεῖται καὶ 4) τὴ φύση ποὺ οὔτε δημιουργεῖ οὔτε δημιουργεῖται. Ἡ ἀδημιούργητη καὶ δημιουργικὴ φύση (1) εἶναι ὁ Θεὸς ὡς πρώτη αἰτία, ἡ δημιουργημένη καὶ δημιουργικὴ φύση (2) εἶναι τὰ ἀρχέτυπα τῆς δημιουργίας ἢ οἱ Ἰδέες, ἡ μόνο δημιουργημένη φύση εἶναι τὰ ὄντα (3), καὶ ἡ ἀδημιούργητη καὶ μὴ δημιουργημένη φύση εἶναι ὁ Θεὸς (4) ὡς τέλος καὶ σκοπὸς τῶν ὄντων.
Ἀνάμεσα στὴν πρώτη αἰτία καὶ στὰ δημιουργημένα ὄντα, ὁ Ἐριγένης τοποθετεῖ τὴ φύση ποὺ δημιουργεῖται καὶ δημιουργεῖ (2). Ὅλα τὰ ὄντα προέρχονται ἀπὸ τὸν Θεὸ μέσῳ ἐνδιάμεσων πραγματικοτήτων, οἱ ὁποῖες ὀνομάζονται πρωταρχικὲς αἰτίες καὶ στὶς ὁποῖες μετέχουν τὰ ἐπιμέρους ὄντα. Οἱ ἐνδιάμεσες πραγματικότητες εἶναι δέκα στὸν ἀριθμό: ἡ ἀγαθότητα, ἡ οὐσία, ὁ λόγος, ἡ ζωή, ὁ νοῦς, ἡ σοφία, ἡ ἀρετή, ἡ μακαριότητα, ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ αἰωνιότητα. Ὅ,τι εἶναι ἀγαθό, μετέχει στὴν ἀγαθότητα, ὅ,τι εἶναι οὐσία, μετέχει στὴν οὐσιότητα καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἡ πολλαπλότητα τῶν πρωταρχικῶν αἰτιῶν ὑπάρχει μὲ τρόπο ἑνωμένο μέσα στὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ στὸν Υἱό, καὶ φανερώνει τὸν Θεὸ ὡς Δημιουργό.
Ὁ Ἐριγένης ὑποστηρίζει τὸν λεγόμενο ἐξεμπλαρισμό: οἱ Ἰδέες μέσα στὸν Λόγο εἶναι αἰώνιες, ἀλλὰ ὄχι συναιώνιες, γιατί δὲν εἶναι ἄκτιστες, ἀλλὰ κτιστὲς ποὺ κτίζουν. Ὁ Θεὸς ὑπερέχει τῶν Ἰδεῶν, τῶν μετοχῶν καὶ τῶν πρωταρχικῶν αἰτιῶν ὡς ἡ δημιουργική των αἰτία. Οἱ κτιστὲς καὶ συνάμα δημιουργικὲς θεῖες Ἰδέες εἶναι οἱ προκαθορισμοὶ μὲ τοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς καθορίζει τὰ ἐπιμέρους ὄντα. Παρ’ ὅλα αὐτά, ἡ βούληση τοῦ Θεοῦ, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἑλληνικὴ πατερικὴ παράδοση ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἰουστῖνο Μάρτυρα καὶ φιλόσοφο καὶ καταλήγει στὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ, δὲν διακρίνεται ἀπὸ τὴν οὐσία του: ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ταυτόσημη μὲ ὅσα ἐκεῖνος ποιεῖ, δηλαδὴ μὲ τὴ Θεία Ἐνέργεια.
Ἔτσι, ὁ Ἐριγένης φαίνεται νὰ διαχωρίζει τὴ βούληση ἀπὸ τὶς αἰτίες. Οἱ λόγοι τῶν ὄντων, γιὰ ἐκεῖνον, δὲν εἶναι τὰ ἄκτιστα θεῖα θελήματα τοῦ Ἁγ. Μάξιμου τοῦ Ὁμολογητῆ καὶ τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ, ἀλλὰ οἱ κτιστὲς καὶ δημιουργικὲς αἰτίες μέσα στὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ. Στὴ συνέχεια, ὑποστηρίζει ὅτι ἡ δράση τοῦ Θεοῦ εἶναι θεοφάνεια, πρᾶγμα ποὺ τὸν ὁδηγεῖ σὲ πανθεϊστικὲς ἢ μονιστικὲς ἰδέες· αὐτὸ φαίνεται καὶ ἀπὸ τὸ ὅτι θεωρεῖ πὼς ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς δημιουργεῖται μέσα στὰ κτιστὰ ὄντα. Προκειμένου νὰ ἀποφύγει τὸν πανθεϊσμό, ὁ Ἐριγένης θὰ ὑποστηρίξει ὅτι ἡ θεοφάνεια εἶναι κτιστή, ὅπως ἀκριβῶς θὰ πράξει ὁ Βαρλαὰμ Καλαβρὸς αἰῶνες ἀργότερα κατὰ τὶς ἡσυχαστικὲς ἔριδες. Ἐδῶ ὀφείλουμε νὰ τονίσουμε ὅτι ἡ θεοφάνεια εἶναι πάντοτε ἄκτιστη γιὰ τοὺς Ἕλληνες Πατέρες, ἡ ὁποία ταυτίζεται μὲ τὴ βιβλικὴ δόξα ἢ ἔλλαμψη.
Ἡ δυσκολία ποὺ ἐντωπίζεται στὸν Ἐριγένη, τουλάχιστον ἐξ ἐπόψεως ὀρθοδόξου, ἔγκειται στὸ ὅτι ἐκεῖνος ἀπὸ τὴ μία ταυτίζει τὶς οὐσίες μὲ τὶς Ἰδέες, τὶς Ἰδέες μὲ τὴ θέληση καὶ τὴ θέληση μὲ τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἄλλη καλεῖ τὶς Ἰδέες δημιουργημένες καὶ δημιουργικές. Αὐτὴ ἡ σκέψη ὁδήγησε τὴ μετέπειτα δυτικὴ θεολογικὴ σκέψη στὸ νὰ πεῖ ὅτι ὅ,τι διακρίνεται ἀπὸ τὴ θεία οὐσία εἶναι καὶ πρέπει νὰ εἶναι κτίσμα, προκειμένου νὰ ἀποφευχθεῖ ὁ πανθεϊσμός, ἐνῶ ὅ,τι δὲν διακρίνεται ἀπὸ τὴν θεία οὐσία, πρέπει νὰ εἶναι μόνον οὐσία (πρόκειται γιὰ τὸ δυτικὸ θεολογικὸ ἀξίωμα ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι μόνον οὐσία καὶ δὲν ὑπάρχει κάτι ἄλλο διάφορο αὐτῆς ποὺ νὰ εἶναι ἄκτιστο). Ἑπομένως, ἐὰν οἱ μετοχὲς ἢ λόγοι τῶν ὄντων διακρίνονται ἀπὸ τὴ θεία οὐσία, τότε αὐτὲς θὰ πρέπει νὰ εἶναι κτίσματα· κάτι μὲ τὸ ὁποῖο δὲν θὰ συμφωνοῦσαν οὔτε ὁ Ἅγ. Γρηγόριος Παλαμᾶς, οὔτε ὁ Ἅγ. Μάξιμος Ὁμολογητής, οὔτε ὁ ἴδιος ὁ Ἀρεοπαγίτης
Σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴν ἀνθρωπολογία τοῦ Ἐριγένη, ὁ ἄνθρωπος θεωρεῖται ὡς ἐργαστήριο τοῦ κόσμου. Ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ ἀνθρώπου ἔγκειται στὸ ὅτι αὐτὸς ἀποτελεῖ τὴν εἰκόνα καὶ τὴν ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ. Πρὶν ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, ὁ ἄνθρωπος ἦταν τελείως εἰκόνα τοῦ Θεοῦ· μετὰ ἀπὸ αὐτὸ εἰσῆλθε στὴ φύση του ἡ ζωικότητα καὶ ἡ σεξουαλικότητα. Ἡ ἁμαρτία δὲν κάνει κάτι ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ ἐπιβραδύνει τὴ διαδικασία τῆς ἀνακεφαλαίωσης, δηλαδὴ τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ἀνθρώπου μέσα στὸν Θεό.
Τέλος, ὁ Ἐριγένης ὑποστηρίζει ὅτι στὴν αἰώνια ζωὴ οἱ ἁμαρτωλοὶ θὰ ὑποφέρουν ἀπὸ τύψεις γιὰ τὸ κακὸ ποὺ διέπραξαν, δίχως νὰ ὑπάρχει ὅμως κάποια ἀντικειμενικὴ τιμωρία.
Γιὰ τὸν Ἐριγένη φαίνεται νὰ ὑπάρχει ἁρμονία μεταξὺ πίστης καὶ λόγου, καθὼς καὶ μεταξὺ φιλοσοφίας καὶ θεολογίας.
Ἀκόμη, πρέπει νὰ ἀναφερθεῖ ὅτι τὸ ἔργο του Περὶ Φύσεων καταδικάστηκε τὸ 1210 καὶ τὸ 1225, ἀλλὰ αἰῶνες ἀργότερα ἡ σκέψη του ἐπανεμφανίστηκε στὸ προσκήνιο τῆς ἱστορίας τῆς φιλοσοφίας καὶ τῶν ἰδεῶν, ἰδιαιτέρως ἀπὸ τὸν 19ο αἰώνα καὶ μετά, κατὰ τὴν ἀκμὴ τῆς σκέψης τοῦ Χέγκελ.




