Γράφει ἡ κα Κωνσταντίνα Τσώλη, θεολόγος ἐκπαιδευτικός
Εἶναι γνωστὸ πὼς λίγα πρόσωπα στὴ μακραίωνη πορεία τῆς ἀνθρωπότητας τιμήθηκαν ἀπὸ τὴν Ἱστορία μὲ τὸν τίτλο τοῦ Μεγάλου. Ἐξέχουσα ἀνάμεσά τους μορφὴ ἀποτελεῖ ἀναμφίβολα ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος. Κι ἀναδείχτηκε πραγματικὰ Μεγάλος, ὄχι μόνο σὲ ἔργα πολιτικῆς σύνεσης, οἰκονομικῆς διαχείρισης, διοικητικῆς μεταρρύθμισης, στρατιωτικῆς δεξιοτεχνίας, φρόνησης καὶ ἀνδρείας, ἀλλά, μὲ ἄριστο συνδυασμό, Μεγάλος καὶ σὲ ἔργα μεγάλα, στερέωσης τοῦ μέχρι τότε χειμαζομένου Χριστιανισμοῦ, ἐνίσχυσης τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἀποκατάστασης τῆς ἐσωτερικῆς της ἑνότητας, τιμῆς τῶν ἁγίων Μαρτύρων, ἀνέγερσης ναῶν, σύγκλησης Συνόδων.
Καὶ μαζί του ἀσφαλῶς μεγαλύνεται ἡ Ἁγία μητέρα του Ἑλένη, παιδαγωγός, καὶ συμβοηθός, καὶ συντελεστὴς στὰ θεῖα ἔργα, στὴ φιλανθρωπία, στὴν εὕρεση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καὶ ἀνάδειξη τῶν Ἁγίων Τόπων, στὴ στήριξη τῶν πιστῶν, στὸν ἐκχριστιανισμὸ τῶν ἀπίστων.
Πόσα ἆραγε δὲν ὀφείλει σήμερα ὁ χριστιανικὸς κόσμος στὴ βασιλικὴ τούτη δυάδα, τὴν ὁποία, δίκαια καὶ θεόπνευστα, ἡ Ἐκκλησία μας κατέταξε στὸν χορὸ τῶν Ἁγίων, ἀπονέμοντάς τους ἐπάξια καὶ τὸν τίτλο τῶν ἰσαποστόλων;
Ἀλλὰ καὶ σύμφωνα μὲ παλαιὰ βυζαντινὴ παράδοση, ἡ ἱστορικὴ πορεία τῆς μεγαλονήσου μας Κύπρου σηματοδοτήθηκε ἀνεξίτηλα ἀπὸ τὴν ἐδῶ παρουσία τῆς βασιλομήτορος Ἑλένης, κατὰ τὴν ἐπιστροφή της ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Τόπους, ὅπου, ὡς γνωστό, εἶχε σταλεῖ ἀπ’ τὸν Μεγάλο βλαστό της κατὰ θεία ὑπόδειξη. Ἡ ἴδια παράδοση ἀποδίδει στὴν Ἁγία Ἑλένη, καὶ ἄρα ἔμμεσα καὶ στὸν υἱό της, τὴν ἵδρυση τῆς Μονῆς τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, τὴν ὁποία τότε προικοδότησε μὲ τὰ ἅγια Σύμβολα τοῦ Δεσποτικοῦ Πάθους (τεμάχιο τοῦ Τιμίου Ξύλου, ἕνα ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἥλους καὶ τὸν Σταυρὸ τοῦ Καλοῦ Λῃστοῦ). (Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον Παντοκράτορος,Μελισσοχωρίου).
Γέννησις καὶ καταγωγὴ τῶν Ἁγίων
Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ὁ ἐνδοξότατος πρῶτος χριστιανὸς αὐτοκράτορας, ὁ ἱδρυτὴς τῆς βασιλεύουσας Κωνσταντινούπολης, γεννήθηκε στὴν πόλη Ναϊσσό, τὴ σημερινὴ Νύσσα τῆς κεντρικῆς Σερβίας, γύρω στὸ ἔτος 275. Πατέρας του ἦταν ὁ ἑλληνοϊλλυρικῆς καταγωγῆς Κωνστάντιος ὁ Χλωρός, ἀξιωματοῦχος τότε τοῦ ρωμαϊκοῦ κράτους, ὁ ὁποῖος κατόπιν, ὅπως θὰ δοῦμε, ἀνακηρύχθηκε Καίσαρας καὶ Αὔγουστος τῶν δυτικῶν ἐπαρχιῶν. Μητέρα του ὑπῆρξε ἡ πολὺ εὐσεβὴς καὶ ἐνάρετη Ἑλένη, ποὺ γεννήθηκε στὴν πόλη Δρέπανο τῆς Βιθυνίας (Μικρᾶς Ἀσίας) περὶ τὸ ἔτος 247, ἀπὸ πατέρα ξενοδόχο. Τὴν πόλη αὐτὴ ὁ Μ. Κωνσταντῖνος μετονόμασε ἀργότερα Ἑλενόπολη, πρὸς τιμὴ τῆς μητέρας του.Ὁ Κωνστάντιος νυμφεύθηκε τὴν Ἑλένη γύρω στὸ 273. Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ὑπῆρξε ὁ πρωτότοκος ἀπὸ τὰ παιδιὰ ποὺ ἀπέκτησαν.
Ἡ τότε κατάστασις τοῦ κράτους
Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τῆς γέννησης τοῦ Κωνσταντίνου ἡ Ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία εἶχε περιέλθει σὲ χαώδη κατάσταση. Οἱ βασιλεῖς, ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλο, φονεύονταν, καὶ ἀνερχόταν ὁ ἑκάστοτε ἐπικρατέστερος στὸν θρόνο. Τὸ 284, μετὰ τὴ δολοφονία τοῦ Νουμεριανοῦ, ἀνακηρύχθηκε στὴ Χαλκηδόνα ὡς νέος αὐτοκράτορας ὁ Διοκλητιανός, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴ Δαλματία, καὶ ἔγινε ἀργότερα μεγάλος διώκτης τῶν χριστιανῶν. Βασίλευσε γιὰ 21 ἔτη (μέχρι τὸ 305), δύο ὅμως ἔτη μετὰ (286) διαίρεσε τὸ Ρωμαϊκὸ κράτος σὲ δύο τμήματα, τὸ Ἀνατολικὸ ἢ Ἰλλυρικὸ καὶ τὸ Δυτικὸ τμῆμα. Τὸ Ἀνατολικὸ τμῆμα περιλάμβανε τὴν Ἑλλάδα, τὴ Μικρὰ Ἀσία καὶ τὴν Αἴγυπτο, καὶ εἶχε πρωτεύουσα τὴ Νικομήδεια, ὅπου ἐγκαταστάθηκε ὁ ἴδιος καὶ ἀπ’ ὅπου διεύθυνε τὴν ὅλη αὐτοκρατορία. Στὸ Δυτικὸ τμῆμα, ποὺ περιλάμβανε τὴν Ἰταλία, τὴ Γαλλία, τὴν Ἱσπανία, τὴ Βρετανία καὶ τὴ Βόρεια Ἀφρική, μὲ ἕδρα τὰ Μεδιόλανα (Μιλάνο τῆς Ἰταλίας) ἐγκατέστησε αὐτοκράτορα τὸν ἔμπιστο φίλο του Μαξιμιανὸ τὸν Ἐρκούλιο (Ἡρακλῆ).
Προχωρώντας στὴ διοικητικὴ μεταρρύθμισή του ὁ Διοκλητιανός, τὸ 293 διόρισε ἄλλους δύο βοηθοὺς στὴν ἐνάσκηση τῆς ἐξουσίας, τοὺς ὁποίους ὀνόμασε Καίσαρες, ἐνῷ ὁ ἴδιος καὶ ὁ Μαξιμιανὸς διατήρησαν τὸν τίτλο τοῦ Αὐγούστου (Σεβαστοῦ). Οἱ Καίσαρες θὰ ἦσαν συμβασιλεῖς, βοηθοὶ καὶ διάδοχοι τῶν Αὐγούστων. Στὴν Ἀνατολὴ ὁ Διοκλητιανὸς προσέλαβε ὡς Καίσαρα τὸν γαμβρό του Γαλέριο, ἐνῷ στὴ Δύση ὅρισε τὸν Κωνστάντιο Α’ τὸν Χλωρό, ὑπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ Μαξιμιανοῦ.
Ὁ Κωνστάντιος μὲ τὴν ἀνακήρυξή του σὲ Καίσαρα (τὸ 293) ἀναγκάσθηκε νὰ διαζευχθεῖ τὴν Ἑλένη, λόγω τῆς ταπεινῆς καταγωγῆς της, τὴν ὁποία ἡ ρωμαϊκὴ νομοθεσία θεωροῦσε ἀσυμβίβαστη γιὰ τὴν ἄνοδο σὲ ὑψηλὰ ἀξιώματα τοῦ κράτους. Ἡ Ἑλένη ἔδειξε ἀπόλυτη κατανόηση στὸ δίλημμα τοῦ Κωνσταντίου, ὁ ὁποῖος ὑποχρεώθηκε νὰ νυμφευθεῖ τὴ θετὴ θυγατέρα τοῦ Αὐγούστου τῆς Δύσης Μαξιμιανοῦ, Θεοδώρα. Ἀποσύρθηκε τότε ἡ Ἑλένη ἀπὸ τὸν δημόσιο βίο καὶ ἐπιδόθηκε σὲ ποικίλα ἔργα φιλανθρωπίας, εἶχε δὲ τὴ συμπαράσταση τοῦ υἱοῦ της Κωνσταντίνου σὲ ὅλους τοὺς σταθμοὺς τῆς ἐξέλιξής του (Καῖσαρ, Αὔγουστος, Αὐτοκράτορας). Ἀλλὰ στὸ ἔργο τῆς Ἑλένης θὰ ἐπανέλθουμε ἀργότερα.
Ὁ Κωνσταντῖνος ἀνακηρύσσεται βασιλεύς
Μόλις ὁ Κωνστάντιος εἶδε τὸν υἱό του, χάρηκε ὑπερβολικά, γιατί τὸν δέχθηκε στὴν πιὸ κατάλληλη στιγμή, ἀφοῦ ἐπιθυμοῦσε νὰ τὸν ἀφήσει διάδοχο τοῦ θρόνου του. Καὶ εἶχε μὲν ὁ Κωνστάντιος ἄλλους τρεῖς υἱοὺς ἀπὸ τὴ σύζυγό του Θεοδώρα, ἀλλ’ ὁ Κωνσταντῖνος κέρδισε ἀμέσως τὴν πλήρη ἐμπιστοσύνη τοῦ πατέρα του, καθὼς καὶ τὸν θαυμασμὸ τοῦ στρατοῦ, γιὰ τὰ ἔξοχα διοικητικὰ καὶ στρατηγικά του προσόντα. Γιὰ τοῦτο καὶ πρὶν ἀποθάνει, διόρισε τὸν Κωνσταντῖνο βασιλέα. Ἔτσι ὁ θάνατος τοῦ Κωνστάντιου στὶς 7 Ἰουλίου τοῦ 306 στὴν πόλη Ἐβόρακο (Ὑόρκη) τῆς Βρετανίας δὲν δημιούργησε προβλήματα διαδοχῆς, γιατί ὁ στρατὸς μὲ ἐνθουσιώδεις ἐκδηλώσεις ἀνακήρυξε ὡς διάδοχό του τὸν Κωνσταντῖνο, ὁ ὁποῖος νυμφεύθηκε τὴ Μινερβίνα, ἀπ’ τὴν ὁποία ἀπέκτησε υἱὸ τὸν Κρίσπο. Ὁ Κωνσταντῖνος λοιπὸν στέφθηκε Καίσαρας στὶς 24 Ἰουλίου τοῦ 306.
Ἐδῶ πρέπει νὰ τονίσουμε καὶ τὶς ἀρετὲς τοῦ Κωνσταντίου. Αὐτός, ἂν καὶ δὲν ἦταν χριστιανός, ἀγαποῦσε ὅμως καὶ τιμοῦσε πολὺ τοὺς χριστιανούς. Καὶ ἦταν ὁ μόνος ἡγεμόνας, ποὺ δὲν ἄσκησε διωγμοὺς στὶς ἐπαρχίες ποὺ ἐξουσίαζε, ὅταν οἱ ἄλλοι τρεῖς (Διοκλητιανός, Γαλέριος καὶ Μαξιμιανὸς) εἶχαν κινήσει τοὺς γνωστοὺς μεγάλους διωγμούς, κατὰ τοὺς ὁποίους ἀναδείχτηκαν πλήθη Μαρτύρων. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ τίμησε τοὺς πιστοὺς χριστιανοὺς τῆς αὐλῆς του μὲ ὑψηλὰ ἀξιώματα. Ἦταν ἀκόμη πολὺ ἐλεήμονας καὶ φιλάνθρωπος, γιατί ποτὲ δὲν θησαύρισε χρυσάφι ἢ ἀσήμι πέρα ἀπὸ τὶς ἀνάγκες ποὺ εἶχε, καὶ βοηθοῦσε πάντοτε τοὺς πτωχούς. Καὶ ὁ σεπτὸς υἱός του κληρονόμησε τὶς πατρικὲς αὐτὲς ἀρετές, ἐπαυξάνοντάς τες.
Ἡ ἐμφάνισις τοῦ Τιμίου Σταυροῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ τοῦ Χριστοῦ εἰς τὸν ὕπνον τοῦ Κωνσταντίνου
Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Γαλερίου οἱ αὐτοκράτορες τῆς Ἀνατολῆς Αὔγουστος Λικίνιος καὶ Καίσαρας Μαξιμίνος ἦλθαν σὲ ρήξη. Τότε ὁ Μαξιμίνος συνῆψε συμμαχία μὲ τὸν Μαξέντιο, ὁ δὲ Λικίνιος μὲ τὸν Κωνσταντῖνο, καί, ὡς ἐχέγγυο, νυμφεύθηκε τὴν Κωνσταντία, θετὴ ἀδελφή τοῦ Κωνσταντίνου.
Ὁ Μαξέντιος τότε ἄρχισε νὰ συγκεντρώνει πολυάριθμο στρατὸ ἀπὸ τὴν Ἰταλία καὶ Ἀφρική, μὲ σαφῆ προοπτικὴ τὴν ἐξουδετέρωση τῆς ἀπειλῆς τοῦ Κωνσταντίνου στὴ Δύση, καὶ σκόπευε νὰ κάμει αἰφνιδιαστικὴ εἰσβολὴ στὴ Γαλατία. Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος δὲν εἶχε ἄλλη ἐπιλογή, ἀκούοντας μάλιστα τὶς αἰσχρουργίες καὶ τὴν τυραννία τοῦ Μαξεντίου στοὺς Ρωμαίους, γι’ αὐτὸ καὶ ἀνέλαβε μὲ ἀποφασιστικότητα τὴν πρώτη κίνηση, ἂν καὶ διέθετε πολὺ μικρότερες δυνάμεις. Ἀφοῦ διαπέρασε μὲ τὸν στρατό του τὶς Ἄλπεις, κατέλαβε μὲ ἀστραπιαία προέλαση, τὴ μία μετὰ τὴν ἄλλη, τὶς πόλεις τῆς βόρειας Ἰταλίας μέχρι τὸν Ἠριδανὸ (Πάδο) ποταμὸ (Σεπτέμβριος 312). Ἡ θριαμβευτικὴ εἴσοδός του στὰ Μεδιόλανα ἄνοιξε τὸν δρόμο πρὸς τὴ Ρώμη, τὴν ὁποία ὁ Μαξέντιος ἐπέλεξε ὡς τόπο τῆς ἀναμέτρησής του. Ἔτσι λοιπὸν ὁ Κωνσταντῖνος, προελαύνοντας ἀήττητος, ἔφθασε στὰ πρόθυρα τῆς Ρώμης, ὅπου τὸν περίμενε ὁ Μαξέντιος μὲ πολὺ μεγαλύτερες δυνάμεις. Τὰ δύο στρατεύματα ἀντιπαρατάχθηκαν τότε, ἕτοιμα γιὰ τὴν τελικὴ μάχη. Ἐνῷ λοιπὸν ὁ Κωνσταντῖνος παρατηροῦσε περίλυπος τὰ ἐχθρικὰ στρατεύματα καὶ συλλογιζόταν πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ἐπιτύχει τὴ νίκη, κατὰ τὶς πρῶτες ἀπογευματινὲς ὧρες τῆς ἡμέρας ἐκείνης εἶδε στὸν οὐρανὸ φωτεινὸ τὸ σημεῖο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καὶ γύρω του τὴν ἐπιγραφή, «Ἐν τούτῳ νίκα». Μάρτυρας τῆς θαυμαστῆς αὐτῆς θεοσημίας ὑπῆρξε ὅλο τὸ στράτευμα τοῦ Κωνσταντίνου! Ἀποροῦσε δὲ ὁ εὐσεβὴς βασιλέας γιὰ τὸ νόημα τοῦ ὁράματος.
Γι’ αὐτὸ τὴ νύχτα φάνηκε στὸν ὕπνο του καὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, ἑρμηνεύοντάς το σ’ αὐτὸν καὶ τὸν προέτρεψε νὰ κατασκευάσει ἕνα σταυρικὸ λάβαρο, σὰν ἐκεῖνο ποὺ εἶδε, νὰ τὸ φέρει μὲ πίστη ὡς φυλακτήριο στοὺς πολέμους, καὶ θὰ νικοῦσε μὲ τὴ δύναμή Του πάντοτε τοὺς ἐχθρούς του.
Πράγματι τὴν ἑπομένη τὸ πρωὶ κάλεσε τεχνίτες καὶ διέταξε καὶ κατασκεύασαν τὸ λάβαρο τοῦ Σταυροῦ, τὸ ὁποῖο ἐπιχρυσώθηκε καὶ στολίσθηκε στὸ ἄνω μέρος μὲ στεφάνι ἀπὸ πολύτιμους λίθους, ποὺ ἔφερε στὸ μέσο τὸ χριστόγραμμα. Ἀπὸ τὸ ἐγκάρσιο κέρας κρεμόταν ὕφασμα, ἐπίσης στολισμένο μὲ πολύτιμους λίθους. Τοῦτο τὸ θεῖο λάβαρο πρόσταξε πενῆντα ἐκλεκτοὺς στρατιῶτες νὰ τὸ μεταφέρουν ἐναλλὰξ μπροστὰ ἀπ’ ὅλο τὸ στράτευμα.
Τὸ ἱερὸν λάβαρον θριαμβεύει
Ὁ Μαξέντιος, ἔχοντας βεβαιότητα ὅτι θὰ νικήσει τὸν Κωνσταντῖνο, κατασκεύασε κάτω ἀπὸ τὴν παλαιὰ γέφυρα τοῦ Τίβερη ποταμοῦ Μουλβία ἄλλη, χαμηλότερη καὶ εὔθραυστη. Μὲ τὴν πανουργία του αὐτὴ ἔλπιζε πὼς ὁ Κωνσταντῖνος, σὰν θὰ νικόταν καὶ θὰ προσπαθοῦσε νὰ διαφύγει, θὰ περνοῦσε ἀπ’ αὐτὴ τὴ δόλια γέφυρα μὲ τὸ στράτευμά του. Ἀλλ’ ὁ Θεὸς οἰκονόμησε πολὺ διαφορετικὰ τὰ πράγματα!
Πραγματικά, ὅταν συγκροτήθηκε ἡ τελικὴ μάχη στοὺς Κόκκινους Βράχους (28 Ὀκτωβρίου 312), νίκησε ὁ Σταυρός, τὸ ἀνίκητο σύμβολο, ποὺ προπορευόταν τοῦ στρατεύματος τοῦ Κωνσταντίνου! Τόσος φόβος κατέλαβε τότε τὸν Μαξέντιο, ποὺ τὰ ἔχασε, καὶ δὲν ἔβλεπε πρὸς τὰ ποῦ πήγαινε! Καταδιωγμένος, ὅρμησε ἀπερίσκεπτα νὰ περάσει ἀπὸ τὴ δόλια ἐκείνη γέφυρα, ὄχι μόνο ὁ ἴδιος, ἀλλὰ καὶ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ καὶ ἀρκετοὶ στρατιῶτες του. Ἀμέσως ὅμως ἀποκόπηκε ἡ γέφυρα καί, ἀφοῦ πέσανε ὅλοι μέσα στὸν Τίβερη ποταμό, πνίγηκαν! Ὁ Κωνσταντῖνος τότε δόξασε τὸν Θεό, καὶ θαύμασε τὴ δύναμη τοῦ Σταυροῦ, βλέποντας τέτοιο θαῦμα. Σὲ λίγο ὁ ὑπόλοιπος στρατὸς τοῦ Μαξεντίου ἀποδεκατίσθηκε καὶ διαλύθηκε.
Τὸν θρίαμβο τοῦ Κωνσταντίνου γιόρτασαν μὲ μεγάλη χαρὰ ὅλοι οἱ πολίτες τῆς Ρώμης. Στόλισαν μεγαλόπρεπα τὴν πόλη καὶ ὑποδέχτηκαν συγκινημένοι τὸν μεγάλο νικητὴ μὲ κραυγὲς εὐφημικές. Ἀλλ’ ὁ Κωνσταντῖνος ἀπέδωσε μεγαλόφωνα τὴ νίκη στὸν Θεό, καὶ πρόσταξε νὰ στήσουν ἀναμνηστικὲς στῆλες μὲ τὸν Τίμιο Σταυρὸ στὰ κυριώτερα μέρη τῆς πόλης. Ἀκόμη νὰ ἐρευνήσουν προσεκτικὰ γιὰ τὴν ἀνεύρεση τῶν ἱερῶν λειψάνων τῶν ἁγίων Μαρτύρων, ποὺ εἴχανε χύσει τὸ αἷμα τους γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, καὶ νὰ τὰ ἐνταφιάσουν μὲ τὴν πρέπουσα τιμὴ καὶ εὐλάβεια. Ἀλλὰ συνεχίστηκαν οἱ εὐεργεσίες τοῦ θεοπρόβλητου βασιλέα: Ἀνακάλεσε ἀπὸ τὴν ἐξορία τοὺς ἐξορίστους, ἀπελευθέρωσε τοὺς κρατουμένους ἀπὸ τὶς φυλακές, ἀπέδωσε τιμὲς στὸν κλῆρο, ἀνήγειρε ναοὺς τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, σκόρπισε πλουσιοπάροχη ἐλεημοσύνη πρὸς τοὺς ἐνδεεῖς καὶ πένητες!
Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὸ διπλὸ πιὸ πάνω ὅραμα (τοῦ Σταυροῦ καὶ τοῦ Χριστοῦ) καὶ τὴ θαυμαστὴ νίκη μὲ τὴ βοήθειά Τους, ὁ Κωνσταντῖνος, ποὺ ἦταν ἤδη εὐνοϊκὰ προδιατεθειμένος πρὸς τὸν Χριστιανισμό, ζήτησε ἱερωμένους εὐλαβεῖς, οἱ ὁποῖοι τὸν κατήχησαν καὶ τὸν δίδαξαν ποιὸς ἦταν ἀκριβῶς ὁ Θεός, ποὺ τοῦ ἐμφανίσθηκε καὶ τὸ βαθύτερο νόημα τοῦ ὁράματός του, καθὼς καὶ τὰ κύρια δόγματα τῆς χριστιανικῆς πίστης. Κι αὐτὸς μαθήτευσε ταπεινὰ κοντά τους. Ἔκτοτε ἐπιδόθηκε σὲ ἱερὰ ἀναγνώσματα καὶ κατέστησε ἐναρέτους ἱερεῖς ὡς συμβούλους του.
Ἡ εὕρεσις τοῦ Τιμίου Σταυροῦ
Μέσα στὰ μεγαλόπνοα σχέδια τοῦ Μ. Κωνσταντίνου γιὰ τὴν ἑδραίωση τοῦ Χριστιανισμοῦ ἐντάσσεται καὶ ἡ ἀπόφασή του νὰ ἀποστείλει τὴ μητέρα του Ἑλένη στὰ Ἱεροσόλυμα, γιὰ τὴν ἀναζήτηση καὶ εὕρεση τοῦ Τιμίου Ξύλου τοῦ Σταυροῦ, καί, εὐρύτερα, γιὰ τὴν ἀνάδειξη τῶν Ἁγίων Τόπων, ὅπου ἔζησε, μαρτύρησε, σταυρώθηκε, τάφηκε καὶ ἀναστήθηκε ὁ Χριστός, καὶ τοὺς ὁποίους οἱ καταστροφὲς ἀπὸ τὸν χρόνο, τοὺς πολέμους, ἀλλὰ καὶ ἡ ζηλοφθονία τῶν Ἑβραίων, εἶχαν σκεπάσει καὶ ἀποκρύψει ὁλότελα.
Ἡ ἱεραποδημία αὐτὴ τῆς Ἁγίας Ἑλένης ἔλαβε χώρα μετὰ τὴν ἀνάδειξή της ἀπὸ τὸν υἱό της σὲ Αὐγούστα (περὶ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 324), γύρω στὰ ἔτη 325/326. Παράλληλα πρὸς τὴ σχετικὴ ἐπιθυμία τοῦ Κωνσταντίνου, καὶ ἡ ἴδια ἡ Ἁγία Ἑλένη εἶχε δεῖ ὀπτασία, ποὺ τὴν παρακινοῦσε πρὸς τὴν ἱερή της αὐτὴ ἀποστολή. Ἐφοδιασμένη λοιπὸν μὲ βασιλικὰ γράμματα πρὸς τὸν τότε ἀρχιεπίσκοπο Ἱεροσολύμων Ἅγιο Μακάριο, μὲ ἀφθονία χρημάτων, καθὼς καὶ μὲ τὴν ἁρμόζουσα συνοδεία στρατοῦ καὶ ἐπισήμων ἀρχόντων, φθάνει «μὲ σπουδὴ καὶ νεανικὴ δύναμη ἡ ἡλικιωμένη (ἦταν τότε περίπου 78 ἐτῶν) καὶ γεμάτη φρόνηση (Ἑλένη), νὰ ἐπισκεφθεῖ τὴν ἀξιοσέβαστη γῆ καὶ συγχρόνως νὰ δεῖ τὶς ἐπαρχίες, τοὺς δήμους, καὶ τοὺς λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς μὲ βασιλικὴ ἀξιοπρέπεια». Ὁ πατέρας τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας Εὐσέβιος μᾶς φανερώνει στὸ χωρίο του αὐτὸ καὶ τὸν εὐρύτερο ἱεραποστολικὸ καὶ φιλανθρωπικὸ χαρακτῆρα τῆς ἱεραποδημίας τῆς Ἁγίας.
Στὴν ἀναζήτηση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἡ τιμία βασίλισσα συναντᾶ ἀρκετὲς δυσχέρειες. Σύμφωνα μὲ ἀρχαιότατη παράδοση, ἡ εὕρεση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἀπὸ τὴν Ἁγία εἶναι συνυφασμένη μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Κυριακοῦ, ἐπισκόπου στὰ Ἱεροσόλυμα. Ὁ μετέπειτα Ἅγιος Κυριακός, Ἑβραῖος στὴν καταγωγή, μὲ τὸ ἀρχικὸ ὄνομα Ἰούδας, ἦταν ὁ ἄνθρωπος ποὺ γνώριζε ἀπὸ τοὺς προγόνους του τὸ μέρος, ὅπου ἦταν κρυμμένος ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ δὲν ἤθελε νὰ τὸ ἀποκαλύψει στὴν Ἁγία Ἑλένη. Αὐτὴ τότε πρόσταξε νὰ τὸν βάλουν σὲ ξεροπήγαδο γιὰ μία ἑβδομάδα, ὁπότε ἀναγκάστηκε ἀπὸ τὴν πεῖνα καὶ δίψα νὰ ὑποδείξει τὸν χῶρο τοῦ Γολγοθᾶ καὶ τοῦ Μνήματος τοῦ Χριστοῦ. Ὁ τόπος εἶχε καταχωσθεῖ ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους, ἕνεκα φθόνου, οἱ δὲ εἰδωλολάτρες, βλέποντας νὰ προσκυνεῖται ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς μὲ εὐλάβεια γιὰ τὰ ἐκεῖ τελούμενα θαύματα, εἶχαν ἀνεγείρει στὸν χῶρο αὐτὸ τέμενος τῆς θεᾶς Ἀφροδίτης. Μὲ προσταγὴ τῆς Ἁγίας τὸ τέμενος κρημνίζεται καὶ ἀνασκάπτεται ὁ χῶρος, ὁπότε ἀνευρέθηκαν ὁ Γολγοθᾶς, τὸ Πανάγιο Μνῆμα, οἱ τρεῖς Σταυροί, τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν δύο λῃστῶν καὶ οἱ ἅγιοι Ἧλοι (καρφιὰ) τῆς Σταύρωσης.
Ἡ ἀναγνώριση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἔγινε μὲ τὸ ἑξῆς θαῦμα: Μία νεκρὴ γυναίκα ὁδηγεῖτο πρὸς ἐνταφιασμό. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος εἶπε νὰ σταματήσει ἡ νεκρικὴ πομπή. Μετὰ ἀπὸ θερμὴ προσευχὴ καὶ τοποθετώντας διαδοχικὰ καὶ χωριστὰ τοὺς τρεῖς Σταυροὺς πάνω στὴ νεκρή, ὢ τοῦ θαύματος! Αὐτὴ ἀναστήθηκε, ὅταν τὴν ἄγγιξε ὁ τρίτος Σταυρός, ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου! Τότε ἡ Ἁγία διέταξε καὶ διαιρέθηκε ὁ Τίμιος Σταυρός. Καὶ τὸ μὲν ἕνα τμῆμα τοποθέτησε σὲ ἀργυρὴ πολύτιμη θήκη καὶ τὸ ἄφησε στὰ Ἱεροσόλυμα, τὸ δὲ ἄλλο μετέφερε σὲ ταξίδι της ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα στὴν Κωνσταντινούπολη. Εἶναι ἀπ’ αὐτὸ τὸ δεύτερο τμῆμα, ποὺ ἄφησε κατὰ τόπους τεμάχια, σύμφωνα μὲ τὴν τοπικὴ παράδοση. Τὴν εὕρεση τοῦ Τιμίου Ξύλου καὶ τῶν ἁγίων Ἥλων τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία μας στὶς 6 Μαρτίου.Μὲ τὸ θαῦμα τῆς ἀναστάσεως τῆς νεκρῆς γυναίκας ἀπὸ τὸν Σταυρό, πιστεύει ὁ πιὸ πάνω Ἑβραῖος Ἰούδας, βαπτίζεται καὶ μετονομάζεται Κυριακός, χειροτονεῖται ἀργότερα ἐπίσκοπος (μᾶλλον χωρεπίσκοπος) στὰ Ἱεροσόλυμα, καὶ μαρτυρεῖ ἐπὶ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (361-363). Ἡ Ἐκκλησία μας τελεῖ τὴ μνήμη του στὶς 28 Ὀκτωβρίου.
Ἀναφορικὰ μὲ τοὺς δύο ἄλλους Σταυροὺς τῶν λῃστῶν, ἐπειδὴ ἡ Ἁγία ἀδυνατοῦσε νὰ διακρίνει ποιὸς ἀνῆκε στὸν «ἐκ δεξιῶν» Καλὸ Λῃστὴ καὶ ποιὸς στὸν «ἐξ ἀριστερῶν» καὶ ἐπειδὴ ἀπὸ τὴν ἄλλη σκέφθηκε πὼς τόσα χρόνια θαμμένοι μὲ τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ εἶχαν πάρει κι αὐτοὶ εὐλογία, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ παραμεληθοῦν, πρόσταξε νὰ ἀποσυναρμολογηθοῦν, καὶ μὲ τὴν ἐναλλαγὴ τῶν ὁριζοντίων ξύλων τους νὰ σχηματισθοῦν δύο νέοι Σταυροί. Ἔτσι ὁ καθένας τους περιεῖχε τεμάχιο τοῦ Σταύρου τοῦ Καλοῦ Λῃστῆ.
Μόλις πληροφορήθηκε τὸ γεγονὸς ὁ Μ. Κωνσταντῖνος, χάρηκε ἰδιαίτερα καὶ μὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Ἅγιο Μακάριο ὅρισε νὰ ἀνεγερθεῖ στὸν χῶρο τοῦ Παναγίου Τάφου ναὸς λαμπρὸς καὶ περικαλλής, παρέχοντας ὁ ἴδιος ὁ αὐτοκράτορας τὰ μέσα πρὸς τοῦτο. Ἡ Ἁγία Ἑλένη, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐπίβλεψη στὴν ἀνέγερση τοῦ Ναοῦ τούτου, ἀνήγειρε θαυμάσιο ναὸ στὴ Βηθλεὲμ (στὸ ἅγιο Σπήλαιο τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου) καὶ ἄλλον ἐφάμιλλο τῆς Ἀναλήψεως στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν.
Στὴ συνέχεια ἡ εὐσεβὴς βασίλισσα περιῆλθε ὅλες τὶς χῶρες τῆς Ἀνατολικῆς αὐτοκρατορίας, στολίζοντας τοὺς ναοὺς τοῦ Θεοῦ μὲ λαμπρὰ κειμήλια καὶ κάνοντας ποικίλα ἔργα φιλανθρωπίας: Ἐλεοῦσε ἀφθονοπάροχα κατοίκους πόλεων συλλογικά, ἀλλὰ κι ὅσους τὴν πλησίαζαν ἀτομικά, στρατιῶτες, πένητες, γυμνοὺς καὶ ἀπροστάτευτους, παρέχοντας ὅλα τὰ ἀναγκαῖα τοῦ σώματος. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ δεσμά, τὴν καταπίεση καὶ τὴν ἐξορία ἀπάλλαξε πολλοὺς καταδίκους, ἀπὸ μεγάλη φιλανθρωπία κινούμενη.
Τὸ θαυμαστὸ ἔργο τῆς Ἁγίας Ἑλένης στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ τὴν Παλαιστίνη καὶ ἡ ἱεραποστολικὴ καὶ πλούσια φιλανθρωπική της περιοδεία στὶς πέριξ ἐπαρχίες τῆς Ἀνατολῆς διήρκεσε γύρω στὰ δύο μὲ τρία χρόνια (325/326-328/329).
Ἡ κοίμησις τῆς Ἁγίας Ἑλένης
Ὁ Μ. Κωνσταντῖνος ὑποδέχθηκε μὲ μεγάλη χαρὰ τὸ Ξύλο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ποὺ μετέφερε μὲ μεγάλη εὐλάβεια ἡ μητέρα του στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἀλλὰ καὶ τοὺς ἁγίους Ἥλους ὁ εὐσεβὴς αὐτοκράτορας ἀναφέρεται πὼς τοποθέτησε στὴν περικεφαλαία καὶ τὰ χαλινάρια τοῦ ἀλόγου του, γιὰ προστασία καὶ εὐλογία στοὺς πολέμους.
Ἀφοῦ λοιπὸν διῆλθε ἡ μακαρία Ἑλένη τὴ ζωή της μὲ προσευχή, ταπείνωση καὶ τόσα θαυμαστὰ ἔργα καὶ ἀγαθοεργίες, ἀνεπαύθη ἐν Κυρίῳ πιθανώτατα στὴν Κωνσταντινούπολη περὶ τὰ ἔτη 328/329, σὲ ἡλικία ὀγδόντα περίπου ἐτῶν. Τὸ ἅγιο σκῆνος της μεταφέρθηκε στὴ Ρώμη ἀπὸ τὸν υἱό της καὶ κατατέθηκε στὸ μαυσωλεῖο (ροτόντα) γνωστὸ μὲ τὸ ὄνομα Tor Pignattara, μέσα σὲ μεγαλοπρεπῆ σαρκοφάγο ἀπὸ πορφυρίτη λίθο. Ἡ σαρκοφάγος αὐτὴ φυλάσσεται σήμερα στὸ Βατικανὸ Μουσεῖο.
Ἡ βάπτισις καὶ ἡ κοίμησις τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου
Ὁ μέχρι τότε κατηχούμενος στὴ Χριστιανικὴ Πίστη βασιλιάς, ἀφοῦ διέμεινε ἐκεῖ γιὰ λίγο διάστημα καὶ εἶδε πὼς ἡ κατάστασή του δὲν βελτιωνόταν, κάλεσε κοντά του τοὺς Ὀρθοδόξους ἐπισκόπους, ποὺ τὸν συνόδευαν, καὶ ἐξέφρασε σ’ αὐτοὺς τὴν ἐπιθυμία του νὰ λάβει ἐπιτέλους τὸ ἅγιο Βάπτισμα, λέγοντας τὰ ἀκόλουθα ἀξιομνημόνευτα λόγια: «Αὐτὸς εἶναι ὁ καιρός, ποὺ περίμενα ἀπὸ χρόνια μὲ πόθο καὶ προσευχή, ἐλπίζοντας νὰ ἀξιωθῶ τῆς σωτηρίας ἀπὸ τὸν Θεό. Εἶναι πιὰ καιρὸς νὰ ἀπολαύσω κι ἐγὼ τὴν ἀθανατοποιὸ σφραγῖδα (ἔτσι ὀνόμασε τὸ Βάπτισμα καὶ τὸ Χρῖσμα)… κάτι τὸ ὁποῖο σκεπτόμουν νὰ λάβω στὰ ρεῖθρα τοῦ Ἰορδάνη ποταμοῦ, στὸν ὁποῖο, ὅπως ἀναφέρεται (στὴν Ἁγία Γραφή), μετέσχε τοῦ λουτροῦ τοῦ Βαπτίσματος καὶ ὁ Χριστός, ὡς πρότυπο (παράδειγμα) γιὰ μᾶς. Ἀλλ’ ὁ Θεός, ποὺ γνωρίζει τὸ συμφέρον μας, μὲ ἀξιώνει νὰ τὸ λάβω ἐδῶ. Ἂς τελεσθεῖ λοιπὸν τοῦτο χωρὶς ἀναβολή…».
Τότε οἱ ἀρχιερεῖς βάπτισαν τὸν μακάριο Κωνσταντῖνο καὶ τὸν μετέλαβαν τὰ ἄχραντα Μυστήρια. Κι αὐτός, σὰν βγῆκε ἀπὸ τὴν ἁγία κολυμβήθρα, φόρεσε τὰ λευκὰ ἐνδύματα τοῦ Βαπτίσματος, τὰ ὁποῖα καὶ δὲν ἀπέβαλε μέχρι τὴν κοίμησή του! Δὲν θέλησε πιὰ νὰ περιβληθεῖ τὴ βασιλικὴ πορφύρα! Ἀνέπεμψε μάλιστα ἀμέσως μετὰ τὴ βάπτισή του εὐχαριστήρια προσευχὴ πρὸς τὸν Θεό, ἐπιλέγοντας τὰ ἑξῆς: «Τώρα γνωρίζω ὅτι εἶμαι πράγματι μακάριος. Τώρα γνωρίζω ὅτι δείχθηκα ἄξιος τῆς ἀθάνατης ζωῆς. Τώρα γνωρίζω ὅτι ἔγινα μέτοχος τοῦ θείου φωτός»!
Ἔτσι λοιπόν, εὐτυχὴς καὶ εὐχόμενος, ἀφοῦ τακτοποίησε τὰ τῆς διαδοχῆς καὶ διαθήκης του, κοιμήθηκε ἐν Κυρίῳ στὶς 21 Μαΐου τοῦ 337, ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, κατὰ τὶς μεσημβρινὲς ὧρες, ἀφοῦ διετέλεσε τεσσαρακοστὸς τέταρτος αὐτοκράτορας μετὰ τὸν Καίσαρα Ὀκταβιανὸ Αὔγουστο (27 π.Χ. -14 μ.Χ.). Ἔζησε δὲ γύρω στὰ ἑξῆντα τρία χρόνια, ἀφοῦ βασίλευσε γιὰ περίπου τριάντα ἕνα χρόνια.
Στὴ διαθήκη του ὁ Κωνσταντῖνος ἄφησε ὡς διαδόχους του τοὺς τρεῖς υἱούς του, παραχωρώντας στὸν Κωνστάντιο ὅλη τὴν Ἀνατολὴ καὶ τὴν Κωνσταντινούπολη, στὸν Κώνσταντα τὴ Ρώμη καὶ ὅλη τὴν Ἰταλία καὶ στὸν Κωνσταντῖνο τὴ Γαλλία καὶ τὶς Βρετανικὲς νήσους.
Τὸ λείψανο τοῦ Κωνσταντίνου τοποθετήθηκε σὲ χρυσὴ λάρνακα καὶ μεταφέρθηκε στὰ ἀνάκτορα στὴν Κωνσταντινούπολη, μέχρις ὅτου ἀφίχθηκε ὁ υἱὸς του Κωνστάντιος, ὁπότε τελέστηκε ἡ μεγαλοπρεπὴς κηδεία του καὶ κατετέθη ἡ σορός του στὴ λάρνακα, ποὺ εἶχε ὁ ἴδιος προετοιμάσει, στὸν ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Καὶ ἐκεῖ εὑρισκόμενο τὸ τίμιο λείψανό του, ἐπετέλεσε πολλὰ θαύματα!
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
«Εἰς τὸν Βίον Κωνσταντίνου Βασιλέως», Εὐσεβίου, ἐπισκόπου Καισαρείας. • «Βίος τῶν ἁγίων Ἰσαποστόλων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης καὶ τὸ Σημεῖο τοῦ Σταυροῦ»,ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΣΤΑΥΡΟΒΟΥΝΙΟΥ ΚΥΠΡΟΣ. • Σωκράτους Κωνσταντινουπόλεως • Σαλαμινίου Σωζομενοῦ.




