Τοῦ κ. Εὐλαλίου Θωμαΐδη, Θεολόγου
Στὶς μέρες μας φαίνεται νὰ γίνεται ἀποδεκτὸς ἕνας ἀντίστροφος μονοφυσιτισμός. Ἀρκετοὶ σύγχρονοι θεολόγοι, ὄντας προφανῶς ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὶς μεταμοντέρνες κενωτικὲς χριστολογίες, στὴν προσπάθειά τους νὰ ἀποφύγουν τὸν κλασικὸ μονοφυσιτισμό, ὁ ὁποῖος ἔκανε λόγο γιὰ ἀπορρόφηση τῆς ἀνθρωπότητας τοῦ Χριστοῦ μέσα στὴν ἄκτιστη θεότητά Του, τείνουν νὰ ἀποδίδουν μία αὐτονομία στὴν θεία ἀνθρωπότητα τοῦ Λόγου. Ἀπὸ τὸν γερμανικὸ ἰδεαλισμὸ καὶ μετὰ τονίστηκε ἡ αὐτενέργεια τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ σύγχρονη θεολογία, εἴτε ἡ ρωμαιοκαθολικὴ εἴτε ἡ προτεσταντική, προσπάθησε νὰ συμμορφώσει τὴ χριστολογία της στὶς καντιανὲς προκείμενες, οἱ ὁποῖες ἀφοροῦν στὸν πεπερασμένο χαρακτήρα τῆς γνώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος, κατὰ τὸν Κάντ, δὲ μπορεῖ παρὰ νὰ γνωρίζει ἐκεῖνο ποὺ ὁ ἴδιος προσθέτει στὴν πραγματικότητα μέσῳ τῶν a priori κατηγοριῶν τῆς νόησης καὶ τῆς αἴσθησης, καὶ γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ λόγο ἀγνοεῖ τὴν πραγματικότητα, ὅπως ὑπάρχει καθαυτὴ (τὴν ἀντικειμενικὴ πραγματικότητα ἄνευ τῆς θέασής της ἐκ τοῦ ἀνθρώπου). Συνεπῶς, ὁ ἄνθρωπος, παρότι πεπερασμένος σὲ σχέση μὲ τὴν ἀντικειμενικὴ πραγματικότητα, στρέφει τὸ βλέμμα του πρὸς τὸν ἑαυτό του. Θεσπίζει καθολικοὺς νόμους ποὺ δεσμεύουν τὸ σύνολο τῆς συμπεριφορᾶς καὶ τῶν πράξεών του καὶ τοιουτοτρόπως ἀποκτᾶ ἐλευθερία, ἡ ὁποία θεωρεῖται ὡς αὐτενέργεια καὶ αὐτονομία.
Ἔτσι, ἐὰν θέλουμε νὰ ἔχουμε μία χριστολογία ποὺ νὰ ἀπαντᾶ στὰ αἰτήματα τοῦ νεωτερικοῦ ἀνθρώπου, θὰ πρέπει νὰ μποροῦμε νὰ τὴν ἐφαρμόσουμε πάνω σὲ νεωτερικὲς προκείμενες, τουλάχιστον κατὰ τὴ λογικὴ τῶν μεταπατερικῶν θεολόγων. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἀληθινὸς Θεός, ἀλλὰ καὶ ἀληθινὸς ἄνθρωπος. Ὡς ἀληθινὸς ἄνθρωπος, λοιπόν, θὰ πρέπει νὰ ἔχει μία γνώση πεπερασμένη καὶ ἕνα ἀνθρώπινο πνεῦμα ποὺ νὰ χαρακτηρίζεται ἀπὸ αὐτονομία. Τοῦτο σημαίνει ὅτι 1) ὁ Ἰησοῦς δὲ γνωρίζει τὰ πάντα ὡς ἄνθρωπος (ἀλλὰ μόνον ὡς Θεὸς / Ἀπόλυτο) καὶ ὅτι 2) θὰ πρέπει νὰ κάνει προσωπικὲς ἐπιλογές, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἐπιγείου βίου του, προκειμένου νὰ μπορεῖ νὰ ἐπιβεβαιωθεῖ τὸ ἀληθινὸ τῆς ἀνθρωπότητάς του [1], ἤτοι νὰ ἔχει γνωμικὸ θέλημα.
Ἀπὸ τὴ Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνας καὶ ἔπειτα ἐπιβεβαιώνεται ὅτι ὁ Χριστὸς ἔχει δύο φύσεις, τὴ θεία καὶ τὴν ἀνθρώπινη. Τόσο ἡ θεία φύση ὅσο καὶ ἡ ἀνθρώπινη εἶναι ἀκέραιες, ἤτοι ὁλόκληρες. Τοῦτο συνεπάγεται ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ δὲ στερεῖται λογικῆς ψυχῆς, ὅπως θὰ ἤθελε ὁ Ἀπολλινάριος. Ἡ λογικὴ ψυχή, μὲ τὴ σειρά της, σημαίνει ὅτι ἡ ἀνθρωπότητα τοῦ Ἰησοῦ δὲ μπορεῖ νὰ στερεῖται ὅλων τῶν ἀνθρωπίνων νοητικῶν διεργασιῶν, πράγμα ποὺ δεικνύει ξεκάθαρα ὅτι ὁ Χριστὸς ἔχει δύο εἰδῶν διάνοιες, μία θεία, ἡ ὁποία εἶναι ἄπειρη καὶ ἀπόλυτη, καὶ μία ἀνθρώπινη, ἡ ὁποία θὰ πρέπει νὰ εἶναι ὁπωσδήποτε πεπερασμένη καὶ περιορισμένη. Ἐν ὀλίγοις, ὁ Χριστὸς γνωρίζει τὰ πάντα ὡς Θεός, ἤτοι μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, καὶ μερικὰ ὡς ἄνθρωπος. Σύμφωνα μὲ τὸν Ducay, ὁ Χριστὸς δὲ θὰ μποροῦσε ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ γνωρίζει μὲ τὴν ἀνθρώπινή του διάνοια ὅ,τι ἀκριβῶς γνωρίζει μὲ τὴ θεία [2]. Ὁ Υἱὸς μὲ τὴ θεία του πρόνοια εἶχε προκαθορίσει ὅτι κατὰ τὴν ἐνσάρκωση δὲ θὰ μετέδιδε ὡς Θεὸς στὴν ἀνθρώπινή του διάνοια ὅλες τὶς γνώσεις τῶν πραγμάτων. Συνελόντι εἰπεῖν, ὑπάρχουν κτιστὲς πραγματικότητες, στὶς ὁποῖες ἡ διάνοια τοῦ Χριστοῦ δὲ δύναται νὰ ἔχει πρόσβαση, καθότι ἡ σάρκωση ἀποτελεῖ τὴν εἴσοδο τοῦ Ἀπολύτου στὸ πεπερασμένο, τουτέστιν τὸν αὐτοπεριορισμὸ τοῦ πρώτου μέσα στὸ δεύτερο. Τὸ πεπερασμένο δὲ μπορεῖ νὰ γνωρίζει μὲ τὸν ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο ποὺ γνωρίζει τὸ Ἀπόλυτο, εἰδάλλως θὰ ἔπαυε νὰ ἰσχύει ἡ μεταξύ των διαφορά [3].
Ὁ Χριστός, σύμφωνα μὲ τὸν Ducay, γνωρίζει μόνο ὅ,τι Τοῦ χρειάζεται, προκειμένου νὰ ἐκπληρώσει τὴν ἀποστολή του, ἤτοι τὴν ἐγκαθίδρυση τῆς βασιλείας στὴ γῆ. Ἐνίοτε ἡ ἀνθρώπινη διάνοια τοῦ Ἰησοῦ ξεπερνοῦσε τὰ φυσικά της ὅρια, ὅπως συνέβαινε μὲ τὰ θαύματα ἢ τὶς προφητεῖες. Συνεπῶς, κάποια στοιχεῖα τῆς θείας διάνοιας μποροῦσαν νὰ κοινοποιηθοῦν στὴν ἀνθρώπινη διάνοια τοῦ Ἰησοῦ. Ἀλλὰ μόνο ἐκεῖνα, ἐπαναλαμβάνουμε, ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ χρησιμεύσουν στὴ θεία ἀποστολὴ τοῦ Ἰησοῦ [4]. Συνεπῶς, ὁ Χριστὸς ὡς ἄνθρωπος μάθαινε ὅ,τι δὲν ἀφοροῦσε τὴ θεία του ἀποστολὴ σταδιακὰ καὶ σὲ συμφωνία μὲ τοὺς πεπερασμένους κανόνες τῆς ἀνθρώπινης νόησης. Ἔτσι, καθίσταται σαφὲς ὅτι γιὰ τοὺς ρωμαιοκαθολικοὺς θεολόγους ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ δὲ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι παντοδύναμη καὶ παντογνώστρια, εἰδάλλως δὲν θὰ ἦταν ἀνθρώπινη [5].
Ὅμως, οἱ Ἕλληνες Πατέρες δὲ βλέπουν ἔτσι τὰ πράγματα. Ἡ ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ εἶναι δίχως κανένα εἶδος ἄγνοιας, καθότι εἶναι θεωμένη ἐξ ἄκρας συλλήψεως, ἕνεκα τῆς ὑποστατικῆς ἕνωσης. Ἡ ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς Λόγος ποὺ φέρει σάρκα, σαρκοφόρος Θεὸς καὶ ὄχι θεοφόρος ἄνθρωπος, ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος. Ἡ ἀνθρώπινη παντογνωσία τοῦ Θεοῦ Λόγου πιστοποιεῖται μὲ σαφήνεια ἀπὸ τὸν Ἅγ. Κύριλλο Ἀλεξάνδρειας. Ὁ Ἅγ. Κύριλλος ἑρμηνεύει τὸ κατὰ Λουκᾶν ἐδάφιο ποὺ ὁμιλεῖ περὶ τῆς αὐξήσεως τῆς ἡλικίας, τῆς χάριτος καὶ τῆς σοφίας τῆς ἀνθρωπότητας τοῦ Χριστοῦ ὡς σταδιακὴ φανέρωση ἐκείνου ποὺ ἤδη ὑπάρχει [6]. Ἑπομένως, ὁ Χριστὸς ὡς ἄνθρωπος δὲ μάθαινε σταδιακά, ὅπως συμβαίνει μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ἀλλὰ φανέρωνε σταδιακὰ ἐκεῖνο ποὺ ἤδη ἦταν ἐξαρχῆς, τουτέστιν ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Πατρὸς ποὺ φέρει σάρκα καὶ ψυχή. Συνεπῶς, ἐκεῖνοι ποὺ αὐξάνουν χάριτι καὶ κατὰ τὴ σοφία εἶναι οἱ μετέχοντες κατ’ἐνέργειαν τῶν ἀκτίστων θείων ἐνεργειῶν ποὺ προέρχονται καὶ ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀπὸ τὴν ἄκτιστη θεία φύση.
Πῶς, ὅμως, θὰ μποροῦσε νὰ ἑρμηνευτεῖ τὸ καινοδιαθηκικὸ χωρίο ποὺ ὁμιλεῖ γιὰ ἄγνοια ἐκ μέρους τοῦ Υἱοῦ τῆς ἡμέρας καὶ τῆς ὥρας τῆς τελικῆς κρίσεως; Ὁ Ἅγ. Κύριλλος εἶναι κάτι παραπάνω ἀπὸ σαφὴς καὶ σὲ αὐτό. Ὁ Υἱὸς ὡς Θεὸς γνωρίζει τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως, ὅπως ἀκριβῶς τὴ γνωρίζει καὶ ὡς ἄνθρωπος. Λέγοντας ὁ Χριστὸς ὅτι ὁ Υἱὸς ἀγνοεῖ τὸ πότε ἀκριβῶς θὰ διεξαχθεῖ ἡ τελικὴ κρίση, δὲν κάνει κάτι ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ καθιστᾶ σαφὲς ὅτι δὲ θέλει νὰ τὴν ἀποκαλύψει στοὺς ἀνθρώπους, καθότι κάτι τέτοιο δὲ μπορεῖ καὶ δὲν πρέπει νὰ προσληφθεῖ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους [7] (προφανῶς γιὰ νὰ εἶναι σὲ ἐγρήγορση καὶ νὰ μὴ κατακυριευτοῦν ἀπὸ πνεῦμα ραθυμίας).
Τέλος, ὁ Ἅγ. Ἰωάννης Δαμασκηνὸς δὲ θὰ διστάσει νὰ ἀναφέρει ὅτι ὁ Χριστὸς ὡς ἄνθρωπος προσποιοῦταν ὅτι δὲ γνώριζε ποιὸς Τοῦ ἄγγιξε τὸ ἔνδυμα (στὴν προκειμένη περίπτωση ἡ αἱμορροοῦσα γυνή), ποῦ ἐτάφη ὁ Λάζαρος καὶ τὰ λοιπά, καὶ τοῦτο γιὰ λόγους συγκατάβασης, τουτέστιν γιὰ νὰ φανερωθεῖ ἡ πίστη ἐκείνων ποὺ ἀποκρινόντουσαν στὶς ἐρωτήσεις τοῦ Χριστοῦ. Ἀκόμη, ἡ προσποίηση ἄγνοιας δὲ σημαίνει καὶ τὴν προσποίηση ἐκ μέρους τοῦ Χριστοῦ τῆς παθητότητας τοῦ σώματός του πρὶν τὴν ἀνάσταση, ὅπως φαίνεται νὰ ὑποστηρίζουν οἱ ἀφθαρτοδοκῆτες. Ὁ Χριστὸς ὡς ἄνθρωπος πράγματι ὑπέφερε ἐπάνω στὸ Σταυρό, καθότι εἶχε παθητὸ σῶμα, ὅμως πάντοτε ἑκουσίως, ἤτοι θέλοντας (ἤθελε νὰ προσλάβει τὸν πόνο τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε νὰ τὸν θεραπεύσει). Μετὰ τὴν ἀνάσταση, ὅμως, ὁ Χριστὸς ἀπέβαλε τὰ ἀδιάβλητα πάθη, φέροντας σῶμα ἀπαθὲς καὶ πνευματικό.
Συμπερασματικά, ἡ ἀγνωσία τῆς ἀνθρωπότητας τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὴν ἐπιβεβαίωση τοῦ ἀληθινοῦ τῆς ἀνθρωπότητάς του. Ἡ ἀγνωσία ὡς συστατικὸ στοιχεῖο τῆς ἀνθρωπότητας εἶναι νεωτερικὸ στοιχεῖο καὶ ὅσοι προσπαθοῦν νὰ τὴν ἀποδώσουν στὸ Χριστὸ ὡς ἄνθρωπο, προκειμένου νὰ τὸν φέρουν πιὸ κοντὰ σὲ ἐμᾶς, διαρρηγνύουν ἐντέλει τὸ σχέδιο τῆς θείας οἰκονομίας, τὸ ὁποῖο δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴ θέωση τῆς ἀνθρωπότητας, ὑποστατικὴ στὸ Χριστὸ καὶ χάριτι στοὺς ἀνθρώπους.
Σημειώσεις:
[1] Αὐτὲς οἱ ἀπόψεις ὑποστηρίζονται ἀπὸ τὸν A. Ducay. Βλ. Α. Ducay, Gesu. Coscienza, liberta redenzione. Saggio di cristologia, Roma 2019. [2] Ὅπ.π., σελ.12. [3] Αὐτὸ εἶναι ἡ λεγόμενη κενωτικὴ χριστολογία, ἡ ὁποία δίνει ἔμφαση στὴν κάθοδο τοῦ Θεοῦ στὴν κτίση καὶ στὴν αὐταπάρνηση ἐκ μέρους τοῦ Υἱοῦ ὁρισμένων ἀπὸ τὰ φυσικὰ ἰδιώματα τῆς ἀκτίστου θεότητας, λησμονώντας τοιουτοτρόπως ὅτι ἡ ἔνσαρκη συγκατάβαση ἔγινε γιὰ τὴ θεοποιητικὴ ἀνύψωση τοῦ ἀνθρωπίνου προσλήμματος τοῦ Λόγου καὶ ὄχι μόνο καὶ μόνο γιὰ τὴν κατάφαση τοῦ ἀνθρωπίνου στοιχείου καὶ τῆς ἐνθάδε πραγματικότητας, πρᾶγμα ποὺ συνεχῶς τονίζει ἡ νεώτερη φιλοσοφία. [4] Ὅπ.π., σελ. 13. [5] Ὅπ.π., σελ. 14. Σὲ προηγούμενά μας ἄρθρα εἴδαμε ὅτι κάτι τέτοιο ὑποστηρίχθηκε καὶ ἀπὸ τὸ Θωμᾶ Ἀκινάτη. [6] Βλ. Θησαυρός, PG 75, 428. Στὴν πραγματικότητα οὔτε ἡ φανέρωση τοῦ Θεοῦ εἶναι σταδιακή, γιατί εἶναι ἄκτιστη, ἤτοι μὴ ἐπιδεχόμενη ποσοτικῆς αὐξομείωσης. Σταδιακὴ εἶναι μόνο ἡ πρόσληψη τοῦ ἀκτίστου θείου φωτὸς ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἀνάλογα μὲ τὸ πνευματικό του ὕψος (ὁ καθένας λαμβάνει ἀπὸ τὸ Θεὸ ἐκεῖνο ποὺ μπορεῖ νὰ ἀντέξει). [7] PG 75, 1074A. Ἐνδιαφέρουσα εἶναι καὶ ἡ ἑρμηνεία τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου πάνω σὲ αὐτό. Ὅταν ὁ Χριστὸς λέει ὅτι ὁ Υἱὸς καὶ οἱ ἄγγελοι ἀγνοοῦν τὴν ἡμέρα τῆς κτίσεως, ἐννοεῖ μὲ τὴ λέξη «Υἱὸς» τὸ σῶμα Χριστοῦ, ἤτοι τὴν Ἐκκλησία. Συνεπῶς, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἐκείνη ποὺ ἀγνοεῖ καὶ ὄχι ὁ Λόγος, τόσο ὡς Θεὸς ὅσο καὶ ὡς ἄνθρωπος. Τὰ καλὰ στοιχεῖα τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου πρέπει νὰ τὰ ἀναφέρουμε καὶ νὰ τὰ ἐπαινοῦμε.




