Γράφει ὁ κ. Ἀλέξιος Παναγόπουλος, Prof. DDDr. Dr. Habil
Τὸ Προεδρικὸ Διάταγμα 40/2025, ποὺ θεσπίστηκε κατ’ ἐφαρμογὴ τοῦ Ν. 4727/2020 περὶ ψηφιακῆς διακυβέρνησης, εἰσάγει ἕνα ἑνιαῖο Προσωπικὸ Ἀριθμὸ (Π.Α.) γιὰ κάθε φυσικὸ πρόσωπο στὴν Ἑλλάδα. Ἡ πολιτεία ἐπικαλεῖται τὸν ἐκσυγχρονισμό, τὴ διοικητικὴ ἁπλούστευση καὶ τὴν ἐνίσχυση τῆς διαφάνειας. Ὅμως, κάτω ἀπὸ τὴ ρητορικὴ τῆς ψηφιακῆς προόδου, ἀναδύεται μία βαθιὰ βιοπολιτικὴ μεταβολή: ἡ μετατροπὴ τῆς προσωπικῆς ταυτότητας σὲ ἑνιαῖο ψηφιακὸ ἐργαλεῖο ἐλέγχου καὶ παρακολούθησης, μὲ ὑποχρεωτικὸ χαρακτήρα.
Ἡ ὑποχρεωτικότητα αὐτή, ὅπως προβλέπεται ρητὰ στὸ Π.Δ., ἐγείρει σοβαρὰ ζητήματα ἀντισυνταγματικότητας καὶ παραβίασης θεμελιωδῶν δικαιωμάτων, τόσο σὲ ἐπίπεδο ἀτομικῆς ἐλευθερίας ὅσο καὶ δημοκρατικῆς κυριαρχίας.
1. Ἡ συνταγματικὴ ἀρχὴ τῆς ἀνθρωπίνης ἀξιοπρεπείας
Κατὰ τὸ ἄρθρο 2 παρ. 1 τοῦ Συντάγματος, ὁ σεβασμὸς καὶ ἡ προστασία τῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρώπου ἀποτελοῦν τὴν πρωταρχικὴ ὑποχρέωση τῆς Πολιτείας. Ἡ ὑποχρεωτικὴ ἀποδοχὴ ἑνὸς ἑνιαίου ψηφιακοῦ ἀριθμοῦ, ποὺ θὰ συνδέει φορολογικά, ὑγειονομικά, ἀσφαλιστικά, κοινωνικὰ καὶ ἐνδεχομένως βιομετρικὰ δεδομένα, συνιστᾶ παραβίαση τῆς προσωπικῆς αὐτοδιάθεσης καὶ τῆς ἐλευθερίας ἐπιλογῆς ταυτότητας.
Ἡ ἀξιοπρέπεια δὲν εἶναι διαπραγματεύσιμη ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς “διοικητικῆς ἀποτελεσματικότητας”. Ὁ πολίτης δὲν μπορεῖ νὰ ἐξαναγκάζεται νὰ ἐνταχθεῖ σὲ ἕνα ἑνιαῖο ψηφιακὸ μητρῶο, τὸ ὁποῖο καθιστᾶ τὴ φυσική του ὑπόσταση καὶ τὴ νομική του ταυτότητα ἐξαρτώμενες ἀπὸ ἕνα κρατικὸ σύστημα δεδομένων.
2. Παραβίασις τῆς ἀρχῆς τῆς ἀναλογικότητος
Σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρο 25 παρ. 1 Συντ., κάθε περιορισμὸς δικαιωμάτων πρέπει νὰ εἶναι ἀναγκαῖος, πρόσφορος καὶ ἀναλογικὸς πρὸς τὸν ἐπιδιωκόμενο σκοπό. Ἡ ἐπιβολὴ ἑνὸς ἑνιαίου ἀριθμοῦ γιὰ ὅλα τὰ πεδία τῆς ζωῆς, χωρὶς δυνατότητα ἐπιλογῆς ἢ ἐναλλακτικῆς, ὑπερβαίνει κατὰ πολὺ τὸ ἀναγκαῖο μέτρο.
Ἡ διοικητικὴ ἁπλούστευση θὰ μποροῦσε νὰ ἐπιτευχθεῖ μὲ ἐθελοντικὴ χρήση ἢ διαλειτουργικότητα τῶν ὑπαρχόντων μητρώων (ΑΦΜ, ΑΜΚΑ, κ.λπ.), χωρὶς νὰ ἀπαιτεῖται ὑποχρεωτικὴ ἑνοποίηση ὅλων τῶν προσωπικῶν δεδομένων ὑπὸ ἕνα ἑνιαῖο ψηφιακὸ “κωδικὸ ὕπαρξης”.
Ἡ καθολικότητα τοῦ μέτρου, χωρὶς ἐξαίρεση, προσβάλλει τὴν ἀρχὴ τῆς ἐλεύθερης ἀνάπτυξης τῆς προσωπικότητας (ἄρθρο 5 παρ. 1 Συντ.) καὶ τὴν ἐλευθερία συνείδησης, ἰδίως γιὰ πολίτες ποὺ ἀντιτίθενται σὲ μορφὲς ἠλεκτρονικῆς ἐπιτήρησης ἢ διασύνδεσης προσωπικῶν δεδομένων.
3. Ὁ κίνδυνος τοῦ “ψηφιακοῦ πολίτη χωρὶς πρόσωπον”
Ὁ Προσωπικὸς Ἀριθμὸς δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς τεχνικὸ ἐργαλεῖο. Εἶναι τὸ θεμέλιο μίας νέας μορφῆς διοικητικῆς βιοπολιτικῆς, ὅπου ὁ ἄνθρωπος ἀντιμετωπίζεται ὄχι ὡς ὑποκείμενο δικαίου ἀλλὰ ὡς “φορέας δεδομένων”.
Ὁ Foucault μίλησε γιὰ τὸ πέρασμα ἀπὸ τὸ “κυρίαρχο κράτος” στὸ “κράτος τῆς βιοπολιτικῆς ἐξουσίας”, ὅπου ἡ ἐξουσία δὲν ἐπιβάλλει ἁπλῶς νόμους ἀλλὰ ὁρίζει τὰ ὅρια τοῦ βίου. Ὁ πολίτης παύει νὰ εἶναι “ἐλεύθερος” καὶ μετατρέπεται σὲ ψηφιακὰ ἀναγνωρίσιμο ὄν, τοῦ ὁποίου ἡ ὕπαρξη ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν καταχώρηση στὸ ἠλεκτρονικὸ μητρῶο.
Ἡ ἑλληνικὴ ἔννομη τάξη, μὲ τὸ ἄρθρο 9Α τοῦ Συντάγματος, κατοχυρώνει ρητὰ τὸ δικαίωμα στὴν προστασία προσωπικῶν δεδομένων. Ἡ ἐπιβολὴ ὑποχρεωτικοῦ Π.Α., χωρὶς ρητὴ συγκατάθεση καὶ χωρὶς δυνατότητα ἀπόσυρσης ἢ ἐναλλακτικῆς, ἀναιρεῖ τὸ δικαίωμα αὐτὸ στὴν πράξη.
4. Τὸ εὐρωπαϊκὸν δίκαιον καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς ἐλευθέρας συγκαταθέσεως
Σύμφωνα μὲ τὸν Κανονισμὸ (ΕΕ) 2016/679 (GDPR), ἡ ἐπεξεργασία προσωπικῶν δεδομένων εἶναι νόμιμη μόνον ἐφόσον βασίζεται σὲ ἐλεύθερη, συγκεκριμένη καὶ ἐν πλήρει ἐπίγνωση συγκατάθεση τοῦ ὑποκειμένου.
Ἡ θέσπιση τοῦ Π.Α. ὡς ὑποχρεωτικῆς προϋπόθεσης γιὰ τὴν πρόσβαση σὲ δημόσιες ὑπηρεσίες, ἰατρικὴ περίθαλψη ἢ κοινωνικὰ δικαιώματα παραβιάζει αὐτὴν τὴν ἀρχή. Ὅταν ἡ συγκατάθεση εἶναι προϋπόθεση γιὰ τὴν ἄσκηση βασικῶν δικαιωμάτων, παύει νὰ εἶναι ἐλεύθερη — γίνεται ἐξαναγκασμὸς μὲ θεσμικὸ προσωπεῖο.
Τὸ Δικαστήριο τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης (C-252/21, Meta Platforms Ireland) ἔχει ἀποφανθεῖ ὅτι ἡ “ἀναγκαστικὴ ἀποδοχὴ” ὅρων ἐπεξεργασίας δεδομένων συνιστᾶ παραβίαση τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ GDPR. Ἑπομένως, ἡ ἑλληνικὴ πολιτεία ὀφείλει νὰ διασφαλίσει ὅτι ἡ συμμετοχὴ στὸ σύστημα Π.Α. θὰ εἶναι προαιρετικὴ καὶ ὅτι δὲν θὰ συνδέεται μὲ στέρηση δικαιωμάτων.
5. Ἡ συνταγματικὴ θέσις τοῦ Προεδρικοῦ Διατάγματος
Τὸ Π.Δ. ἀποτελεῖ κανονιστικὴ πράξη δευτερογενοῦς νομοθεσίας, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ περιορίσει δικαιώματα πέραν τῶν ὁρίων τοῦ νόμου καὶ τοῦ Συντάγματος. Ἂν καὶ στηρίζεται σὲ ἐξουσιοδότηση τοῦ Ν. 4727/2020, ἡ ἐπιβολὴ καθολικῆς ὑποχρεωτικότητας δὲν προβλέπεται ρητὰ στὸν νόμο — συνεπῶς ὑπερβαίνει τὴν ἐξουσιοδότηση καὶ εἶναι ἀντισυνταγματική.
Ἡ ἀρχὴ τῆς νομιμότητας τῆς διοικητικῆς δράσης (ἄρθρο 26 Συντ.) ἐπιβάλλει ὅτι κάθε διοικητικὴ πράξη πρέπει νὰ ἔχει σαφῆ νομικὴ βάση καὶ νὰ μὴ εἰσάγει νέους περιορισμοὺς θεμελιωδῶν δικαιωμάτων. Ἡ ὑποχρεωτικὴ ἑνοποίηση ὅλων τῶν προσωπικῶν δεδομένων ὑπὸ κρατικὴ διαχείριση συνιστᾶ περιορισμὸ τέτοιας φύσεως, ποὺ μόνο ὁ νομοθέτης θὰ μποροῦσε νὰ ἐπιβάλει — καὶ μάλιστα μὲ αὐξημένες ἐγγυήσεις, ὄχι μέσῳ διοικητικοῦ διατάγματος.
6. Ἡ δημοκρατικὴ διάστασις τῆς ἰδιωτικότητος
Ἡ ἰδιωτικότητα δὲν εἶναι “πολυτέλεια” ἢ “ἀναχρονισμός”. Εἶναι προϋπόθεση τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς πολιτικῆς συμμετοχῆς. Χωρὶς ἰδιωτικὸ χῶρο, χωρὶς δικαίωμα στὴ λήθη καὶ χωρὶς αὐτοδιάθεση τῶν προσωπικῶν δεδομένων, ὁ πολίτης καθίσταται πλήρως διαφανὴς πρὸς τὸ κράτος, ἀλλὰ ἀόρατος ὡς πρόσωπο.
Ἡ ὑποχρεωτικότητα τοῦ Π.Α. ἐγκυμονεῖ τὸν κίνδυνο δημιουργίας ἑνὸς “ψηφιακοῦ Λεβιάθαν”: μίας διοίκησης ποὺ γνωρίζει, παρακολουθεῖ καὶ προεξοφλεῖ κάθε πράξη τοῦ πολίτη. Τὸ Συνταγματικὸ Κράτος δὲν μπορεῖ νὰ μετατραπεῖ σὲ κράτος βιοτεχνολογικῆς κυριαρχίας, ὅπου ἡ ὑπακοὴ στὸν ἀλγόριθμο ἀντικαθιστᾶ τὴ συναίνεση τοῦ πολίτη.
7. Συμπέρασμα
Ἡ θεσμοθέτηση τοῦ Προσωπικοῦ Ἀριθμοῦ μπορεῖ νὰ ὑπηρετεῖ θεμιτοὺς σκοποὺς διοικητικῆς ὀργάνωσης, ἀλλὰ ὁ ὑποχρεωτικὸς χαρακτήρας του ἀντιστρατεύεται τὸ Σύνταγμα, τὸ εὐρωπαϊκὸ δίκαιο καὶ τὴ φιλελεύθερη παράδοση τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους δικαίου.
Ἡ λύση δὲν βρίσκεται στὴν ἀπόρριψη τῆς τεχνολογίας, ἀλλὰ στὴ θέσπιση ἐγγυήσεων ἐλευθερίας: στὴν ἐθελοντικὴ συμμετοχή, στὴ διαφάνεια, στὸν ἀνεξάρτητο ἔλεγχο καὶ στὴ ρητὴ κατοχύρωση τοῦ δικαιώματος μὴ ἔνταξης.
Ἡ πρόοδος χωρὶς ἐλευθερία εἶναι ψευδαίσθηση.
Ἡ τεχνολογία χωρὶς ἠθικὴ εἶναι κίνδυνος.
Καὶ τὸ κράτος δικαίου χωρὶς ὅρια, παύει νὰ εἶναι δημοκρατία.




