Tοῦ κ. Ἰωάννου Τάτση, Θεολόγου
Ὁ ἡγούμενος τῆς ἱερᾶς Μονῆς Στομίου Κονίτσης, ὁ πατὴρ Κοσμᾶς, ὁ καλόγερος, ὅπως συνήθιζαν νὰ τὸν ἀποκαλοῦν κυρίως οἱ Κάτω Κονιτσιῶτες, ἐκοιμήθη στὶς 23 Φεβρουαρίου 2025 καὶ σὲ λίγες μέρες θὰ τελεστεῖ τὸ τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνό του. Ὑπῆρξε ἄνθρωπος ἁπλός, φίλος τῆς ἡσυχίας, ὀλιγομίλητος, ἀνδρεῖος, διακριτικὸς σὲ ὅλα καὶ κυρίως σὲ ὅσα συμβούλευε τὰ πνευματικά του τέκνα, αὐτοδίδακτος ἡσυχαστής, ὀλιγαρκὴς καὶ πρᾶος. Ἂν καὶ ἀπέφευγε νὰ διδάσκει τοὺς ἄλλους, μερικὲς ἀπὸ τὶς ἀπαντήσεις του σὲ ἐρωτήματα πιστῶν ἔχουν μείνει ἀνεξίτηλες σὲ ὅσους εἴχαμε τὴ μεγάλη εὐλογία νὰ ζήσουμε κοντά του.
“Ποτέ μου δὲν μετάνιωσα ποὺ δὲν μίλησα” ἔλεγε, γιὰ νὰ διδάξει ὅτι ὅποιος κρατᾶ τὸ στόμα του κλειστὸ ἀποφεύγει τὴν κατάκριση, τὶς συγκρούσεις χωρὶς λόγο, τὶς διαφωνίες καὶ τὶς ἄσκοπες συνομιλίες. Στὴν τράπεζα τῆς Μονῆς Στομίου, ὅπου συνέτρωγαν μοναχοὶ καὶ λαϊκοὶ ἐπισκέπτες, τὶς περισσότερες φορὲς παρακολουθοῦσε σιωπηλὸς τὶς συζητήσεις μεταξὺ τῶν ἐπισκεπτῶν, ἐνῶ σπανιότερα παρενέβαινε λέγοντας τὴ γνώμη του μὲ λίγες μόνο λέξεις, ἐὰν ἐπρόκειτο γιὰ θέμα ἄξιο λόγου, πνευματικό, ἐκκλησιαστικὸ ἢ ἐθνικό. Ὅταν τὸν ρωτοῦσαν τὴ γνώμη του γιὰ κάποιο ζήτημα ἄλλοτε τὴν ἔλεγε καὶ ἄλλοτε, ἐὰν τὸ θέμα δὲν ἦταν σημαντικὸ ἢ δὲν ἀφοροῦσε ἄμεσα τοὺς παρόντες συνομιλητές, ἄλλαζε τὴν συζήτηση. Ὅταν ἔβλεπε πὼς ἡ συζήτηση ξεστράτιζε σὲ θέματα τῆς ἐπικαιρότητας, πολιτικὰ ἢ ἄλλα ἀδιάφορα ἀπὸ πνευματικῆς ἄποψης, ἔβαζε τέλος στὴ συζήτηση καὶ σηκωνόταν γιὰ τὴν εὐχαριστήρια προσευχὴ μετὰ τὸ γεῦμα ἢ τὸ δεῖπνο.
Στὰ νέα παιδιὰ ἤθελε πολὺ νὰ ἐμφυσήσει τὴν ἀνδρεία καὶ τὴν ὄρεξη γιὰ πνευματικὸ ἀγώνα. Πολεμοῦσε τὴ νωχελικότητα καὶ τὴν καλοπέραση καὶ ἔλεγε χαρακτηριστικὰ σὲ ὅλους: “Νὰ μὴ σᾶς βρίσκει ὁ ἥλιος στὸ κρεβάτι”, ἐννοώντας ὅτι θὰ πρέπει νὰ σηκώνονται ἀπὸ τὸν ὕπνο πρὶν ἀκόμη ἀνατείλει ὁ ἥλιος. Ὅταν μάλιστα ἕνας νέος τοῦ εἶπε χαριτολογώντας ὅτι δὲν τὸν βρίσκει ὁ ἥλιος στὸ κρεβάτι, γιατί κλείνει τὶς γρίλιες στὰ παράθυρα, ἐκεῖνος δὲν φάνηκε νὰ συμμερίζεται τὸ ἀστεῖο καὶ ἐπέμεινε: “Ἄφησέ τα αὐτά. Νὰ σηκώνεσαι πρωΐ. Νὰ ἔχεις τὴ μέρα μπροστά”. Ὁ ἴδιος ἦταν πραγματικὸ νυκτοπούλι. Κοιμόταν λίγες ὧρες καὶ ἀγαποῦσε νὰ βλέπει τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἥλιου. Ἤξερε μάλιστα στὸ μοναστήρι του τὸ ἀκριβὲς σημεῖο ποὺ ἐμφανίζεται ὁ ἥλιος κατὰ τὴν ἀνατολὴ σὲ κάθε ἐποχὴ καὶ μῆνα τοῦ χρόνου. Γιὰ τοὺς μοναχοὺς ἀκόμη περισσότερο ἔλεγε ὅτι ταιριάζουν τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Παϊσίου ὅτι “ἡ νύκτα δὲν εἶναι ποτὲ μεγάλη γιὰ τὸν μοναχό”, δηλαδὴ ὁ χρόνος δὲν φτάνει ποτὲ γιὰ τὴ βραδινὴ περισυλλογή, τὴν προσευχὴ μέσα στὴ νυκτερινὴ ἡσυχία γιὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ τοὺς ἄλλους. Ὁ π. Κοσμᾶς ἔλεγε ἐπίσης συχνὰ ὅτι “τὸ ἡλιοβασίλεμα θαυμάζουν μόνο ὅσοι δὲν εἶναι ἄξιοι νὰ γευτοῦν τὴν ὀμορφιὰ τῆς ἀνατολῆς”, ἐπειδὴ ὁ ὕπνος τοὺς κρατάει κοιμισμένους στὸ κρεβάτι.
Ὁ π. Κοσμᾶς ἦταν ἄνθρωπος μὲ μεγάλη σωματικὴ δύναμη καὶ πολλὴ ἀντοχή. Νεότερος κουβαλοῦσε πολλὰ ὑλικὰ γιὰ τὴν ἀνοικοδόμηση καὶ ἀνακαίνιση τῆς Μονῆς Στομίου μὲ τὰ χέρια του, φόρτωνε μὲ δεξιοτεχνία μουλάρια καὶ ἄλογα σηκώνοντας τσιμέντα, τσουβάλια μὲ ἄμμο, μάρμαρα, πλάκες, βαριὰ ξύλα καὶ ἄλλα ἀπαραίτητα. Τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του, ἡ ἀσθένεια τοῦ πάρκινσον μαζὶ μὲ τὰ φυσικὰ γεράματα κατέβαλαν τὴ σωματική του δύναμη καὶ αὐτὸ ἀποτελοῦσε μία μεγάλη ταπείνωση γιὰ ἐκεῖνον, κυρίως γιατί χρειαζόταν τὴ βοήθεια ἄλλων γιὰ πολλὲς ἀπὸ τὶς καθημερινές του ἀνάγκες. Δὲν τοῦ ἄρεσε νὰ τὸν ὑπηρετοῦν καὶ μὲ δυσκολία ζητοῦσε βοήθεια. Ὡστόσο μέχρι τὴν τελευταία ἡμέρα τῆς ἐπίγειας ζωῆς του σηκωνόταν ἀπὸ τὸ κρεβάτι καὶ ἡ Παναγία δὲν ἐπέτρεψε νὰ παραμείνει κατάκοιτος. Στὸ κελλί του στὸ Στόμιο, ὅταν ἡ δυσκαμψία, ποὺ τοῦ προκαλοῦσε τὸ πάρκινσον, ἄρχισε νὰ αὐξάνει, τοποθέτησε χοντρὰ σχοινιά, κρεμασμένα ἀπὸ τὸ ταβάνι, τὰ ὁποῖα τραβοῦσε μὲ τὰ χέρια του, γιὰ νὰ σηκωθεῖ ἀπὸ τὸ κρεβάτι. Κάποιος ἀδελφὸς τὸν ρώτησε, ἂν τὰ σχοινιὰ αὐτὰ εἶναι, γιὰ νὰ κρατιέται ὄρθιος σὲ προσευχὴ καὶ ἐκεῖνος αὐθόρμητα τοῦ ἀπάντησε ὅτι τὰ σχοινιὰ εἶναι ἁπλά, γιὰ νὰ σηκώνεται ὄρθιος. Δὲν μιλοῦσε σχεδὸν ποτὲ γιὰ τὸν προσωπικό του πνευματικὸ ἀγώνα, ἀλλά, ὅταν εἶχε κάποιο πρόβλημα ἢ ὅταν κάποιος ἀσθενὴς ἢ συγγενὴς ἀσθενοῦς ἢ ἐμπερίστατου ἀδελφοῦ ζητοῦσε προσευχή, ἔλεγε σὲ κάποιους γνωστούς του ὅτι πρέπει νὰ κάνουμε προσευχὴ γιὰ τὸν τάδε. Ὅταν κάποτε τὸ πρωὶ μετὰ τὴν ἀγρυπνία γιὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Παϊσίου, κάποιος πιστὸς ζήτησε ἀπὸ ἕνα ἱερέα, ποὺ βρισκόταν στὴ Μονή, νὰ γίνει μία Παράκληση γιὰ ἕνα παιδὶ ποὺ ἔπασχε ἀπὸ σοβαρὴ ἀσθένεια, ὁ π. Κοσμᾶς παρὰ τὴν προχωρημένη ἀσθένεια καὶ ἀδυναμία του καὶ τὸν κόπο τῆς ἀγρυπνίας εἶπε: “Θὰ ἔρθω κι ἐγώ”. Τελικὰ ἀνέλαβε ὁ ἴδιος νὰ πεῖ τὰ λόγια τοῦ ἱερέα στὴν Παράκληση ποὺ ἔγινε, ἔμεινε σκυφτός, σκεπτικὸς καὶ προσευχόμενος ὅλη τὴν ὥρα καὶ μὲ πολὺ πόνο πρόφερε τὸ ὄνομα τοῦ ἀσθενῆ νέου παρακαλώντας τὴν Παναγία γιὰ ἐκεῖνον.
Αὐτὰ τὰ λίγα γράφτηκαν γιὰ τὸν μακαριστὸ πλέον πατέρα Κοσμᾶ, τὸν ἡγούμενο τῆς Μονῆς Στομίου καὶ τὸν πνευματικὸ τῆς Κόνιτσας μὲ ἀφορμὴ τὸν τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνό του. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλα πολλὰ ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ γραφτοῦν ἀπὸ ὅσα ἀκούσαμε καὶ ζήσαμε κοντά του. Δὲν εἶναι ὅμως ἀκόμη ἡ κατάλληλη στιγμὴ οὔτε ἀρκεῖ ἕνα ἄρθρο, γιὰ νὰ γραφτοῦν ὅλα αὐτά.
Γιὰ πολλοὺς ἀπὸ ὅσους γνωρίσαμε τὸν π. Κοσμᾶ ἡ ἀναχώρησή του ἀπὸ τὸν πρόσκαιρο τοῦτο κόσμο μᾶς γέμισε λύπη πολλή, κυρίως γιατί χάσαμε τὸν πνευματικό μας πατέρα κι ὁδηγό, τὸ πνευματικό μας στήριγμα. Ἡ κοίμησή του ὅμως ἦλθε ὅταν ἔφτασε γιὰ ἐκεῖνον τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἡ κατάλληλη στιγμή, ἀφοῦ τὸν τελευταῖο καιρὸ δοκιμάστηκε πολὺ ἀπὸ τὴν ἀσθένειά του, ὑπέμεινε καρτερικὰ καὶ τελικὰ ἥσυχα καὶ ἁπλά, ὅπως ἔζησε ὅλη του τὴ ζωή, ἀναχώρησε γιὰ τὴ μόνιμη οὐράνια πατρίδα μας. Τὴν εὐχή του νὰ ἔχουμε.




