«Ὁ Αὐγουστῖνος καὶ ἡ Ἁγία Τριάδα: Ἀπόλυτη καὶ Σχεσιακὴ Κατηγόρηση»

Share:

Τοῦ κ. Παντελεήμονος Τομάζου, Ὑπ. Διδάκτορος Δογματικῆς Θεολογίας

  Ὁ Αὐγουστῖνος θέλει νὰ μᾶς ἐξηγήσει τὸ πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ Θεὸς νὰ εἶναι Ἕνα καὶ συνάμα Τρία.

  Ὁ Θεὸς εἶναι οὐσία, καθότι εἶναι ἀμετάβλητος. Συνεπῶς, ὅ,τι λέγεται γιὰ τὸν Θεὸ δὲν εἶναι μόνο οὐσία, ἀλλιῶς θὰ ἦταν μονοπρόσωπος ἢ μονοϋπόστατος.

  Ἔχουμε δύο εἴδη κατηγόρησης στὸ Θεό: τὴν κατηγόρηση κατὰ τὴν οὐσία καὶ τὴν κατηγόρηση κατὰ τὴν ἀναφορά. Ἡ κατ’ οὐσίαν κατηγόρηση λέγεται ἀπόλυτη, ἐνῶ ἡ κατηγόρηση κατὰ τὴν ἀναφορὰ λέγεται καὶ σχεσιακή.

  Ἂς δώσουμε ἕνα παράδειγμα ἀπόλυτης κατηγόρησης, γιὰ νὰ γίνουμε πιὸ σαφεῖς. Τὸ ἀγαθόν, τὸ μεγάλο καὶ τὸ σοφὸ ἐμπίπτουν στὴν ἀπόλυτη κατηγόρηση. Ὁ Θεὸς δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀγαθός, μεγάλος καὶ σοφὸς κατὰ μετοχή, καθότι εἶναι τέλειος. Συνεπῶς, ὁ Θεὸς εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἀγαθότητα, ἡ ἴδια ἡ μεγαλωσύνη καὶ ἡ ἴδια ἡ σοφία. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὅ,τι λέγεται ἀπολύτως στὸ Θεὸ ταυτίζεται μὲ τὴ θεία οὐσία. Ἡ ἀγαθότητα, ἡ μεγαλωσύνη καὶ ἡ σοφία εἶναι ἡ ἴδια ἡ θεία οὐσία. Ὅλα τὰ θεῖα ἰδιώματα ταυτίζονται μὲ τὴ θεία οὐσία. Ἐδῶ, βλέπουμε τὸν Αὐγουστῖνο νὰ διαφοροποιεῖται ἀπὸ τοὺς Καππαδόκες Πατέρες, οἱ ὁποῖοι δὲν ταυτίζουν τὰ θεῖα ἰδιώματα ἢ ἐνέργειες μὲ τὴ θεία οὐσία.

  Γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὴ σχεσιακὴ κατηγόρηση, πρέπει πρῶτα νὰ μιλήσουμε γιὰ τὸ συμβεβηκός. Στὸ Θεὸ δὲν μπορεῖ νὰ ἀποδοθεῖ κανένα συμβεβηκός, ποιότητα ἢ ποσότητα, γιατί, ὅπως εἴπαμε, εἶναι ἀμετάβλητος. Ἔτσι, ὁ Αὐγουστῖνος θὰ χρησιμοποιήσει μία τρίτη κατηγορία, ἡ ὁποία θὰ βρίσκεται μεταξύ τῆς οὐσίας καὶ τοῦ συμβεβηκότος, αὐτὴ τῆς σχέσης.

  Ἡ σχέση δηλώνει ἀναφορὰ μεταξὺ δύο ὅρων. Ὁ Πατὴρ εἶναι Πατὴρ, ἐπειδὴ ἀναφέρεται στὸν Υἱό, ἐνῶ ὁ Υἱὸς εἶναι Υἱὸς, ἐπειδὴ ἀναφέρεται στὸν Πατέρα. Ἑπομένως, αὐτὲς οἱ σχέσεις δὲν εἶναι συμβεβηκότα, γιατί ὁ Πατὴρ δὲν ὑπῆρχε καιρὸς κατὰ τὸν ὁποῖο δὲν ἦταν Πατήρ, ὅπως καὶ ὁ Υἱὸς δὲν ὑπῆρχε καιρὸς κατὰ τὸν ὁποῖο δὲν ἦταν Υἱός. Ἂν ὁ Πατὴρ εἶναι πάντοτε Πατήρ, τότε θὰ πρέπει νὰ ἀναφέρεται πάντοτε στὸν Υἱό. Ἄρα, ἡ σχέση μέσα στὸ Θεὸ δὲν εἶναι συμβεβηκός, καθότι παραμένει αἰώνια. Ὅπως εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς στὴν Καινὴ Διαθήκη στοὺς μαθητές: «Ἐγὼ καὶ ὁ Πατήρ μου εἴμαστε ἕνα πρᾶγμα». Αὐτὸ τὸ ἕνα πρᾶγμα δηλώνει τὸ θεῖο εἶναι ἡ οὐσία, ἐνῶ τὸ ἐγὼ καὶ τὸ Πατὴρ δηλώνουν μία ἀμοιβαία σχέση.

  Μένει τώρα νὰ διαλευκανθεῖ τὸ τί εἴδους σχέση ἔχει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μὲ τὸν Πατέρα καὶ μὲ τὸν Υἱό. Οἱ ὅροι Ἅγιος καὶ Πνεῦμα μποροῦν νὰ κατηγορηθοῦν ἀπολύτως, ἤτοι σημαίνοντας τὴ θεία οὐσία, γιατί ὅλα τὰ πρόσωπα εἶναι ἅγια καὶ πνεῦμα. Ὅταν ὅμως βρίσκονται ὁ ἕνας ὅρος δίπλα στὸν ἄλλο, ἀναφέρονται στὴν τρίτη ὑπόσταση τῆς Ἁγίας Τριάδας (Ἅγιο + Πνεῦμα = Ἅγιο Πνεῦμα). Αὐτὸ δὲν ἀρκεῖ, ὅμως, γιὰ νὰ δείξει τὸ τί εἴδους σχέση ἔχει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μὲ τὰ ἄλλα δύο θεῖα πρόσωπα. Ἔτσι, ὁ Αὐγουστῖνος θὰ παραλληλίσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὡς δῶρο, γιατί τὸ δῶρο παραπέμπει τόσο στὸ δωρητὴ ὅσο καὶ σὲ αὐτὸν ποὺ τὸ λαμβάνει. Συνεπῶς, ἐὰν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι δῶρο, τότε θὰ πρέπει νὰ ἔχει μία ἀμοιβαία σχέση μὲ τὸ δωρητή. Ἔτσι, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι μία ἄρρητη κοινωνία μεταξύ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ, θεωρούμενη ὡς τὸ ἀμοιβαῖο δῶρο τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ.

  Ὁ Πατὴρ δὲν εἶναι ἀρχὴ μόνο ἐκείνου ποὺ γέννησε, δηλαδὴ τοῦ Υἱοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐκείνου στὸ ὁποῖο δωρίζει, δηλαδὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γιὰ νὰ μὴ ταυτιστεῖ ἡ γέννηση μὲ τὸ δῶρο, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θὰ πρέπει νὰ ἐκπορεύεται καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ. Ὅμως, ὁ Πατὴρ εἶναι ἡ μόνη ἀρχὴ στὴ θεότητα. Ἔτσι, ὁ Πατὴρ κοινοποιεῖ τὴν ἐκπορευτικὴ του ἰδιότητα στὸν Υἱό. Ὁ Πατὴρ ἐκπορεύει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δῶρο ἐξ ἀρχῆς (principaliter), ἐνῶ ὁ Υἱὸς τὸ ἐκπορεύει κοινοποιητικῶς (comuniter), λαμβάνοντας τὴν ἐκπόρευση ἀπὸ τὸν Πατέρα.

  Αὐτὸ ὁδηγεῖ στὸ Filioque, τὴν μεγαλύτερη βασικὴ δογματικὴ διαφορὰ μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων καὶ τῶν Λατίνων. Οἱ Ἕλληνες Πατέρες, ὅμως, οὐδέποτε προσπάθησαν νὰ ἐντοπίσουν τὴ διαφορὰ μεταξύ τῆς γέννησης καὶ τῆς ἐκπόρευσης, βάζοντάς τις σὲ ἀμοιβαία ἢ ἀγαπητικὴ σχέση. Ἁπλῶς ἀνέφεραν ὅτι ἀμφότερες οἱ αἰτιατὲς ὑποστατικὲς πρόοδοι προέρχονται ἀπὸ τὸν ἀναίτιο Πατέρα. Ἔτσι, ὁ Υἱὸς προέρχεται ἀπὸ τὸν Πατέρα γεννητῶς καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα προέρχεται ἀπὸ τὸν Πατέρα μὲ τὸν τρόπο τῆς ἐκπόρευσης, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ἕνα ἄλλο αἰτιατὸ τρόπο ὕπαρξης πλήρως ἄγνωστο γιὰ τὴν ἀνθρώπινη διάνοια.

  Ἐπιπλέον, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι δῶρο ὄχι μόνον ἐντὸς, ἀλλὰ καὶ ἐκτός τῆς Ἁγίας Τριάδας. Εἶναι δῶρο ἐπειδὴ ἀποστέλλεται στὴν κτιστὴ πραγματικότητα. Εἶναι δῶρο ἀπὸ τὴν αἰωνιότητα, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ ἐὰν ὁ παραλήπτης τὸ ἔχει λάβει ἢ ὄχι. Δὲν μεταβάλλεται τὸ λαμβανόμενο, ἀλλὰ ὁ λήπτης. Γιὰ τὴν ἑλληνικὴ πατερικὴ θεολογία τὰ δῶρα εἶναι οἱ κοινὲς ἄκτιστες ἐνέργειες (καθαρτικές, φωτιστικὲς καὶ θεοποιητικὲς) ποὺ ἀποστέλλει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μαζὶ μὲ τὸν Υἱὸ καὶ τὸν Πατέρα στὴν κτιστὴ πραγματικότητα καὶ ὄχι τὸ Ἅγ. Πνεῦμα ὡς πρόσωπο ἢ ὑπόσταση.

  Κλείνοντας, τὸ προσωπικὸ χαρακτηριστικό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ὅτι εἶναι ἡ κοινωνία τῶν δύο πρώτων προσώπων τῆς θεότητας, ἡ ἀμοιβαία ἀγάπη τους. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἡ ἀγάπη μὲ τὴν ὁποία ὁ Πατὴρ ἀγαπᾶ τὸν Υἱό, αὐτὸ ποὺ ἑνώνει τὸν ἀγαπῶντα μὲ τὸν ἀγαπώμενο. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, κατὰ τὸν Αὐγουστῖνο, εἶναι ἡ χαρὰ ποὺ προέρχεται ἀπὸ αὐτὴν τὴν αἰώνια ἀγαπητικὴ κοινωνία τῶν δύο πρώτων προσώπων. Μὲ ἄλλα λόγια, εἶναι ἡ ἄρρητη ἀγκαλιὰ τοῦ Πατρὸς πρὸς τὴν εἰκόνα του, τὸν Υἱὸ καὶ γι’ αὐτὸ ἀποτελεῖ τὸ σημεῖο ἑνότητά των. Συμπεραίνεται, λοιπόν, ὅτι στὸν Αὐγουστῖνο, ὅπως καὶ στὴν ρωμαιοκαθολικὴ θεολογία, ἡ ἀγάπη εἶναι εἴτε οὐσία εἴτε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ὡστόσο, ἡ ἀγάπη γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία δὲν εἶναι προσωπικὸ ἰδίωμα μήτε ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ φυσικό. Ἡ ἀγάπη εἶναι μία ἀπὸ τὶς πολλὲς ἄκτιστες θεῖες ἐνέργειες καὶ τίποτε περισσότερο.

Previous Article

O Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς ενημερώνει για την “θρησκεία” του Ισλάμ.

Next Article

Τὰ σκάνδαλα τὰ ὁποῖα ἀπεκάλυψαν τὴν ἀπάτην τῆς Θεοσοφίας