Τοῦ κ. Εὐλαλίου Θωμαΐδη, θεολόγου
Συνήθως, ὅταν γίνεται λόγος γιὰ τὶς διαφορὲς μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ Λατίνων, ἀναφερόμαστε κατὰ κύριο λόγο στὸ πρωτεῖο τοῦ Πάπα, στὸ filioque καὶ στὸ actus purus, δηλαδὴ στὴν ταύτιση μεταξὺ τῆς θείας οὐσίας καὶ τῶν ἀκτίστων θείων ἐνεργειῶν. Ὅμως, οἱ διαφορές μας μὲ τοὺς Λατίνους δὲν εἶναι μόνο αὐτὲς οἱ τρεῖς, πρᾶγμα ποὺ θὰ δειχτεῖ ἐπαρκῶς στὸ παρὸν κείμενο. Σήμερα θὰ σχολιάσουμε μερικὰ σημεῖα τοῦ βιβλίου στὴν ἀγγλικὴ γλώσσα τοῦ ρωμαιοκαθολικοῦ δομινικανοῦ J. T. White μὲ τίτλο The Light of Christ. An Introduction to Catholicism.
Γράφει ὁ δομινικανὸς θεολόγος ὅτι, μὲ τὴν ἐνσάρκωση, ὁ Θεὸς ἔζησε ἀνάμεσά μας ὡς ἄνθρωπος σὲ μία συγκεκριμένη ἱστορικὴ ἀτομικότητα (T. J. White, The Light of Christ. An Introduction to Catholicism, The Catholic University of America Press, Washington, D.C. 2017, σελ. 153). Αὐτὴ ἡ φράση εἶναι ἐπικίνδυνη, καθότι μπορεῖ νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὸ νεστοριανισμό. Ὁ Λόγος δὲν ζεῖ σὲ μία ἀτομικότητα, καθότι ἡ υἱότητα εἶναι μία. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ γίνεται Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου. Ἕνας εἶναι ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος, διὰ τὴν ἡμῶν σωτηρία, σαρκώνεται. Ἡ Θεία Υἱότητα, ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἅγ. Ἰωάννης Δαμασκηνός, παχύνεται καὶ γίνεται σάρκα, παραμένοντας αὐτὸ ποὺ εἶναι, δηλαδὴ Θεός. Ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ δὲν ζεῖ σὲ καμία ἄλλη ἀνθρώπινη ἀτομικότητα, καθότι ἡ ἕνωση στὸ Χριστὸ δὲν εἶναι σχετική, βουλητικὴ ἢ ἐνεργειακή, ἀλλὰ ὑποστατική.
Στὴ συνέχεια, ὁ δομινικανὸς μοναχὸς γράφει ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ ἀνθρώπινο παράδειγμα τῆς ἠθικῆς τελειότητας καὶ ὅτι κάνει ἄσκηση (T. J. White, The Light of Christ. An Introduction to Catholicism, The Catholic University of America Press, Washington, D.C. 2017, σέλ. 156). Μεγαλύτερη ἀπερισκεψία ἀπὸ αὐτὴ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ὑποστηριχθεῖ. Ὅταν κάποιος ὑποστηρίζει ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἠθικὸ ὂν ἢ ἀσκητής, τὸν μετατρέπει ἀναπόφευκτα σὲ κοινὸ ἄνθρωπο ποὺ εἴτε ὑπερέβη τὴν ἁμαρτία διὰ ἀγῶνος, εἴτε ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ ἁμαρτήσει καὶ ἔτσι καταλύει τὴν ὑποστατικὴ ἕνωση. Ὁ Ἅγ. Ἰωάννης Δαμασκηνός, ὅμως, ἀναφέρει ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι ἀσκητὴς (βλ. PG 77, 1152C). Ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἅγ. Ἰωάννης, ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ προαίρεση, σκέψη, γνώμη, ἐλεύθερη ἐκλογὴ καὶ νήψη! Ἄλλο νὰ πεῖ κάποιος ὅτι ὁ Χριστὸς νήστεψε ἢ προσευχήθηκε (ἐξ ὀνόματός μας), ὅπως πράγματι ἔκανε, γιὰ νὰ μᾶς δώσει παράδειγμα, καὶ ἄλλο νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι ἀσκήτευε κατὰ τὴν ἐπίγειά του παρουσία. Ἐξάλλου, ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἅγ. Μάξιμος Ὁμολογητής, ἡ ἄσκηση ἐπινοήθηκε, γιὰ νὰ ἀποδιώξει τὴν πλάνη ποὺ εἰσῆλθε διὰ τῶν αἰσθήσεων στὴν ἀνθρώπινη φύση, καλύπτοντας τὸ φυσικό της κάλλος (βλ. Μάξιμος Ὁμολογητής, Ζήτησις μετὰ Πύρρου, PG 91, 309Β-312A). Τὸ νὰ ὑποστηρίζουμε ὅτι ὁ Χριστὸς ἀσκήτευε ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ νὰ τοῦ ἀποδίδουμε ἠθικὲς ποιότητες καί, ἐντέλει, μὲ τὸ νὰ τὸν καθιστοῦμε ἁμαρτωλὸ ποὺ ὑπερέβη τὰ πάθη του (αἵρεση τοῦ υἱοθετισμοῦ) ἢ δυνάμενο νὰ ἁμαρτήσει (αἵρεση τοῦ νεστοριανισμοῦ).
Ἄλλο προβληματικὸ σημεῖο ποὺ ἐντόπισα στὸ παρὸν βιβλίο τοῦ δομινικανοῦ θεολόγου εἶναι ὅτι ὑποστηρίζει πὼς ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι παντοδύναμη (T. J. White, The Light of Christ. An Introduction to Catholicism, The Catholic University of America Press, Washington, D.C. 2017, σελ. 152). Τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο μᾶς ἀναφέρει ὁ Ἅγ. Ἰωάννης Δαμασκηνὸς στὴν Ἔκδοση Ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Παραθέτουμε τὰ λόγια τοῦ ἁγίου μας σὲ νεοελληνικὴ μετάφραση: Ἡ ἀνθρώπινη θέλησή Του, ἂν καὶ εἶχε ἀρχὴ στὸν χρόνο καὶ ὑπάγονταν στὶς φυσικὲς καὶ ἄμεμπτες παθήσεις, δὲν ἦταν κατὰ φύση παντοδύναμη. Ὅμως, ἐπειδὴ ἀνῆκε στὸν Θεῖο Λόγο, ἔγινε πραγματικὰ καὶ κατὰ φύση ἐπίσης παντοδύναμη (βλ. Ἰωάννης Δαμασκηνός, Ἔκδοση Ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, 62, KOTTER II, σελ. 160).
Στὴ συνέχεια, ὁ δομινικανὸς θεολόγος ἀναφέρει ὅτι ὁ Θεὸς χορηγεῖ στοὺς ἀνθρώπους μία κτιστὴ ἕξη, γνωστὴ καὶ ὡς habitual grace, οὕτως ὥστε νὰ μᾶς κάνει ἱκανοὺς νὰ πιστεύουμε στὸ Χριστὸ καὶ στὴν ἀποστολικὴ μαρτυρία (ὅπ.π., σελ. 198). Ἡ δωρισμένη ἕξη ἤ, ἀλλιῶς, συνήθεια, κατὰ τὴ θωμιστικὴ θεολογία, εἶναι μία κτιστὴ διάθεση νὰ ἐπιθυμοῦμε νὰ δοῦμε τὸ Θεὸ στὴν ἄλλη ζωὴ πρόσωπο πρὸς πρόσωπο, δηλαδὴ κατὰ τὴν οὐσία (ὅπ.π., σελ. 202). Συνεχίζει ὁ δομινικανὸς γράφοντας πὼς ἡ ὅραση τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι διὰ τῶν αἰσθήσεων. Ἡ κτιστὴ χάρη ποὺ χορηγεῖται ἀπὸ τὸ Θεὸ στὴν ψυχὴ τὴν προετοιμάζει, οὕτως ὥστε ἐκείνη νὰ δεῖ διανοητικὰ τὴν ἴδια τὴ θεία οὐσία στὴν πέραν τοῦ τάφου ζωὴ (T. J. White, The Light of Christ. An Introduction to Catholicism, The Catholic University of America Press, Washington, D.C. 2017, σσ. 273-274).
Τώρα θὰ δοῦμε πῶς ἀπαντᾶμε ὡς ὀρθόδοξοι στὴν ἀνωτέρω παράγραφο. Ἡ ἕξη εἶναι μία ἐπαναλαμβανόμενη πράξη ποὺ γίνεται συνήθεια ἔπειτα ἀπὸ ἐπιλογή. Ἡ ἐπιλογὴ εἶναι διαφοροποίηση ἀπὸ τὶς φυσικὲς ἀρετές. Ἄρα, ἡ μόνη ἀληθινὴ ἕξη εἶναι ἡ ἁμαρτία, ἡ ὁποία γίνεται κάτι σὰ δεύτερη φύση μετὰ ἀπὸ πολλὲς ἐπαναλήψεις. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἅγ. Ἰωάννης Δαμασκηνὸς μιλάει γιὰ ὀσμὴ τῆς ἁμαρτίας. Πρόκειται γιὰ αὐτὸ ποὺ μᾶς θυμίζει ποιὲς ἁμαρτίες πράξαμε καὶ εἴτε μποροῦμε νὰ τοῦ ἐνδώσουμε εἴτε νὰ τοῦ ἀντισταθοῦμε καθαιρόμενοι διὰ τῆς ἀσκήσεως. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος καθαίρεται, ἐνεργεῖ παράλληλα μὲ τὶς φυσικὲς ἀρετὲς καὶ κινήσεις. Μποροῦμε νὰ τὶς καλέσουμε καὶ αὐτὲς ἕξεις, ἀλλὰ φυσικές, ἐνῶ ἡ ἁμαρτία μπορεῖ νὰ κληθεῖ προσωπικὴ ἕξη. Οἱ φυσικὲς ἕξεις ἢ ἀρετὲς δὲν εἶναι ἡ θεία χάρη. Ἡ θεία χάρη εἶναι ἡ ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔρχεται νὰ ἐνοικήσει σὲ ὅποιον ἔχει ἀπαλλαχθεῖ ἀπὸ τὶς προσωπικές του ἕξεις ἢ σὲ ὅποιον ἀγωνίζεται ἐναντίον τους. Οἱ Λατῖνοι συγχέουν τὸ φυσικὸ μὲ τὸ ὑπερφυσικό, κάνοντας στὴν πραγματικότητα ἀδύνατη τὴ διάκριση μεταξὺ κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου. Κάνοντας οἱ Λατῖνοι τὴ θεία χάρη ἕξη, στὴν πραγματικότητα τὴ μετέτρεψαν σὲ κτιστὴ ἀρετὴ καὶ γι’ αὐτὸ τὴν ὀνομάζουν μὲ τὸν κάκιστο ὅρο δύναμη ὑπακοῆς (potenza obbedienziale). Ἡ δύναμη ὑπακοῆς (δυστυχῶς δὲν βρίσκω ἄλλη καλύτερη μετάφραση) εἶναι αὐτὸ ποὺ σὲ κάνει νὰ μὴ μπορεῖς νὰ ἀρνηθεῖς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ δὲν μπορεῖς νὰ ἀρνηθεῖς στὸν Θεὸ δὲν εἶναι ἄκτιστο, δηλαδὴ ἡ θεοποιὸς ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος, ἀλλὰ μία κτιστὴ ἁγιαστικὴ χάρη, κάτι σὰν ὑπερφυσικὴ ἀρετή. Ἀκόμη, τὸ ἀνθρώπινο σῶμα, ὅταν ὁ νοῦς εἶναι θεώμενος, ὁρᾶ κυριολεκτικὰ τὸ Θεό, σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγ. Γρηγόριο Παλαμᾶ (Γρηγόριος Παλαμᾶς, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων 1, 3, 36, Π. Χρήστου Α΄, σελ. 447: «Διὰ τοῦτο καὶ σωματικαῖς αἰσθήσεσιν ἀπολαύσονται τοῦ θεϊκοῦ φωτός»). Τὸ ἀντίθετο, ὅπως εἴδαμε, ἔγραψε ὁ White, ὁ ὁποῖος, ὡς θωμιστής, θεωρεῖ ὅτι ἡ μόνη δυνατὴ ὅραση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ διανοητική, πρᾶγμα ποὺ δὲν συναντᾶται οὔτε στὴ Βίβλο οὔτε στοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.
Τέλος, θὰ πρέπει νὰ ξέρουμε ὅτι ἡ θέα τοῦ Θεοῦ πρόσωπο πρὸς πρόσωπο δὲν ἀφορᾶ στὴ θεία οὐσία Του, ὅπως ὑποστηρίζει ὁ Αὐγουστῖνος (Augustini, De Trinitate, liber primus, 31, PL 42, 844). Πιὸ συγκεκριμένα, ἡ ἔννοια «πρόσωπο» σημαίνει: 1) τὴν κατὰ χάριν ἐπιφάνεια τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀξίους καὶ 2) τὴ φύση ἢ οὐσία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία δὲν ἐκφαίνεται ἢ φανερώνεται σὲ καμία ἀπολύτως περίπτωση. Στὴν πρώτη περίπτωση, λοιπόν, τὸ βλεπόμενο ἀπὸ τοὺς ἁγίους πρόσωπο τοῦ Θεοῦ ταυτίζεται μὲ τὴν ἄκτιστη οὐσιώδη ἢ φυσικὴ ἐνέργεια τῆς ἀκτίστου θεότητας, ἐνῶ στὴ δεύτερη τὸ ἀθέατο πρόσωπο ταυτίζεται μὲ τὴ θεία ὑπερουσιότητα ποὺ ὑπάρχει σὲ τρεῖς ὑποστάσεις: στὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα (βλ. Γρηγόριος Παλαμᾶς, Ὁμιλία ΙΑ’, Εἰς τὸν Τίμιον Σταυρόν, τὴν Κυριακήν τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, 12, PG 151, 132D-133A. Γιὰ τὴν ἔννοια τοῦ προσώπου ὡς ἐνεργειακῆς ἐπιφάνειας βλ. ἀκόμη τοῦ ἰδίου, Ἀντιρρητικὸς Λόγος πρὸς Ἀκίνδυνον Ε΄, 4, 10, Π. Χρήστου Γ΄, σελ. 294: «Τοιαύτη ἐστὶν ἡ μακαριστὴ θεωρία τῶν τὴν καρδίαν κεκαθαρμένων· τοιοῦτον ἡ τοῖς χριστοειδέσιν ἀφωρισμένη θέα καὶ μέθεξις τοῦ φωτὸς τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὸν εἰπόντα, «ἐσημειώθη ἐφ’ ἡμᾶς τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου, Κύριε». «Πρόσωπον γὰρ ἀκούων Θεοῦ», φησὶν ὁ Χρυσόστομος θεολόγος, «μηδὲν σωματικὸν ὑποπτεύσης· ἐνταῦθα γὰρ τὴν ἐνέργειαν, τὴν ἐπιφάνειαν αὐτοῦ δηλοῖ»»).
Συνεπῶς, τὸ ὁραθὲν ἀπὸ τοὺς ἀξίους ἢ ἁγίους πρόσωπο τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχει καμία ὑπαρξιστικὴ ἢ περσοναλιστικὴ συμπαραδήλωση, καθότι κανένα κτιστὸ ὂν δὲν μπορεῖ νὰ μετέχει τῆς οὐσίας καὶ τῶν τριαδικῶν ὑποστάσεων ἢ προσώπων τῆς ἀκτίστου θεότητας, τουλάχιστον σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγ. Γρηγόριο Παλαμᾶ καὶ ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας (βλ. Γρηγόριος Παλαμᾶς, Ὁμιλία ΙΑ΄, Εἰς τὸν Τίμιον Σταυρόν, τὴν Κυριακὴν τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, 12, PG 151, 132D-133A).
Μὲ βάση ὅλα τὰ ἀνωτέρω ἐκτεθέντα, καθίσταται σαφὲς ὅτι οἱ διαφορές μας μὲ τοὺς Λατίνους εἶναι περισσότερες ἀπὸ ὅσες κάποιοι θέλουν νὰ μᾶς κάνουν νὰ νομίζουμε καί, πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι πλέον εἶναι ἀγεφύρωτες…




