«Σὰν τὰ καρφιὰ τοῦ σταυροῦ μου»
«Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα ἐν ἐμοὶ εἰρήνην ἔχητε. ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον». (: «Σᾶς τὰ εἶπα αὐτὰ γιὰ νὰ ἔχετε εἰρήνη ἔχοντας κοινωνία καὶ ἕνωση μαζί μου. Ἐφόσον εἶστε μέσα στὸν κόσμο, θὰ ἔχετε θλίψη. Ἀλλά ἔχετε θάρρος. Ἐγὼ ἔχω νικήσει τὸν κόσμο. Καὶ μὲ τὴ νίκη μου αὐτὴ ἐξασφάλισα καὶ γιὰ σᾶς τὸ θρίαμβο καὶ τὴ δόξα».
Λέγουν οἱ Πατέρες χωρίς θλίψεις αἰώνια Βασιλεία δέν βλέπουμε.
Ὁ Ἅγιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος τονίζει ὅτι κάθε θλίψη εἶναι μιά ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ.
«Ὅ,τι παραχωρεῖ ὁ Θεὸς νὰ τό δέχεστε σὰν φάρμακο τῆς ψυχῆς, φάρμακο πικρὸ, ἀλλὰ θεραπευτικὸ καὶ ὠφέλιμο. Τίποτα δὲν συμβαίνει τυχαῖα. Ὅλα ρυθμίζονται ἀπὸ τὴ θεία πρόνοια. Γι’ αὐτό, ὅποτε σᾶς βρίσκη κάποια θλίψη, νὰ σκέπτεστε πὼς εἶναι μιὰ ἐπίσκεψη, μιὰ ὑπόμνηση, μιὰ εἰδοποίηση τοῦ Θεοῦ γιὰ κάποιο σφάλμα σας. Νὰ Τὸν εὐχαριστῆτε καὶ νὰ διορθώνεστε».
Ὁ ὅσιος Μακάριος τῆς Ὄπτινα μᾶς ἐξηγεῖ γιά τήν ὠφέλεια τῶν θλίψεων:
«Θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι ὁ Χριστός μᾶς λέει: «Καταδέ-χθηκα τὸν σταυρὸ γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Καὶ σ’ ἐκεῖνον ποὺ θέλω νὰ τραβήξω κοντά μου, στέλνω πρῶτα-πρῶτα θλίψεις, καὶ μάλιστα τὴ μία πίσω ἀπὸ τὴν ἄλλη. Τοῦ τρυπῶ τὴν καρδιὰ μὲ βέλη βουτηγμένα στὸ πικρὸ δηλητήριο τοῦ πόνου. Αὐτὸ κάνω. Καὶ τό κάνω γιὰ νὰ πεθάνη. Νὰ πεθάνη γιὰ τὸν κόσμο, νὰ νεκρωθῆ ἀπέναντι στὴν ἀκαταμάχητη γοητεία, τὴ γλυκιὰ ἕλξη ποὺ ἀσκοῦν οἱ ἐφήμερες ἀπολαύσεις καὶ ἡ κοσμικὴ δύναμη. Ἡ μάστιγα τῶν θλίψεων εἶναι ἡ σημαία τῆς ἀγάπης μου. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο πλήγωσα τὴν καρδιά τοῦ δούλου μου Δαυίδ. Καὶ μόνο ὅταν ἡ θύελλα τῶν συμφορῶν τὸν χώρισε ἀπὸ τὸν κόσμο, ὁ νοῦς του γέμισε μὲ συνταρακτικοὺς σωτήριους λογισμούς. Μιὰ ἀπροσδόκητη, εὐλογημένη μεταστροφὴ συντελέστηκε μέσα του καὶ πλημμύρισε ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξή του…».
Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος καί ὁ πατέρας τοῦ Παύλου Μελᾶ, Μιχαήλ
Ἦταν γύρω στὸ 1890 ποὺ ὁ κατασυκοφαντημένος στὴν Αἴγυπτο, ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, ἔρχεται στὴν Ἀθήνα. Ζητᾶ θέση, ὄχι ἀρχιερέως, ἀλλὰ ἁπλοῦ ἱεροκήρυκος χωρὶς μισθό. Συναντοῦσε –ποιός;– πόρτες κλειστὲς καὶ ὑποσχέσεις. Ντρεπόταν ὁ ἅγιος, τὸν συντηροῦσε μία ἁπλὴ γριούλα.
«Ἀδελφέ μου», γράφει στὸν ἀδελφό του Χαράλαμπο στὴ Χίο, «ἀναγκάζομαι μετὰ πόνου καὶ δακρύων νὰ σέ ἐνοχλήσω εὑρισκόμενος ἐν Ἀθήναις, ἐν ἡμέραις χαλεπαῖς, περιφρονημένος καὶ ἐμπαιζόμενος παρὰ τῶν ἰσχυρῶν…». (Καὶ μὲς στοὺς ἰσχυροὺς ἦταν καὶ ἡ τότε ἐκκλησιαστικὴ ἡγεσία). Καταφεύγει στὸν Ὑπουργὸ –μετὰ ἀπὸ εἴκοσι ἀπόπειρες– Ἐκκλησιαστικῶν καὶ Παιδείας. Τοῦ ἀρνήθηκε τὴ θέση ἱεροκήρυκος, διότι «ἐτύγχανε ἀλλοδαπός» καὶ «ἐστερεῖτο τῆς ἑλληνικῆς ὑπηκοότητος». «Ἀπόμεινε πελιδνός» (κατάχλωμος), ὅπως διαβάζουμε στὸ βιβλίο «Ὁ ἅγιος τοῦ αἰώνα μας» τοῦ μακαριστοῦ Σώτου Χονδρόπουλου.
Κατεβαίνοντας τὶς σκάλες τοῦ Ὑπουργείου ὁ ἅγιος Ἱεράρχης, μὲ μάτια βουρκωμένα, συναντᾶ ἕνα ὀνομαστὸ ἄρχοντα. Ἦταν ὁ Μιχαὴλ Μελᾶς, ὁ πατέρας τοῦ Παύλου. Ὁ Μελᾶς βλέπει τὴν σεβάσμια μορφὴ τοῦ Ἁγίου, ἀντιλαμβάνεται τὴν λύπη του. Μαθαίνει τί συνέβη καὶ τοῦ ζητᾶ νὰ τὸν ἀκολουθήση στὸν Ὑπουργό. Καὶ σέ λίγο ὁ Ὑπουργὸς ὑπέγραψε τὸν διορισμό τοῦ Ἁγίου ὡς ἱεροκήρυκος στὸ νομό Εὐβοίας.
Ὁ κατασυκοφαντημένος Ἅγ. Νεκτάριος ταπεινά ὁμολογεῖ:
«Στὰ σαράντα τέσσερά μου χρόνια ὁ Θεὸς μοῦ φανέρωσε αὐτό, ποὺ θὰ μὲ κράταγε μέχρι τέλους τῆς ζωῆς μου σταθερὸ στὴ στενὴ καὶ τεθλιμμένη ὁδό, ποὺ εἶχα ἐπιλέξει:
Τὸ τῆς «ἀτιμίας πόμα καθάρσιον», ποὺ λέει καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης.
Ἀπὸ τότε μέχρι τὴν τελευταία μου ἀναπνοή, οὔτε στιγμὴ δὲ μέ ἄφησε ἡ συκοφαντία, ἡ προσβολή, ἡ περιφρόνηση.
Δὲ θέλω νὰ σοῦ μιλήσω οὔτε γιὰ περιστατικά, οὔτε γιὰ πρόσωπα. Μπορεῖ νὰ σὲ σκανδαλίσω μὲ λογισμοὺς ἀγανάκτησης καὶ κατάκρισης. Δὲ θὰ μπορέσης ἔτσι νὰ καταλάβης, ὅτι καὶ τὴ συκοφαντία καὶ τὴν προσβολὴ καὶ τὴν περιφρόνηση ἔφτασα νὰ τ’ ἀγαπήσω.
Ἀπορεῖς; Κι ὅμως, ἔμαθα νὰ τὰ βλέπω σὰν τὰ καρφιὰ τοῦ σταυροῦ μου. Αὐτὴ ἦταν ἡ ὁδὸς τῆς ἀνάστασής μου. Νά ’ναι εὐλογημένα. Μὲ ’μαθαν ν’ ἀγαπῶ, ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὴν ἀγωνία νὰ ἀρέσω, νὰ γοητεύω, νὰ τιμῶμαι. Μὲ ’μαθαν νὰ στρέφω τὸ βλέμμα στοὺς ταπεινοὺς καὶ καταφρονεμένους, στοὺς ἁπλοῦς, καθημερινοὺς καὶ ἀνώνυμους ἀνθρώπους, στὸ χρυσάφι τῆς γῆς».
Τελικά ὅ,τι παραχωρεῖ ὁ Θεός εἶναι φάρμακο τῆς ψυχῆς.




