Εἰς τὴν ἐνανθρώπησιν τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ

Share:

Τοῦ Παύλου Ἐπισκόπου Ἐμέσης

  Ἀπεδώσαμεν εἰς τὴν νεοελληνικὴν καὶ παραθέτομεν ἀκολούθως τὸ μεγαλύτερον τμῆμα τῆς ὁμιλίας, τὴν ὁποίαν ἐξεφώνησεν ὁ Ἐπίσκοπος Ἐμέσης, Παῦλος, συλλειτουργῶν μὲ τὸν Ἅγιον Κύριλλον εἰς τὴν μεγάλην Ἐκκλησίαν τῆς Ἀλεξανδρείας κατὰ τὴν ἑορτὴν τῶν Χριστουγέννων-Θεοφανείων τὸ 433 μ.Χ.

  «Ἡ Παρθένος γέννησε γιὰ χάρη μας τὸν Ἐμμανουήλ, κατὰ μὲν τὴν θεότητα ὁμοούσιο μὲ τὸν Πατέρα, κατὰ δὲ τὴν ἀνθρωπότητα ὁμοούσιο μὲ ἐμᾶς, διότι πῶς ἀλλιῶς θὰ ὀνομαζόταν «ράβδος ἐκ τῆς ρίζης Ἰεσσαί»; Πῶς «σπέρμα τοῦ Ἀβραάμ»; Πῶς «υἱὸς τοῦ Δαυίδ»; Πῶς θὰ γινόταν κατανοητὸ τὸ «ἐξ αὐτῶν κατὰ σάρκα Χριστός, ὁ ὤν ἐπὶ πάντων Θεὸς» (Ρωμ. 9,5); Πῶς θὰ ἐκλαμβάναμε τὸ τοῦ θεσπέσιου Ἀπ. Παύλου «περὶ τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ, τοῦ γενομένου ἐκ σπέρματος Δαυὶδ κατὰ σάρκα, τοῦ ὁρισθέντος Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἐν δυνάμει κατὰ Πνεῦμα ἁγιωσύνης, ἐξ ἀναστάσεως νεκρῶν, Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν» (Ρωμ. 1,3-4);

  Γέννησε λοιπὸν ἡ ἁγία Μαρία τὸν Ἐμμανουήλ, κατὰ μὲν τὴν θεότητα, ὅπως προαναφέραμε, ὁμοούσιο μὲ τὸν Πατέρα, κατὰ δὲ τὴν ἀνθρωπότητα ὁμοούσιο μὲ ἐμᾶς, κατὰ μὲν τὴν θεότητα, ἀπαθῆ, κατὰ δὲ τὴν ἀνθρωπότητα, παθητόν. Καίτοι ὁ Θεὸς Λόγος οἰκειώνεται τὰ πάθη τοῦ σώματός του, καὶ τὰ ἀναφέρει ὡς δικά του, ὡστόσο παραμένει ὁ ἴδιος ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἀπάθειας. Ἀκόμα καὶ ἂν ἀκούσεις αὐτὸν νὰ λέει «ἔδωκα τὸν νῶτον μου εἰς μάστιγας, τὰς δὲ σιαγόνας μου εἰς ραπίσματα, τὸ δὲ πρόσωπόν μου οὐκ ἀπέστρεψα ἀπὸ αἰσχύνης ἐμπτυσμάτων» μὴ θεωρήσεις ὅτι ἔπαθε αὐτὸς κατὰ τὴν δική του φύση. Οἰκειώνεται τὶς μάστιγες τοῦ δικοῦ του σώματος. Ὁ Θεὸς Λόγος παρέμεινε ἀπαθής.

  Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀντιτάσσονται στὶς θεῖες Γραφὲς καὶ στὰ ὀρθὰ δόγματα, λένε σὲ ἐμᾶς: Ἐὰν ὁ Θεὸς Λόγος εἶναι ἀπαθὴς καὶ ἄτρεπτος καὶ ἀναλλοίωτος, πῶς ὁ Λόγος ἔγινε σάρκα; Ἄκουσε ἀγαπητέ, «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο» χωρὶς ὅμως νὰ συμβεῖ σὲ αὐτὸν μετάπτωση σὲ σάρκα. Οὔτε λοιπὸν ὁ Θεὸς Λόγος μεταπίπτει σὲ σάρκα, οὔτε ἡ σάρκα τὴν ὁποία ἀνέλαβε εἰσχώρησε στὴ φύση ἐκείνου, ὁ ὁποῖος τὴν ἀνέλαβε. Τί ἑπομένως σημαίνει τὸ «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο»; Σημαίνει ὅτι ἔλαβε σάρκα, σάρκα ὄχι κατ’ ὄνομα, ἀλλὰ ἐκείνην ἡ ὁποία ἔχει ψυχὴ λογικὴ καὶ νοερά, δηλαδὴ τὴν δική μας φύση ὁλόκληρη. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ Λόγος ἔγινε σάρκα.

  Ἐπιθυμῶ νὰ καταστήσω γνωστὴ καὶ σὲ ἐσᾶς τὴ σκέψη τοῦ μεγαλοφωνοτάτου Ἰωάννη, ὥστε νὰ μάθετε τὴ σπουδαιότητα ὅσων εἶπα. Ὁ θεολόγος Ἰωάννης, ὁ υἱὸς τῆς βροντῆς, ὁ ὁποῖος καταξιώθηκε νὰ ἐπιπέσει στὸ στῆθος τοῦ Δεσπότη Χριστοῦ, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ νὰ ἀρδεύσει γιὰ ἐμᾶς τὰ ὑψηλότερα καὶ θειότερα δόγματα, ἐπιθυμεῖ νὰ ἐκφράσει τὴν ἀσύγκριτη φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ γιὰ ἐμᾶς. Κατὰ πρῶτον, ἐκφράζων τὰ πλέον θεῖα δόγματα: «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεὸν καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος. Οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν Θεόν. Πάντα δι’ αὐτοῦ ἐγένετο καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἕν, ὅ γέγονεν», καταδεικνύων μὲ αὐτὸ Αὐτὸν ὡς αἰωνίως συνυπάρχοντα μὲ τὸν Πατέρα. Μὲ τὴ φράση «Ἐν ἀρχῇ» δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρήσουμε κάποιον προϋπάρξαντα τοῦ ἄλλου. Ἀκόμα καὶ ἂν τὸ σκεφτεῖς μὲ τὴ διάνοια, σὲ προλαμβάνει τὸ «ἦν», καθὼς δὲν ὑπάρχει χρονικὸ σημεῖο ἀρχῆς. Ὅταν εἶπε αὐτά, καὶ κατέδειξε Αὐτὸν αἰωνίως συνυπάρχοντα μὲ τὸν Πατέρα, καὶ δημιουργὸ τῶν πάντων, τότε συμπληρώνει «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο», λέγοντας ἐπίσης ὅτι ὁ αἰωνίως συνυπάρχων μὲ τὸν Πατέρα καὶ Κύριος τῶν πάντων καὶ δημιουργός, τόσο πολὺ ταπεινώθηκε γιὰ ἐμᾶς καὶ τὴν σωτηρία μας, ὥστε ἔγινε σάρκα, μὲ σκοπὸ νὰ δείξει τὴν ἀνυπέρβλητη φιλευσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ γιὰ ἐμᾶς μέσῳ τοῦ εὐτελέστερου μέρους τῆς φύσεώς μας.

  «Ὁ Λόγος» ἑπομένως, λέει, «σὰρξ ἐγένετο». Ἀλλὰ δὲν παρέμεινε σὲ αὐτὸ καὶ συμπλήρωσε «καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν», αὐτὸ τὸ δεύτερο, εἶναι ἑρμηνεία τοῦ πρώτου. Τί σημαίνει «Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο»; Σημαίνει ὅτι κατοίκησε ἀνάμεσά μας, δηλαδή, διὰ τῆς δικῆς μας φύσεως. Δὲς λοιπὸν ὅτι καὶ ὁ Ἰωάννης κηρύττει δύο φύσεις καὶ ἕνα Υἱό. Ἄλλο σκηνὴ καὶ ἄλλο τὸ σκηνώνω, ἄλλο ναὸς καὶ ἄλλο ὁ ἔνοικος σὲ αὐτὸν Θεός. Δῶσε προσοχὴ σὲ αὐτό. Δὲν εἶπα ἄλλος καὶ ἄλλος, σὰν νὰ πρόκειται γιὰ δύο πρόσωπα ἢ δύο Χριστοὺς ἢ δύο υἱούς, ἀλλὰ εἶπα ἄλλο καὶ ἄλλο, ὅπως λέγεται γιὰ δύο φύσεις. Ὅταν λοιπὸν εἶπε «ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» καὶ κήρυξε τὶς δύο φύσεις, τότε συμπλήρωσε «καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς Μονογενοῦς». Δὲν εἶπε δύο υἱῶν, ἀλλὰ Μονογενοῦς. Ὁ προφήτης Ἡσαΐας κηρύττει λοιπὸν τὸν Ἐμμανουήλ, δηλαδὴ Θεὸ ἐνανθρωπήσαντα. Ὁ Ἀπ. Πέτρος λέει «Σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος», κηρύττων τὴν διπλῆ φύση καὶ τὸ μοναδικὸ πρόσωπο τοῦ Υἱοῦ. Ὁ θεολόγος Ἰωάννης λέει «καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν», δηλαδὴ δύο φύσεις καὶ ἕνα πρόσωπο τοῦ Μονογενοῦς.

  Παρέμεινε ὁ Θεὸς Λόγος ἀπαθής. Πάλι ἐπιστρέφω σὲ ἐκεῖνο ποὺ προανέφερα. Δῶσε προσοχὴ σὲ αὐτό. Στὴν φύση, τὴν ὁποία ἀνέλαβε, μετέδωσε τὰ θεῖα γνωρίσματα, ἀλλὰ δὲν μετεῖχε σὲ τίποτα ἀπὸ ἐκεῖνα τῆς ἀνθρώπινης. Περπάτησε πάνω στὴ θάλασσα, ἀλλὰ μὲ τὸ δικό του σῶμα. Ἐπιτίμησε τοὺς ἀνέμους καὶ τὴ θάλασσα, ἀλλὰ μὲ τὸ δικό του σῶμα. Τὸν συνάντησε λεπρός, λέγοντάς του «Κύριε, ἐὰν θέλῃς, δύνασαί με καθαρίσαι» καὶ ἀπαντᾶ «θέλω, καθαρίσθητι» καὶ ἄγγιξε τὸ σῶμα τοῦ Δεσπότη Χριστοῦ καὶ ἀπέδραμε τὸ νόσημα, ἀφαιρέθηκε ἡ λέπρα. Ἔθρεψε πέντε χιλιάδες μὲ πέντε ἄρτους, ἀλλὰ μὲ τὸ δικό μας σῶμα. Ἔλαβε τοὺς ἄρτους, εὐχαρίστησε τὸν Πατέρα καὶ τεμαχίζοντας αὐτοὺς ἔδωσε στοὺς μαθητὲς καὶ οἱ μαθητὲς στὸ πλῆθος καὶ περίσσευσαν δώδεκα κοφίνια μὲ κομμάτια ἄρτων. Ἡ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν ἀνήκει μόνο στὸ Θεό, γι’ αὐτὸ καὶ λέει πάλι «ἵνα εἴδητε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀφιέναι ἁμαρτίας» καὶ λέει ξανὰ «οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανόν, εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὤν ἐν τῷ οὐρανῷ». Βλέπεις πῶς μετέδωσε ἀπὸ τὰ θεῖα γνωρίσματα; Ὅταν Τὸν δεῖς νὰ πεινάει καὶ νὰ διψάει, νὰ κοπιάζει καὶ νὰ ἱδρώνει, νὰ παραδίδεται στὸν Πιλᾶτο, νὰ ἄγεται καὶ νὰ περιφέρεται ἀπὸ τὰ χέρια τῶν δημίων, νὰ ἀγωνιᾶ, νὰ προσεύχεται «Ἐλωί, Ἐλωὶ λαμμὰ σαβαχθανί, τουτέστι Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί με ἐγκατέλιπες;» καὶ πάλι «Εἰ δυνατόν, Πάτερ, παρελθέτω ἀπ’ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο, πλὴν οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ’ ὡς σύ». Ὅταν δεῖς Αὐτὸν στὸ ἰκρίωμα τοῦ Σταυροῦ, ὅταν δεῖς τὰ καρφιὰ στὰ χέρια καὶ στὰ πόδια του καὶ τρυπημένο στὰ πλευρά, τότε νὰ κατανοήσεις ὅτι ὁ Θεὸς Λόγος παρέμεινε ἀπαθής, ἐνῶ ὅλα αὐτὰ ποὺ συμβαίνουν στὸ δικό του σῶμα τὰ οἰκειώνεται. Μὲ σκοπὸ νὰ δείξει ὅτι ἀκόμα καὶ κατὰ τὴν ὥρα τοῦ πάθους δὲν ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν δικό του ναό, ὅταν οἱ Ἰουδαῖοι αὐτὰ τέκταιναν κατὰ τοῦ Δεσπότη Χριστοῦ, καὶ ὡς Θεὸς ἔσβησε τὶς ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου. Ἔριξε σκοτάδι στὸν κόσμο, ἔσκισε τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ. Πέτρες ράγισε, νεκροὺς ἀνέστησε. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἔπραξε, ὥστε νὰ μάθεις ὅτι συνυπῆρχε μὲ τὸ σῶμα ποὺ ἔπασχε καὶ οἰκειωνόταν τὰ πάθη, ὁ ἴδιος ὅμως ἔπραττε τὰ πάντα ἀπαθής.

  Τὰ δικά σας σὲ ἐσᾶς παραθέσαμε. Αὐτὴ εἶναι ἡ διδασκαλία τοῦ Πατρὸς (ἔνν. Ἁγίου Κυρίλλου Ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας). Αὐτὸς εἶναι ὁ προγονικός σας θησαυρός, τοῦ μακαριστοῦ Ἀθανασίου τὰ δόγματα, τοῦ μεγάλου Θεοφίλου τὰ διδάγματα, τῶν στύλων τῆς Ὀρθοδοξίας.

  Ἐμᾶς τῶν Ὀρθοδόξων διεγείρει τὰ φρονήματα, τοὺς δὲ ἐναντίους τῆς Ἐκκλησίας τοὺς ὄχλους κατατροπώνει. Στὸν Θεὸ λοιπὸν ἂς ἀναπέμψουμε δοξολογία νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

Previous Article

Εγκρατείς έφηβοι

Next Article

Τό μήνυμα τῶν Χριστουγέννων, ἐλπίδα στό σημερινό δράμα καί τό πνευματικό χάος τῆς ἀνθρωπότητας